Τα συγκροτήματα που έχουν χαράξει το όνομα τους για πάντα στην ιστορία της ροκ, και κατ’ επέκταση, όλου του φάσματος της μουσικής, σίγουρα είχαν για μεγάλο ατού την «ανομοιομορφία» τους. Από τους Beatles, που ήταν και οι τέσσερις όμοιοι εμφανισιακά αλλά τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες, έως τους Metallica, όπου ο καθένας ξεχωριστά δίνει το δικό του στίγμα στο συγκρότημα, ακόμα και έως τους Doors, που είχαν μπροστά την ηγετική μορφή του Morrisson αλλά όλοι έδιναν κάτι από τον εαυτό τους στην μπάντα. Από αυτήν την ξεχωριστή λίστα δεν γινόταν να λείπουν και οι AC/DC. Κι αν ο Brian Johnson -όπως στις αρχές ο Bon Scott– δίνουν την «αλητεία» τους, ο Angus Young έδινε, και δίνει, το εκρηκτικό και rock n’ roll attitude, ο Malcolm Young, έδινε κάτι διαφορετικό.

Ο Malcolm υπήρξε η άγκυρα του συγκροτήματος, η στέρεα βάση πάνω στην οποία πατούσε το συγκρότημα τόσο στο δημιουργικό κομμάτι, όσο και στη συνολική παρουσία του, προσθέτοντας τα απαραίτητα κομμάτια του παζλ έως το τελικό, έξαλλο και τέλειο αποτέλεσμα. Το 2014, ουσιαστικά, ήταν που ξεκίνησε για τους AC/DC η αντίστροφή μέτρηση -τουλάχιστον όπως τους ξέραμε. Όταν ο Malcolm ξεκίνησε τη μάχη του με την άνοια. Ακολούθησαν βέβαια τα νομικά προβλήματα του Phil Rudd, τα οποία έφεραν το reunion με τον Chris Slade, αλλά και τα προβλήματα υγείας του Brian Johnson, τα οποία οδήγησαν στην πρόσληψη του Axl Rose ως τραγουδιστή. Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν μπορεί να πει ότι οι αλλαγές αυτές αλλοίωσαν τον χαρακτήρα του συγκροτήματος, κανείς δεν μπορεί καν να πει ότι η ταυτότητα των AC/DC άλλαξε όταν βρέθηκε ο Brian Johson στη δύσκολη θέση να καλύψει το κενό του Bon Scott.

Όλα όμως άλλαξαν όταν ο Angus δεν έβλεπε πια τον αδελφό του στη σκηνή, με το στωικό του ύφος να δίνει το σύνθημα. Γιατί, μπορεί να μην είχε τον εκρηκτικό χαρακτήρα του Angus που σε κάθε συναυλία γράφει χιλιόμετρα, αλλά, ο Malcolm ήταν η αρχή και το τέλος, η κινητήρια δύναμη στην καλοκουρδισμένη μηχανή των AC/DC. Έτσι ήταν πάντοτε, από το 1973 όταν μαζί, ο ένας 20 χρονών και ο έτερος 18, αποφάσισαν να σχηματίσουν ένα συγκρότημα. Ο Angus ήταν η ενέργεια και ο Malcolm η ισορροπία.

Οι δυο τους, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό και μέντορα τους, George, την αδελφή τους Margaret και τους γονείς τους άφησαν το 1963 την πατρίδα τους, Σκοτία, για το Σίδνεϊ της Αυστραλίας. Πίσω έμειναν οι Alex και Stephen, τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια τους. Όταν ο George με τους Easybeats το 1967 σκαρφάλωσε στην 1η θέση των αυστραλιανών τσαρτς και την 16η των αμερικανικών με το θρυλικό Friday on my Mind, κάτι ξύπνησε μέσα στον Malcolm που του ‘λεγε να ασχοληθεί με τη μουσική, και να ασχοληθεί σοβαρά.

