Ο Δημήτρης Κατσουρίνης ζει ανάμεσα σε δίσκους, βιβλία και διαφορικές εξισώσεις (η σειρά δεν είναι απαραίτητα η σωστή). Συνδυάζοντας την αγάπη του για τη μουσική και τη λογοτεχνία, έγραψε τα «Φτηνά Μαργαριτάρια», ένα μυθιστόρημα με το οποίο προσπάθησε να ξεγλιστρήσει από τις δαγκάνες της καθημερινότητας. Τώρα ελπίζει ότι θα γράψει ένα δεύτερο που θα μιλάει ακριβώς γι’ αυτήν: την καθημερινότητα. Μέχρι τότε θα συνεχίσει να ελπίζει, να φοβάται, να αντιπαθεί τα φαβορί, να απολαμβάνει τις σιωπές της νύχτας και να πιστεύει ότι ήρθε επιτέλους η ώρα να ανέβει κατηγορία στο ποδόσφαιρο η αγαπημένη του ομάδα (η σειρά δεν είναι απαραίτητα η σωστή)…

 

Δημήτρη, μίλησέ μας για την στιγμή εκείνη που κάποιος, εσύ στη συγκεκριμένη περίπτωση, που μέχρι τότε δεν είναι συγγραφέας, αποφασίζει να γράψει το πρώτο του βιβλίο. Έγραφες πάντα; Πόσο σε δυσκόλεψε;

Έγραφα κυρίως για μουσική. Παρουσιάσεις καλλιτεχνών – δίσκων, συνεντεύξεις. Έχω κάνει και κάποιες άτυπες απόπειρες βιβλιοκρισίας μυθιστορημάτων που μου έκαναν εντύπωση. Μέσω αυτής της διαδικασίας αναπτύχθηκε μέσα μου η επιθυμία να γράψω κάτι διαφορετικό, κάτι δικό μου. Δεν ήταν θέμα ματαιοδοξίας (αν και αυτή παντού καραδοκεί), περισσότερο μια ανάγκη έκφρασης και επικοινωνίας. Ξεκίνησα χωρίς να το πολυσκεφτώ με τον χαρακτήρα του Τζακ Πάλας. Με γοήτευσε αυτό το ιδιαίτερο κράμα εγωισμού, περηφάνιας, αλλά και χαμηλής αυτοεκτίμησης που τον χαρακτηρίζει και εκτίμησα τη διάθεση του για ανελέητη ενδοσκόπηση. Από τη στιγμή που αγάπησα την υπόθεση και ένιωσα κομμάτι της, τα εμπόδια της απειρίας και της έλλειψης ελεύθερου χρόνου άρχισαν να ξεπερνιούνται πιο εύκολα.

Πώς εμπνεύστηκες τον τίτλο «Φτηνά Μαργαριτάρια»;  Επιδέχεται διπλή ερμηνεία; Όπως και ο τίτλος του δίσκου της μπάντας, «Παλάτια στην Άμμο»;

Ένας πολύ αγαπημένος μου δίσκος είναι το “Dogs In The Traffic” των Love & Money. Κυκλοφόρησε στις αρχές τις δεκαετίας του ’90.  Εκεί υπήρχε ένα τραγούδι που λεγόταν “Cheap Pearls”. Πάντα μου άρεσε ως τίτλος, αλλά ενώ για χρόνια βρισκόταν ξεχασμένος σε κάποιες απόμερες γωνιές του μυαλού μου, ξεπετάχτηκε πρώτος και καλύτερος όταν άρχισα να ψάχνω όνομα για το συγκρότημα του βιβλίου. Με κέρδισε η ατμόσφαιρα και η αμφισημία του και ένιωσα ότι εκφράζει αυτό που ο Τζακ Πάλας είχε κατά νου για τη μπάντα του. Ούτως ή άλλως, κατά τη διάρκεια της ζωής μας, συχνά αναγκαζόμαστε να αναζητήσουμε ισορροπίες κινούμενοι ανάμεσα σε αντιθέσεις, αντιφάσεις και δίπολα.

