Ο ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ μελέτησε όσο κανείς ίσως το φαινόμενο του εθνικισμού. Εδώ, η απάντηση του μεγάλου μαρξιστή ιστορικού σε ερώτηση σε συνέντευξη που δημοσιεύθηκε στο επετειακό τεύχος, αρ. 61 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2010) του «New Left Review».

Ο εθνικισμός ήταν σαφώς μία από τις σημαντικότερες κινητήριες πολιτικές δυνάμεις κατά τον 19ο και το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα. Πώς βλέπετε εσείς την σημερινή κατάσταση;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ιστορικά ο εθνικισμός ήταν, σε μεγάλο βαθμό, κομμάτι της διαδικασίας σχηματισμού των σύγχρονων κρατών, η οποία απαιτούσε ένα διαφορετικό είδος νομιμοποίησης από την παραδοσιακό θεοκρατικό ή δυναστικό κράτος. Η πρωταρχική ιδέα του εθνικισμού ήταν η δημιουργία μεγαλύτερων κρατών και μου φαίνεται ότι αυτή ενοποιητική και επεκτατική λειτουργία ήταν πολύ σημαντική. Κλασική περίπτωση είναι η Γαλλική Επανάσταση, κατά την οποία οι άνθρωποι το 1790 φαίνεται ότι έλεγαν «Δεν είμαστε πια Dauphinois ή Νότιοι, είμαστε όλοι Γάλλοι». Σε ύστερο στάδιο, από τα 1870 και μετά, υπήρξαν κινήματα ομάδων μέσα σε αυτά τα κράτη που ζητούσαν ανεξαρτησία. Αυτό βέβαια δημιούργησε μία Ουιλσονιακή τάση αυτοδιάθεσης – παρόλο που, ευτυχώς, στα 1918-1919 περιοριζόταν ως ένα σημείο από κάτι που έχει από τότε εκλείψει, δηλαδή την προστασία των μειονοτήτων. Ήταν αναγνωρισμένο, αν και όχι από τους ίδιους τους εθνικιστές, ότι κανένα από αυτά τα νέα έθνη-κράτη ήταν στην πραγματικότητα εθνοτικά και γλωσσικά ομοιογενή. Αλλά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αδυναμίες των υπαρχόντων διακανονισμών αντιμετωπίστηκαν, όχι μόνο από τους Κόκκινους αλλά από όλους, με την προμελετημένη επιβεβλημένη δημιουργία ομοιογένειας. Αυτό προκάλεσε απίστευτο πόνο και σκληρότητα, και μακροπρόθεσμα, ούτε καν λειτούργησε. Ωστόσο, μέχρι τότε ο αποσχιστικός τύπος εθνικισμού λειτουργούσε καλά. Ενισχύθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο από την απο- αποικιοποίηση, η οποία από την φύση της δημιούργησε περισσότερα κράτη. Τονώθηκε δε περαιτέρω στα τέλη του αιώνα από την κατάρρευση της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, η οποία επίσης δημιούργησε νέα μίνι-χωριστά κράτη, συμπεριλαμβανομένων και πολλών, όπως στις αποικίες, τα οποία στην πραγματικότητα δεν το επιθυμούσαν και στα οποία επιβλήθηκε η ανεξαρτησία από την δύναμη της ιστορίας.

Δεν μπορώ παρά να πω ότι η λειτουργία μικρών αυτονομιστικών κρατών, τα οποία έχουν πολλαπλασιαστεί από το 1945, έχει αλλάξει. Καταρχάς έχουν αναγνωριστεί ως κράτη. Πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα μινι-κράτη όπως η Ανδόρα, το Λουξεμβούργο και όλα τα άλλα, δεν θεωρούνταν καν κομμάτια του διεθνούς συστήματος, εκτός από τους συλλέκτες γραμματοσήμων. Η ιδέα ότι όλα, ακόμα και το Βατικανό, μπορούν τώρα να θεωρούνται κράτη, και πιθανά μέλη των Ηνωμένων Εθνών, είναι κάτι καινούριο. Είναι επίσης αρκετά ξεκάθαρο ότι, με όρους εξουσίας, αυτά τα κράτη δεν είναι ικανά να διαδραματίσουν τον ρόλο των παραδοσιακών κρατών – δεν έχουν την δυνατότητα να κάνουν πόλεμο εναντίον άλλων κρατών. Έχουν γίνει στην καλύτερη περίπτωση φορολογικοί παράδεισοι. Η Ισλανδία είναι καλό παράδειγμα και η Σκωτία δεν είναι και πολύ πίσω.

Η ιστορική λειτουργία της δημιουργίας του έθνους-κράτους δεν αποτελεί πια την βάση του εθνικισμού. Δεν αποτελεί, όπως παλιά, πειστικό σλόγκαν. Μπορεί κάποτε να ήταν αποτελεσματικό μέσο δημιουργίας κοινοτήτων και οργάνωσης τους απέναντι σε άλλες πολιτικές και οικονομικές μονάδες. Αλλά σήμερα, το ξενοφοβικό στοιχείο στον εθνικισμό είναι όλο και πιο σημαντικό. Με τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής υπήρχαν όλο και περισσότερες δυνατότητες για κάτι τέτοιο. Οι αιτίες της ξενοφοβίας είναι σημαντικότερες από ό,τι παλαιότερα. Είναι περισσότερο πολιτιστικό παρά πολιτικό – κοιτάξτε την άνοδο του Αγγλικού ή Σκωτσέζικου εθνικισμού τα τελευταία χρόνια – αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνο λόγω αυτού.

Σχόλια

X