Του Αντώνη Τσιρικούδη

Ο Γιοργκ (Γιώργο θα τον λέω από δω και πέρα, αφού έτσι μου συστήθηκε μετά την ανεπιτυχή μου απόπειρα να προφέρω το όνομά του) ήταν από τη Γερμανία κι η γυναίκα του, η Στέφανι, από την Ελβετία. Ο Γιώργος είχε έρθει πολλές φορές στο νησί, μικρός. Για τη Στέφανι ήταν η πρώτη φορά. Είχαν ανακαλύψει το Residency στο ίντερνετ και σκέφτηκαν να μεταφέρουν το πρότζεκτ τους εδώ. Τους εντυπωσίασε η τοποθεσία της πρώην ταβέρνας που είχε μετατραπεί σε χώρο για καλλιτέχνες. «Μα τόσο κοντά στο νερό…» είχαν αναρωτηθεί κι οι δυο, όταν μπήκαν στο Google Maps. «Μόνο στην Ελλάδα…» μπορεί και να σκέφτηκαν.

Οκτώβρη ήρθαν. Στο Βερολίνο η θερμοκρασία να μην ξεπερνά τους δώδεκα βαθμούς κι εδώ να σκεπάζονται με ένα σεντόνι. Το πρωί που ξυπνούσαν, πριν ακόμη βάλλουν τον καφέ στο μάτι, έκαναν μια βουτιά και ξάπλωναν στην άμμο με το βλέμμα στραμμένο στη θάλασσα, να ακούνε τα κύματα που έσκαγαν στην ακτή. Αυτό τους ηρεμούσε.

«Τον ίδιο ήχο ακούνε κι οι πρόσφυγες, όταν φτάνουν» μου είπε στην ταβέρνα που τον γνώρισα. Τους είχαν βγάλει οι φίλοι που έτρεχαν το Residency με αφορμή κάποια εκδήλωση για τους πρόσφυγες. Στη συνέχεια ήρθαν και μας βρήκαν στην ταβέρνα και τα πίναμε μέχρι το πρωί με συνοδεία τη μαγευτική φωνή της Τουρκάλας, που κι αυτή για την εκδήλωση την έφεραν.

«Ίσως κι οι πρόσφυγες να νιώθουν το ίδιο» πρόσθεσε. «Δεν αισθάνομαι Γερμανός, όταν είμαι εδώ».

Εγώ του είπα για τον πρώτο καιρό στο νησί, όταν είχαμε ακόμη την ψευδαίσθηση ότι θα καταφέρναμε να το δούμε ολόκληρο σε ένα καλοκαίρι. Όταν μπαίναμε στο αυτοκίνητο με τον χάρτη ανοιχτό και… «Κάνατε τρεις ώρες για να διανύσετε πενήντα χιλιόμετρα» συμπλήρωσε.

Την επόμενη Παρασκευή έγιναν τα εγκαίνια. Η πολιτική στο Residency είναι να παρουσιάζουν τη δουλειά τους οι φιλοξενούμενοι, πριν φύγουν. Να ακούσουμε κι εμείς οι ντόπιοι κάτι καινούριο…

«Στο Βερολίνο τη θάλασσα δεν τη βλέπουν» άρχισε ο Γιώργος. «Ούτε στις Βρυξέλλες. Το πρότζεκτ θα το πάμε κι εκεί. Έχουμε ήδη κλείσει τις ημερομηνίες. Θα ακολουθήσει το Παρίσι και το Λονδίνο».

Όλοι τον χειροκροτήσαμε κατενθουσιασμένοι. Και τη Στέφανι τη χειροκροτήσαμε, κι ας μην άνοιξε το στόμα της να πει μια λέξη. Μαζί το δούλεψαν το πρότζεκτ, ξεκαθάρισε ο Γιώργος και το χειροκρότημα έγινε ακόμη πιο εκκωφαντικό.

Πέντε χρόνια στο νησί το μάθημά μου το έμαθα. Τον χάρτη ακόμη τον παίρνω μαζί, κάθε φορά που μπαίνουμε στο αυτοκίνητο κι αφήνουμε πίσω μας την πόλη, για να ανακαλύψουμε μια απομακρυσμένη, άγνωστη παραλία. Μόνο που τώρα μας δίνω το περιθώριο μιας, δυο ωρών κι όταν φτάνουμε έχω πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι μπορεί να αντικρίσουμε και κάτι άλλο πέρα από τα καταγάλανα νερά, τα αρμυρίκια και τα βράχια. Είναι που ο τόπος μας γειτονεύει με τη θάλασσα. Και να θέλεις, είναι δύσκολο να την αποφύγεις.

Τώρα που το σκέφτομαι θα ήθελα πολύ να μάθω πως πήγε η έκθεση στο Βερολίνο και τις Βρυξέλλες. Να θυμηθώ να τον ρωτήσω κι αν κράτησε την ελληνική εκδοχή του ονόματος του. Αυτό θα μπορούσε να το κάνει. Σε αντίθεση με τη Στέφανι που το θεωρώ απίθανο να γίνει εξωστρεφής, όπως απίθανο θεωρώ να καταφέρουν κάποια στιγμή να δουν τη θάλασσα από το Βερολίνο, τις Βρυξέλλες, το Λονδίνο και το Παρίσι.

 

Σχόλια

X