Ο τίτλος «Παλάτια στην Άμμο» συμβολίζει τις ψευδαισθήσεις, μια από τις βασικές έννοιες με τις οποίες καταπιάνεται το βιβλίο. Τις ψευδαισθήσεις που έχουμε τόσο ανάγκη για να αναμετρηθούμε με την καθημερινότητα και την αντικειμενική πραγματικότητα και που ταυτόχρονα κρύβουν παγίδες. Τις ψευδαισθήσεις της νιότης, της μουσικής, της ίδιας της ζωής τελικά…

Είσαι ένας άνθρωπος που δεν ζεις χωρίς μουσική, ασχολήθηκες επαγγελματικά με την μουσική τόσο από την θέση του ραδιοφωνικού παραγωγού όσο και από την θέση του μουσικού συντάκτη. Στο βιβλίο σου έχουμε δυο συνονόματους: τον Τζακ, τον pop-star και τον Τζακ, τον fan. Πόσα αυτοβιογραφικά στοιχεία υπάρχουν μέσα στο βιβλίο;  

Μένει ανοιχτό, αν οι γονείς ονόμασαν τον γιο τους Τζακ, επειδή ο πατέρας του είχε κόλλημα με τον pop – star Τζακ Πάλας και τα «Φτηνά Μαργαριτάρια», ωστόσο η υπόνοια ότι κάτι τέτοιο μπορεί και να συνέβη, είναι ενδεικτική του πόσα από την ψυχή μας και τη ζωή μας εναποθέτουμε στην μουσική που αγαπάμε. Αυτοβιογραφικά στοιχεία δεν υπάρχουν στο βιβλίο πέρα φυσικά από την εμμονή μου με τη μουσική, ωστόσο, όταν αρχίζεις να μορφοποιείς κάποιους χαρακτήρες, αυτοί μπορεί να έρχονται από μέσα σου, ή από κάποιους πολύ κοντινούς σου ανθρώπους. Στην πορεία όμως αποκτούν τη δική τους αυτόνομη ζωή, χαράζουν τη δική τους απρόβλεπτη πορεία και τότε είναι που τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα.

Διαβάζουμε ότι η μπάντα «Φτηνά Μαργαριτάρια» έκανε τρεις δίσκους, αλλά ο τελευταίος δεν έμελλε να έχει την ίδια επιτυχία με τους προηγούμενους. Το νούμερο είναι τυχαίο ή προέκυψε από κάποιο ανάλογο γεγονός πραγματικής μπάντας που ενδεχομένως γνωρίζουμε;

Το νούμερο ήθελα να αντανακλά την τυπικά καθοδική πορεία μιας μπάντας που πέτυχε πολλά στο ξεκίνημα της, αλλά η εξέλιξη αποδείχθηκε αντιστρόφως ανάλογη. Το πρώτο άλμπουμ λοιπόν: το παρορμητικό μανιφέστο που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Γράφτηκε και κυκλοφόρησε χωρίς καμιά πίεση. Κουβαλώντας όνειρα, προσδοκίες, φιλίες, έρωτες, άγνοια κινδύνου, θάρρος, θράσος, πολύ ταλέντο, αλλά και δίψα ικανή να πετύχει δύσκολους συμβιβασμούς χαρακτήρων και βιωμάτων. Τέσσερις άνθρωποι γίνονται μια γροθιά για έναν συγκεκριμένο στόχο. Την τέχνη και την αναγνώριση.

Στο «δύσκολο» δεύτερο άλμπουμ, όπως συνηθίζεται να λέγεται, τα πράγματα έχουν γίνει πλέον πιο σύνθετα. Υπάρχει πίεση, κούραση, νούμερα που πρέπει να ικανοποιηθούν, κατακτήσεις που πρέπει να διατηρηθούν και πολλές διαφορετικές γνώμες για το πώς θα γίνει αυτό. Υπάρχουν επίσης τροχιές ζωών, που από εκεί που εφάπτονταν, τώρα αρχίζουν και λοξοδρομούν. Οι ήρωες μας έχουν μεγαλώσει, ο καθένας έχει πλέον τη δική του ατζέντα και δεν είναι διατεθειμένος να κάνει πολλές παραχωρήσεις. Έστω κι έτσι το δεύτερο άλμπουμ κυκλοφορεί και τυγχάνει μιας συμπαθητικής αλλά μάλλον πιο χλιαρής αποδοχής.

