Ο καθηγητής και συγγραφέας  Joel Weinsheimer είχε πει: «Η παράσταση δεν είναι κάτι επικουρικό, συμπτωματικό ή περιττό που μπορεί να διακριθεί από το έργο καθ’αυτό. Το καθ’αυτό έργο υπάρχει κύρια και αποκλειστικά, μόνο όταν παίζεται. Η παράσταση δίνει υπόσταση στο έργο και η παράσταση είναι το ίδιο το έργο. Αποκτά σάρκα όταν παρίσταται και υπάρχει διαμέσου όλων εκείνων των ενδεχομένων και ιδιαιτεροτήτων που ενέχονται στην εκάστοτε παρουσίασή του».

Αυτή η δήλωση είναι αναμφισβήτητα ο λόγος που εμείς οι θεατές βλέπουμε και ξαναβλέπουμε τα ίδια έργα, προσδοκώντας να βιώσουμε μια νέα θεατρική εμπειρία, κάθε φορά μέσα από τα μάτια του εκάστοτε δημιουργού μιας παράστασης.

Όταν η θεατρική πρόταση αφορά ως χώρο δράσης το Αρχαίο Στάδιο της Επιδαύρου και δη μία χρονική στιγμή, όπως η ώρα 06:00 το πρωί, είναι δύσκολο ν’ αντισταθείς. Είναι μια συνθήκη πρωτόγνωρη και άκρως δελεαστική.

Βάζοντας σε δεύτερο πλάνο την κούραση και την αϋπνία βρεθήκαμε αυθημερόν στον μαγευτικό χώρο. Κατηφορίσαμε προς το Στάδιο του Ιερού του Ασκληπιείου της Επιδαύρου και το φως της μέρας μας επέτρεπε να εξερευνήσουμε το τοπίο ακούγοντας το έντονο τραγούδι των τζιτζικιών. Εδώ τελούνταν αθλητικοί αγώνες προς τιμήν του Ασκληπιού, καθώς και αγώνες ραψωδίας, μουσικής και δράματος. Η Στεφανία Γουλιώτη, ηθοποιός και σκηνοθέτης της παράστασης «Ευμενίδες», το τρίτο μέρος της μοναδικής σωζόμενης αρχαίας τριλογίας, «Ορέστεια» του Αισχύλου, περιφερόταν στο Στάδιο, μονολογώντας, ντυμένη με σύγχρονα ρούχα, περιμένοντας να καθίσει στα αναστηλωμένα, λίθινα εδώλια και ο τελευταίος θεατής.

Το έργο

Η ιέρεια του μαντείου των Δελφών, επικαλείται τη Γαία, θεότητα της Κλυταιμνήστρας, της μητέρας, υπενθύμιση της μητριαρχικής κοινωνίας. Και τη Θέμιδα, κόρη της Γαίας, όπως και τη Φοίβη, που χάρισε στον Φοίβο (Απόλλωνα) το δώρο του Προφήτη, όταν εκείνος ήρθε από τη Δήλο στους Δελφούς. Η ιέρεια βλέπει στον ομφαλό έναν άνδρα με χέρια που στάζουν αίμα, τον Ορέστη, και ένα τερατώδες κοπάδι γυναικών που κοιμάται, τις Ερινύες. Εμφανίζεται ο Απόλλωνας και δηλώνει φύλακας – προστάτης του Ορέστη. Τον προτρέπει να προσπέσει ικέτης στο παλιό άγαλμα της Παλλάδας Αθηνάς. Ο μητροκτόνος Ορέστης ταξιδεύει από το Άργος, μέσω των Δελφών, προς την Αθήνα. Όταν φτάνει εκεί, οδηγούμενος από τον Ερμή, είναι πλέον εξαγνισμένος. Στο μεταξύ, το είδωλο της Κλυταιμνήστρας εμφανίζεται απ’ το βασίλειο των νεκρών, στο όνειρο των Ερινύων, και ζητάει εκδίκηση. Οι Ερινύες αλυχτώντας ξυπνούν και ζητούν από τον Απόλλωνα να επιτελέσουν το ρόλο τους, διψούν για αίμα. Ο Απόλλωνας εμφανίζεται σκληρός, με μια ανελέητη ρητορεία. Οι Ερινύες στη συνέχεια πηγαίνουν στο λόφο του Άρη, στην Αθήνα, και γίνονται εκπρόσωποι της Δίκης και του Δία. Μιλούν για τα δικαιώματά τους όσον αφορά στο ρόλο που τους έχει ανατεθεί να διαδραματίσουν. Όταν εμφανίζεται η θεά Αθηνά, θεά της λογικής και της σοφίας, η υπόθεση «Δικαιοσύνη» περνάει από τον Απόλλωνα στη δικαιοδοσία της. Η Αθηνά είναι η τελειοποιημένη έκδοση του Δία. Θεσμοθετεί το πρώτο ένορκο δικαστήριο, τον Άρειο Πάγο, με την ίδια ως τελικό δικαστή, όπου όταν προκύπτει η ισοψηφία, αποφασίζει υπέρ του Ορέστη. Σε όλη τη διάρκεια της δίκης υπάρχει αντιπαράθεση μεταξύ Ερινύων και Απόλλωνα. Ένα από τα κεντρικά θέματα που θίγεται εδώ είναι, το αν η καταγωγή του γένους προσδιορίζεται από τον πατέρα ή την μητέρα. Οι παλιές θεότητες, οι Ερινύες, υποστηρίζουν από τη μητέρα, ενώ οι νέοι θεοί, Απόλλωνας και Αθηνά, από τον πατέρα. Ο Φοίβος θεωρεί νόμιμο γονέα τον πατέρα, γιατί είναι εκείνος που φέρει τον σπόρο. Το ίδιο διατείνεται και η Αθηνά, αφού έχει γεννηθεί από το κεφάλι του Δία, χωρίς μητέρα. Σύμφωνα με τον Ένγκελς, σε αυτό το σημείο της τραγωδίας του Αισχύλου παρουσιάζεται ο απόηχος του αγώνα ανάμεσα στη φθίνουσα μητριαρχία και την ανερχόμενη πατριαρχία.