Έτσι, δημιούργησε με βάση το Νιούκασλ της Αυστραλίας, τους Velvet Underground (όχι τους γνωστούς Νεοϋρκέζους των 60s), παίζοντας κυρίως διασκευές σε T-Rex και Rolling Stones. Την ίδια στιγμή, στη μέση της εφηβείας του ακόμη, ο Angus έπαιζε με μια δική του μπάντα, τους Kentuckee. Το 1973, όταν αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, ο Malcolm ήταν 20 κι ο Angus 18, κι αφού προηγήθηκε η συμμετοχή τους στο ομιχλώδες Marcus Hook Roll Band Tales of Old Granddaddy, ήρθε η γέννηση των AC/DC. Το όνομα τους φυσικά προερχόμενο από το εναλλασσόμενο και συνεχές ρεύμα (Alternating Current/Direct Current), έμπνευση της αδελφής τους, δεν ήταν ούτε σύνθημα σατανισμού όπως οι θρησκόληπτοι υποστήριζαν (AntiChrist/DeadChrist) ούτε… αποκάλυψη ομοφυλοφιλίας όπως ένας ταξιτζής τους είχε ρωτήσει, καθώς ο όρος AC/DC χρησιμοποιείται σε κάποιες χώρες για την αμφισεξουαλικότητα. Το 1974 βγήκαν για πρώτη φορά στο δρόμο, σε εθνικό επίπεδο, με τον Ουαλό τραγουδιστή, συνομήλικο του Malcolm, Dave Evans.

Λίγους μήνες μετά, και έχοντας απομακρύνει τον Evans λόγω του γεγονότος πως χρησιμοποιούσε πολύ μέικ απ και φορούσε φανταχτερά ρούχα, το συγκρότημα απαρτιζόταν από τους Bon Scott, Angus και Malcolm Young, Phil Rudd και Mark Evans, και ήδη ήταν γνωστό για τη στάση τους, την ευθύτητα, το rock n’ roll attitude και την απουσία του φανταχτερού χαρακτήρα των σταρ, ενώ είχαν βέβαια υπογράψει και το πρώτο τους συμβόλαιο, με την Albert Productions του αδελφού τους, George, και του Harry Vanda, πρώην μέλος των Easybeats και αυτός.

Μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτο High Voltage, αλλά και του T.N.T., το 1975, που κυκλοφόρησαν μόνο στην Αυστραλία (στο οποίο βέβαια δεν έπαιζε ο Phil Rudd, αλλά τρεις διαφορετικοί ντράμμερ, ενώ στο μπάσο ήταν ο George Young), το συγκρότημα αποφάσισε πως η Αυστραλία δεν του ταίριαζε και πολύ. Όπως έλεγε ο Malcolm, «Ήμασταν σκάνδαλο στην Αυστραλία. Αγαπούν τα σκάνδαλα εκεί. Οι μαμάδες τραβούσαν τα παιδιά τους μακριά από εμάς στους δρόμους: ‘Ω κοίτα, είναι αυτοί’!». Έτσι, το 1976 πήραν την απόφαση που άλλαξε τη ζωή και την καριέρα τους, επιστρέφοντας στο Μεγάλο Νησί.

Πρώτη τους δουλειά εκεί, η κυκλοφορία ενός δίσκου που περιελάμβανε τα καλύτερα θα μπορούσε κανείς να πει των δυο προηγούμενων κυκλοφοριών, με το High Voltage του 1976 να αποτελεί την πρώτη παγκόσμια κυκλοφορία των AC/DC. Όλα τα τραγούδια έφεραν την υπογραφή των αδελφών Young και του Bon Scott, εκτός από το Can I Sit Next to You Girl, στο γράψιμο του οποίο δεν συμμετείχε ο Scott.

Μεταξύ 1976 και 1980 οι AC/DC ακολούθησαν ένα ιδιαίτερα βαρύ πρόγραμμα ηχογραφήσεων και περιοδειών εντός και εκτός Ηνωμένου Βασιλείου. High Voltage, Dirty Deeds Done Dirt Cheap, Let There Be Rock, Powerage και Highway to Hell, με αυξανόμενη εμπορική επιτυχία (όλα έγιναν τουλάχιστον μία φορά πλατινένια στις ΗΠΑ, στη Μ. Βρετανία όμως μόνο το Highway to Hell κατάφερε να γίνει χρυσό).