Στον τρίτο δίσκο, τα «Φτηνά Μαργαριτάρια» προσπαθούν περισσότερο να μαντέψουν με ποιο τρόπο θα παραμείνουν στο παιχνίδι. Το αισθητήριο τους έχει νοθευτεί, η ψυχή απουσιάζει και το γκρουπ οδεύει ολοταχώς προς την αναπόφευκτη διάλυση…

Θα έχεις γνωρίσει ή και συναναστραφεί μουσικούς-τραγουδιστές. Η ιστορία σου εστιάζει στην εγωπάθεια των καλλιτεχνών «με την βαθιά πεποίθηση ότι βρίσκονται στο κέντρο του σύμπαντος». Ποιες εικόνες έχεις αποκομίσει;

Έχω γνωρίσει και συναναστραφεί με ανθρώπους που λειτουργούν και φέρονται σαν να τους ανήκει ο κόσμος όλος, ανεξάρτητα από το αν ασχολούνται με τη μουσική ή όχι. Συμπεριφορές, που άλλες φορές μπορεί να γοητεύουν (η αυτοπεποίθηση ενίοτε έλκει σαν μαγνήτης) και άλλες είναι από βαρετές έως ανυπόφορες. Τέτοιες ιδιοσυγκρασίες ευδοκιμούν σε μικρόκοσμους, όπου τα νερά λιμνάζουν και δεν ανανεώνονται. Λογικό είναι πετυχημένοι μουσικοί, όπως ο Τζακ Πάλας και ο Τζόννυ Γκούταιμ (ο κιθαρίστας των «Μαργαριταριών») να είναι εγωκεντρικοί και νάρκισσοι έχοντας τα βλέμματα ακροατών και θαυμαστών μόνιμα στραμμένα πάνω τους. Βέβαια, τα στοιχεία αυτά μπορεί να προϋπήρχαν στον χαρακτήρα τους και μέσω της μπάντας να διογκώθηκαν.

Εντούτοις, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι μουσικοί και γενικά οι άνθρωποι του θεάματος εξαρτώνται από τη γνώμη του κόσμου γι’ αυτούς. Ο κόσμος μπορεί να σε απογειώσει, να σε αποθεώσει, να σε θεωρήσει κτήμα του, ή να σε ρίξει στον γκρεμό με την εκκωφαντική σιωπή, την αδιαφορία, την απόρριψη…oι μουσικοί είναι κι αυτοί άνθρωποι που καλούνται να διαχειριστούν συχνά ακραίες καταστάσεις.

Η ιστορία του βιβλίου δεν είναι απλώς η ιστορία μιας μπάντας που επανενώθηκε, είναι μια ενδελεχής ανάλυση της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης που δεν αφορά μόνο τους καλλιτέχνες, αλλά όλους μας. Θα ήθελα να μου το σχολιάσεις περαιτέρω.

Μπαίνοντας στο κατώφλι της μέσης ηλικίας πολλοί άνθρωποι σκέφτονται ότι ενδεχομένως τα καλύτερα τους χρόνια βρίσκονται ήδη πίσω τους. Ίσως μάλιστα να είναι και η πρώτη φορά που θα κάνουν μια τόσο απαισιόδοξη σκέψη. Συχνά, νομίζουμε ότι το τώρα διαρκεί για πάντα και πώς θα είμαστε συνέχεια νέοι. Οι ήρωες του βιβλίου έζησαν τα πάντα, δόξα, χρήμα, επιτυχία και καλλιτεχνική αναγνώριση μέχρι τα 25-30. Στη συνέχεια και σχεδόν σε μια νύχτα θεωρήθηκαν ξοφλημένοι. Πώς διαχειρίζονται την επόμενη μέρα; Πώς συμβιβάζονται με τη μέση ηλικία; Μπορούν να βρουν λύσεις για τα αδιέξοδα τους; Μπορούν να υπάρξουν σε μια εποχή που μοιάζει να τους έχει ξεπεράσει; Να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία; Το να παρακολουθήσω διαφορετικούς χαρακτήρες σε μια τέτοια συνθήκη αποτέλεσε μια γοητευτική πρόκληση και ταυτόχρονα τον πυρήνα του μυθιστορήματος. Οι μηχανισμοί της μεσηλικίωσης όμως είναι κοινοί για όλους και δεν χρειάζεται κάποιος να έχει υπάρξει επιτυχημένος μουσικός στα νιάτα του για να βιώσει ένα εξίσου άβολο και γεμάτο προκλήσεις πέρασμα στη μέση ηλικία.