Δράμα του εγκλήματος και της εκδίκησης, των προαισθημάτων και του εφιάλτη, της κατάργησης κάθε συστήματος, της μάχης για ανάληψη της εξουσίας, η «Ορέστεια» επικεντρώνεται, στο τελευταίο μέρος της τριλογίας της, στη διαμάχη μεταξύ παλιών και νέων θεοτήτων μπροστά στους Αθηναίους δικαστές του Αρείου Πάγου.

Στο τέλος της Δίκης, που ο Ορέστης έχει αθωωθεί, οι Ερινύες μεταμορφώνονται σε Ευμενίδες (Σεμνές), αφού πρώτα δεχτούν την πρόταση της Αθηνάς να μείνουν και να δέχονται τα πρόσφορα εκ μέρους των πολιτών. «Υψώστε τώρα τις κραυγές σας σε τραγούδι… Υψώστε τώρα τις κραυγές σας σε τραγούδι».

Η παράσταση

Με αυτά τα λόγια ολοκληρώνει η Στεφανία Γουλιώτη την άρτια τεχνικά και υποκριτικά solo performance της και αποδεικνύει ξανά το μεγάλο της ταλέντο. Έλεγχος της φωνής και διαφοροποίησή της κάθε φορά ανάλογα με τον ρόλο, υποδειγματική άρθρωση, άψογη φυσική κατάσταση (ν’ αναφέρω ότι στη διάρκεια της παράστασης δεν μένει μόνο στατική, αλλά ανεβαίνει τους λοφίσκους που πλαισιώνουν το Στάδιο, τρέχοντας). Από τη δική μου τουλάχιστον οπτική η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη είναι εξαιρετική, απόλυτα συμβατή με κάθε είδους κοινό και ως εκ τούτου η πλέον λειτουργική στο να μεταφέρει τα νοήματα των λόγων. Η συμβολή του Δημήτρη Καμαρωτού είναι καταλυτική στη δημιουργία μιας απόκοσμης – εφιαλτικής ατμόσφαιρας, καθώς με τους ήχους που δημιουργεί μέσω του μουσικού οργάνου και οι οποίοι μεταδίδονται μέσω των ηχείων υπογραμμίζει παράλληλα την εναλλαγή των ρόλων, που υποδύεται η Στεφανία Γουλιώτη.

Οι «Ευμενίδες» της, που πρωτοπαρουσιάστηκαν το 2015 στον κλειστό χώρο της Πειραιώς 260, στα πλαίσια πάλι του Φεστιβάλ Αθηνών, είχαν ήδη κερδίσει τις εντυπώσεις. Αρωγός της εκεί ο video-artist Dorijan Kolundžija με τα τρισδιάστατα προσωπεία, που εμφάνιζε στο πρόσωπό της. Αρωγός της τώρα, το τοπίο του Αρχαίου Σταδίου της Επιδαύρου. Κι εμείς οι θεατές, που συμμετέχουμε στο δρώμενο χωρίς να οδηγούμαστε απευθείας στα εδώλια, αλλά με ημικυκλική τροχιά να μπαίνουμε στον χώρο του Σταδίου για να πάρουμε θέση ως άλλοι Αθηναίοι πολίτες, έτοιμοι να παρακολουθήσουν τη Δίκη του Αρείου Πάγου. Πώς να μην νιώσω ένα δέος και μια ευγνωμοσύνη που έγινα συμμέτοχος αυτής της ιδιαίτερης παράστασης;

Αναδημοσίευση από το www.fermouart.gr

Video:

https://www.facebook.com/100008300522769/videos/2225611947725468/?id=100008300522769

Σχόλια

X