Κανείς δεν ξέρει πολλά για τη σχέση του Malcolm με τη σύζυγο του, Linda, καθώς κρατούσαν την κοινή τους ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, σύμφωνα με πηγές όμως θεωρείται ότι παντρεύτηκαν το 1979. Λίγο καιρό μετά, ήρθε η πρώτη μεγάλη αλλαγή στις ζωές των AC/DC ως συγκρότημα: 19 Φεβρουαρίου 1980 ο Bon Scott λιποθυμά έξω από το κλαμπ Music Machine στο Λονδίνο, με τον φίλο του Alistair Kinnear να τον αφήνει να κοιμηθεί μέσα στο αυτοκίνητο του στην οδό 67 Overhill Road του ανατολικού Ντάλγουιτς. Το επόμενο απόγευμα, τον βρήκε νεκρό. Τις προηγούμενες ημέρες είχαν μόλις ξεκινήσει τις ηχογραφήσεις του επόμενου άλμπουμ τους.

Με ένα μισοξεκινημένο άλμπουμ και πιστεύοντας πως το ταξίδι των AC/DC δεν πρέπει να τελειώσει, ξεκίνησε η αναζήτηση νέου τραγουδιστή. Εξάλλου, πίστευαν ότι αυτό θα ήθελε και ο Bon Scott, σε αυτόν το δρόμο τους παρότρυνε και η οικογένεια του. Έτσι, το συγκρότημα ένωσε τη μοίρα του με εκείνη του Brian Johnson, κυκλοφορώντας το πιο επιτυχημένο άλμπουμ του, Back in Black, το οποίο έφτασε στο νο.1 σε Αυστραλία, Μ. Βρετανία, Καναδά, Γαλλία, ενώ στις ΗΠΑ έγινε 22 φορές πλατινένιο.

Για το υπόλοιπο της δεκαετίας το συγκρότημα συνέχισε να ηχογραφεί και να δίνει συναυλίες, εξάλλου αυτό ήταν και το μεγάλο ατού τους. Μπορεί να ήταν η εκρηκτική περσόνα του Angus που έκανε τους AC/DC ένα αξιοσημείωτο «θέαμα», αλλά σε ό,τι αφορά τον ήχο, ήταν ο Malcolm εκείνος που με την επιβλητική του παρουσία αποτελούσε τον εγκέφαλο της μπάντας, καθώς στεκόταν στωικά στη σκηνή την ίδια στιγμή που έβγαζε με την κιθάρα του τα πιο εμβληματικά riffs της rock n’ roll. Σύμφωνα με τον ίδιο όμως, «δεν νομίζω πως κανείς μπάσταρδος ξέρει ποιος είμαι, οπότε ποτέ δεν έχω πρόβλημα με τον κόσμο κατεβαίνοντας από τη σκηνή». Αυτό είναι εν μέρει πραγματικότητα, αν σκεφτεί κανείς πως το 1988 τη θέση του είχε πάρει ο ανιψιός του, Stevie Young, με μεγάλο μέρος του κοινού να μην αντιλαμβάνεται την αλλαγή, λόγω και της εκπληκτικής ομοιότητας των δυο τους.

Ο λόγος της απουσίας του Malcolm ήταν πως εκείνη την περίοδο έδινε μάχη με τον αλκοολισμό, βλέποντας πως ο μακροχρόνιος εθισμός του έβγαινε εκτός ελέγχου, και έχοντας κατά νου το παράδειγμα του Bon Scott, το οποίο τον αφύπνισε. Αντιμετώπισε το πρόβλημα με σθένος και αποφασισμένος να το νικήσει, και το κατάφερε μια για πάντα. Η επίσημη αιτία, όμως, ήταν πως ήθελε να είναι κοντά στον άρρωστο γιο του, το οποίο περιείχε μια δόση αλήθειας, αλλά στην πραγματικότητα προσπαθούσε να απεξαρτηθεί. Το κατάφερε και σύντομα επέστρεψε, και μαζί του επέστρεψε και ο χαρακτήρας των AC/DC.

Με την επιστροφή του, οι AC/DC συνέχισαν από εκεί όπου είχαν μείνει, κυκλοφορώντας ένα ακόμα υπερεπιτυχημένο άλμπουμ, το The Razor’s Edge, και ακολουθώντας την… ρουτίνα κυκλοφορία – περιοδεία μέχρι και το τέλος των 90s. Βέβαια, πλέον διαφαινόταν ότι κάτι είχε αλλάξει, με λιγότερο πυκνές κυκλοφορίες. Την δεκαετία του ’90 κυκλοφόρησαν μόλις τρία άλμπουμ, μαζί με το Razor’s Edge, τα Ballbreaker και Stiff Upper Lip, ενώ για την επόμενη κυκλοφορία το κοινό έπρεπε να περιμένει οκτώ ολόκληρα χρόνια.