Το βιβλίο σου είναι ένας τρόπον τινά ύμνος στη δεκαετία των 80s. Για όσους δεν γνωρίζουν την περίοδο εκείνη, υπήρχαν δύο τάσεις στην ξένη pop μουσική. Η pop που όλοι ήξεραν και άκουγαν και η new wave-pop, που για να την ακούσεις, έπρεπε να ψάξεις λίγο βαθύτερα. Μπάντες όπως, The Go-Betweens, A Flock of Seagulls, JapanΠοια είναι η δική σου αίσθηση;

Αγαπώ τη μουσική της δεκαετίας του ’80. Είναι η μουσική που συνδέθηκε με τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, επομένως έχει αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα της πάνω μου. Μεγαλώνοντας, το συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο. Λόγω της ευαίσθητης αυτής σχέσης, μπορώ να ακούσω ευχάριστα ακόμα και τις πιο εύπεπτες ή και χαζοχαρούμενες επιτυχίες εκείνης της εποχής, ωστόσο κάποιες από τις πιο αγαπημένες μου μπάντες είναι αυτές που εμφανίζονται στο βιβλίο:  Blue Nile, Go – Betweens, Japan, The The, Tears For Fears, Simple Minds… υπάρχουν και άλλες πιο «υπόγειες» που τελικά έμειναν εκτός – Sound, Sonic Youth κτλ. Γενικά πάντως μου αρέσει να εξερευνώ τη σύγχρονή μουσική, από τη δεκαετία του 1940 – 50 μέχρι και σήμερα, δεν στέκομαι μόνο στα 80s. Για το πλαίσιο, το φόντο του βιβλίου όμως, ένιωσα ότι εκεί έπρεπε να στραφώ για να αντλήσω την ατμόσφαιρα και το συναίσθημα που επιζητούσα.

Θα ήθελα να μιλήσουμε λίγο για εκείνη την ρομαντική, glamour εποχή των 80s, που ζήσαμε ή δεν προλάβαμε να ζήσουμε, τότε που, ήταν διάχυτη μια επιθυμία, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο: «Ω, είναι τόσο όμορφα, όταν ανήκεις κάπου! Κάπου ιδιαίτερα!»

Αυτή η επιθυμία δεν αφορά μόνο τη μουσική ή τη δεκαετία του ’80 γενικότερα, αν και όντως εκείνη η εποχή έχοντας συνδεθεί με μεγάλες, μεθυστικές αφηγήσεις, πρόσφερε πολλαπλές αφορμές για αποδράσεις, ψυχικές και νοητικές. Στο βάθος κρύβεται πάντα η ανάγκη μας να ξορκίσουμε την ασημαντότητα μας και να νιώσουμε ξεχωριστοί συμμετέχοντας σε κάτι που θεωρούμε σπουδαίο και μεγαλύτερο από εμάς. Εννοείται επίσης, πως η κάθε δεκαετία έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που καθορίζουν τις ζωές όλων μας, ταυτόχρονα όμως ο καθένας τη βιώνει με τον τρόπο του. Αν για παράδειγμα εμένα μου προκαλεί νοσταλγία η δεκαετία του ’80, επειδή ήμουν τότε ένας ξένοιαστος πιτσιρικάς, μεγαλύτεροι άνθρωποι αναπολούν με την ίδια ένταση τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Οι επόμενες γενιές μπορούν κάλλιστα να θεωρούν ρομαντικό το 2030! Το glamour και ο ρομαντισμός δεν είναι μόνο θέμα δεκαετίας, αλλά και δικής μας υποκειμενικότητας…

Ποια ήταν για σένα η σημασία του vinyl τότε και πώς είδες την μετεξέλιξή του σε cd και τώρα σε streaming; Οι δίσκοι των γονιών, που αναφέρει το βιβλίο, ήταν και για σένα τα πρώτα μουσικά ακούσματα;

Ναι, πράγματι, οι δίσκοι των γονιών μου αποτέλεσαν τα πρώτα μου ακούσματα. Σκέψου ότι πολύ μικρός ακόμα, με το που ξυπνούσα, πήγαινα και καθόμουν δίπλα στο πικάπ και τους ζητούσα να μου βάλουν δίσκους ν’ ακούσω. Έπρεπε να φτάσει απόγευμα ή και βράδυ για να ξεκολλήσω.

Αγαπώ το βινύλιο, υπήρξε και παραμένει η πρώτη μου επιλογή, αν και ομολογώ ότι για πολλά χρόνια αγόραζα cd, μιας και ήταν πιο βολικά στη μεταφορά, ειδικά όταν πήγαινα κάπου να παίξω μουσική (μιλάμε για εποχές πριν την καθιέρωση του mp3).

Εκτιμώ το streaming, γιατί μου παρέχει άμεση και εύκολη πρόσβαση σε πολύ περισσότερα ακούσματα απ’ ότι παλαιότερα. Ανεξάρτητα πάντως από το αν την προσλαμβάνουμε μέσω ενός όμορφου και προσεγμένου χειροπιαστού αντικειμένου, είτε μέσω ενός απρόσωπου αρχείου, η μουσική είναι που τελικά έχει σημασία. Ακόμα και αν συχνά πλέον αντιμετωπίζεται ως ένα μέσο ανάδειξης της τεχνολογικής εξέλιξης.

Στο βιβλίο σου υπάρχει η φράση: «Το διαδίκτυο είναι ασύλληπτο εργαλείο, δεν συγκρίνεται όμως με τη χειροπιαστή αίσθηση του περιοδικού ή της εφημερίδας». Τι πιστεύεις πως χάνουμε με την ολοένα αυξανόμενη μείωση του έντυπου Τύπου και του βιβλίου αντίστοιχα, που αντικαθίσταται από τα e-books;

Θα απαντήσω καθαρά προσωπικά, γιατί όπως είναι φυσικό ο καθένας έχει τις προτιμήσεις του. Με τον βομβαρδισμό της πληροφορίας που χαρακτηρίζει την εποχή μας και τον περιορισμένο χρόνο που μπορούμε να αφιερώσουμε στο κάθε ερέθισμα, το χειροπιαστό αντικείμενο είναι για μένα μιας μορφής δέσμευση. Θα αγοράσω δηλαδή μια εφημερίδα, ένα βιβλίο, ή ένα δίσκο και θα του δώσω περισσότερο χρόνο. Το διαδίκτυο με οδηγεί σε αυτό, με τη γρήγορη και εύκολη πρόσβαση στην ενημέρωση και λειτουργώντας παράλληλα ως φίλτρο. Από το σύνολο των ερεθισμάτων θα διαλέξω όσα πιστεύω ότι με αφορούν και με ενδιαφέρουν περισσότερο.

Από εκεί και πέρα προτιμώ το χειροπιαστό, τόσο γιατί μεγάλωσα με τη μυθολογία ενός ωραίου εξωφύλλου ή ενός καταπληκτικού artwork που περιέχει όλες τις περιφερειακές πληροφορίες που ενδιαφέρουν ένα ακροατή ή έναν αναγνώστη, αλλά και γιατί πολύ απλά και πρακτικά έμαθα να συγκεντρώνομαι καλύτερα, όταν κρατάω ένα βιβλίο ή όταν κλείνω τον υπολογιστή και βάζω ένα δίσκο στο πικάπ. Καταλαβαίνω βέβαια ότι οι νεότεροι ακροατές ή αναγνώστες που μεγάλωσαν με το διαδίκτυο, τα mp3 και τα e-books, δεν έχουν αυτή την προσκόλληση (συναισθηματική ή χρηστική) που έχουμε εμείς οι παλαιότεροι.