Τον Οκτώβριο του 2008 οι AC/DC επανέρχονται προκαλώντας σεισμό, με το Black Ice το οποίο έφτασε στο νο.1 των τσαρτς και έγινε πολλές φορές πλατινένιο σε όλη την υφήλιο, κυριολεκτικά. Στα πλαίσια της προώθησης του μάλιστα, είχε γίνει και η μεγαλειώδης συναυλία τους το 2009 στο ΟΑΚΑ, ενώ το 2012, με την κυκλοφορία του ζωντανά ηχογραφημένου Live at River Plate θύμισαν σε όλους αυτό που πραγματικά ήταν, είναι και θα είναι: Το κορυφαίο live συγκρότημα στην ιστορία της μουσικής.

16 Απρίλη 2014, ήλθε η ανακοίνωση που κανείς δεν περίμενε και κανείς δεν πίστευε ότι θα διαβάσει: Ο Malcolm Young αποσύρεται, αυτή τη φορά οριστικά. Έπειτα από 40 χρόνια, οι AC/DC χάνουν τον «μαέστρο» τους, ο οποίος υποφέρει από εγκεφαλικό επεισόδιο που του προκαλεί και άνοια. Ο Stevie Young αναλαμβάνει και πάλι το ρόλο του στο πλευρό του θείου του, Angus, αλλά πλέον τίποτα δεν ήταν ίδιο. Όλοι, και κυρίως τα ίδια τα μέλη του συγκροτήματος, γνώριζαν πως πλέον έλειπε το «μυαλό» της μπάντας, ο άνθρωπος που κρατούσε τα πάντα σε ισορροπία, εκείνος που, την ίδια στιγμή που ο εκρηκτικός Angus έγραφε χιλιόμετρα στη σκηνή, φρόντιζε η μουσική να ακούγεται πιο δυνατά, και πιο δυνατά, και πιο δυνατά. «Οι άνθρωποι μπορούν να πάνε να ακούσουν REM αν θέλουν βαθυστόχαστους στίχους», είχε πει, «αλλά στο τέλος της βραδιάς, θέλουν να πάνε στο σπίτι και να γαμήσουν! Εκεί είναι που έρχονται οι AC/DC«. Εκεί είναι που ερχόταν και αυτός, δίνοντας το σύνθημα και το ρυθμό στο μεγαλείο που παρουσίαζαν οι AC/DC, τόσο στουντιακά, όσο και στις συναυλίες τους. Το σόου δεν ήταν ίδιο χωρίς αυτόν.

Υποστήριζε το rock n’ roll attitude, ζούσε με αυτό, αλλά όταν έσβηναν τα φώτα, φρόντιζε την οικογένεια του, προσέχοντας παράλληλα να μη «λερώσει» τη ζωή τους, μην αφήνοντας τη δημοσιότητα να εισβάλλει στο σπίτι του. Παντρεμένος από τα τέλη, μάλλον, των 70s με τη Linda Young, απέκτησαν δυο παιδιά, την Cara και τον Ross. Η οικογένεια του, όπως και τα αδέλφια του, ήταν δίπλα του σε όλη την περιπέτεια της υγείας του από το 2014 έως σήμερα, ενώ οι AC/DC συνέχισαν να γράφουν μουσική και να δίνουν συναυλίες με τις ευλογίες και την παρότρυνση του.

18 Νοέμβρη, καταβεβλημένος από την άνοια και τα προβλήματα υγείας, ο Malcolm Young αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 64 ετών. Το παίξιμο του, επηρεασμένο από τους rock n’ roll και μπλουζ κιθαρίστες των 50s και 60s, ενέπνευσε μια ολόκληρη σχολή, η οποία περιλαμβάνει κιθαρίστες από τον James Hetfield και τον Dave Mustaine, έως τον Izzy Strandlin. Ο «αρχηγός» των AC/DC σιώπησε, αλλά η κληρονομιά του θα μείνει για πάντα. Malcolm Young, we salute you.

Σχόλια

X