Τα «Φτηνά Μαργαριτάρια» διατρέχει μια νοσταλγική διάθεση. Περασμένα μεγαλεία, πρότερες νεότητες, ανεμελιά. Είναι εποικοδομητική μια τέτοια στάση ζωής για τους ήρωες του βιβλίου; Μέσα από ποιο πρίσμα εξετάζεται; Είναι το αναπόφευκτο στάδιο από το οποίο πρέπει να περάσουν για να προχωρήσουν;

Όσο μεγαλώνουμε το παρελθόν ρίχνει όλο και πιο βαριά τη σκιά του πάνω μας, είτε το συνειδητοποιούμε, είτε όχι. Θες η ανασφάλεια για το μέλλον που είναι αβέβαιο, θες γιατί στην κλεψύδρα του χρόνου τα όσα προηγήθηκαν είναι περισσότερα από αυτά που έπονται, θες γιατί μεγαλώνοντας οι βαθμοί ελευθερίας είναι όλο και λιγότεροι, ο καθένας με βάση την ιδιοσυγκρασία του και τις συνθήκες αντιδρά διαφορετικά. Κάποιοι γραπώνονται από το παρελθόν βουτώντας στα γλυκόπικρα νερά της νοσταλγίας και άλλοι επιλέγουν να αποδράσουν, είτε δημιουργικά, επαναπροσδιορίζοντας εαυτούς και στόχους, είτε ρηξικέλευθα, ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω τους.

Στην τελευταία κατηγορία βρέθηκε ο Τζακ Πάλας, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο οποίος όμως τελικά, εγκλωβίστηκε για χρόνια σε μια δίνη άρνησης και εσωστρέφειας. Πίστεψε ότι θα έκανε μια νέα αρχή, τώρα όμως συνειδητοποιεί ότι προέχει η συμφιλίωση με τον εαυτό του και το παρελθόν του και μια όσο το δυνατόν πιο «ειρηνική» συγκατοίκηση με τους δαίμονες του. Μαγικές συνταγές ωστόσο δεν υπάρχουν, ούτε το βιβλίο θέλει να γίνει διδακτικό, υποδεικνύοντας ως εναλλακτικό εγχειρίδιο υποστήριξης τον, υποτίθεται, «σωστό» δρόμο. Προσπαθεί απλά να καταγράψει σκέψεις, συναισθήματα, και διαδρομές γεμάτες σκαμπανεβάσματα στο πέρασμα του χρόνου.

Θέλω να οδηγήσω προς το τέλος τη συνέντευξη με αυτά τα λόγια: «Χρειαζόταν τη μουσική στη ζωή του.  Όπως ένα ακίνδυνο, αλλά αποτελεσματικότατο ναρκωτικό. Είχε ανάγκη να χτίσει τη ζωή του γύρω από τον υπέροχο, αψεγάδιαστο κόσμο της». Ο επίλογος δικός σου…

Ο κόσμος της μουσικής δεν είναι φυσικά υπέροχος ή αψεγάδιαστος, μπορεί όμως να είναι πλούσιος σε συναισθήματα και ιδέες, ένας κόσμος δημιουργικής έντασης και λάμψης που στα μάτια ενός διψασμένου για συγκινήσεις και ονειροπόλου νέου, φαντάζει ως η λύση για κάθε πρόβλημα, η απάντηση σε κάθε ερώτηση. Για άλλους είναι μια ποδοσφαιρική ομάδα, για κάποιους μια πολιτική κίνηση, εδώ συναντάμε ανθρώπους που από μικροί έπεσαν με τα μούτρα στη μουσική. Κάποια στιγμή βέβαια μεγαλώνοντας έρχεται και η απομυθοποίηση. Μέσω αυτής, κάποιοι μπορεί να απομακρυνθούν οριστικά από τη μουσική, άλλοι όμως θα έρθουν ακόμα πιο κοντά της μέσω μιας αναβαπτισμένης και συχνά βαθύτερης και πιο συνειδητοποιημένης σχέσης. Είναι μια από τις φράσεις στο βιβλίο που επιδιώκουν να αναδείξουν τον ρόλο των γλυκών ψευδαισθήσεων και των εμμονών που μας συντροφεύουν, αναζητώντας παράλληλα το πώς αυτές μεταλλάσσονται, εξελίσσονται και επαναπροσδιορίζονται στο πέρασμα του χρόνου…

Δημήτρη Κατσουρίνη, ευχόμαστε να έχει ένα μακρύ και όμορφο ταξίδι το βιβλίο σου!

  

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X