Ήταν μονόχνοτος με το που μπήκε ο χρόνος. Δε βγήκε, δεν πήγε σε κανένα πάρτυ ούτε την ήπιε με φίλους σε κανένα σπίτι. Δεν πίστευε εξάλλου στο γεγονός ότι αν συμπληρωθούν οι 365 μέρες ενός χρόνου, πάμε σε έναν καινούργιο. Ότι απαραίτητα κάτι αλλάζει.

Τίποτα δεν αλλάζει. Δεν υπάρχει αλλαγή αυτή καθ’ αυτή. Η ζωή είναι συγκεκριμένη, αν είναι να κάτσει κάτι καλό απλά θα κάτσει. Κανείς δε μπορεί να επηρεάσει τη ροή των πραγμάτων από τη στιγμή που υπάρχει μία φυσική αιτιοκρατία. Έλεγε όσο μασούσε το τοστ με την τυροκαυτευρή να ρέει.

«Δηλαδή δεν πρόκειται να διεκδικήσεις ποτέ την ευτυχία σου;», τον ρωτούσα.

«Δεν υπάρχει ευτυχία και αν υπήρχε δε θα ήταν προς διεκδίκηση», απαντά απότομα.

Υπό άλλες συνθήκες, αν ο K. δεν ήταν φίλος μου, μπορεί και να με είχε ρίξει το μυστήριο και η γοητεία του να μην πιστεύεις σε τίποτα απολύτως. Να μην περιμένεις τίποτα. Να σε παρασύρει το τυχαίο μέρα νύχτα. Να λες πως δε σε νοιάζει, υπάρχεις δεν υπάρχεις. Να λες πως είσαι επίπεδη γραμμή. Πως είσαι άνιωθος. Πως όλα τα ελέγχεις σε ένα βαθμό που δε σε επηρεάζουν.

Αυτός ήταν ο Κ. και αυτές ήταν οι φράσεις που έμεναν στο μυαλό μου όποτε τον έβλεπα κάθε τόσο. Όταν λοιπόν έσκασε κάπου το Νοέμβρη κάτω από το σπίτι μου για να μιλήσουμε, κάπου κατάλαβα ότι η επίπεδη γραμμή άρχισε να κάνει διακυμάνσεις. Ήταν σχεδόν βουρκωμένος πριν καν αρχίσει να μιλάει. Μου είπε απλά ότι νιώθει χαμένος, ότι αγάπησε μία κοπέλα και εκείνη τον έγραψε και ότι αυτό δεν είναι απλά μία σχέση αλλά μία έννοια ζωής.

«Ποιας ζωής;», βιάστηκα να ειρωνευτώ. «Ζωή δεν είναι ένα άτομο που γνώρισες, αλλά η δυνατότητα να γνωρίσεις άλλα τόσα», συνέχιζα με σχετική ηρεμία.

«Όχι», φώναζε και με κοίταζε επίμονα σα να με μισούσε που δεν καταλάβαινα τίποτα. Σα να ήμουν ένα κουνούπι που ήθελε να με πιάσει και να με συνθλίψει στον τοίχο άλλα ξέφευγα.

«Τί όχι; Αφού δε νιώθεις. Αφού τα πράγματα δεν αλλάζουν, αφού η ζωή παραμένει η ίδια μέρα νύχτα, αφού νέος χρόνος για ‘σένα δεν υπάρχει», συνέχιζα.

«Δεν υπάρχει γιατί, απλά ποτέ δεν έμαθα να γιορτάζω. Γιατί κάθε μέρα ήταν η ίδια, τρώγαμε μαζί στο μικρό τραπέζι ένα φαΐ σχεδόν άνοστο και κοιταζόμασταν όταν το τελειώναμε. Ήταν σα να θέλαμε όλοι κάτι να πούμε αλλά να μη το επέτρεπε ένας απαράμιλλος νόμος της σιωπής. Κοιτούσαμε την τηλεόραση και αν έδινε το ok το «Στην υγειά μας ρε παιδιά», σηκωνόμασταν μαζί με τον ήχο των βεγγαλικών και φιλιόμασταν σταυρωτά, λέγοντας «Καλή χρονιά». Κόβαμε τη βασιλόπιτα από το φούρνο με τη γνωστή ιεραρχία, ανοίγαμε τα δώρα, λέγαμε «Ευχαριστώ πολύ» και πηγαίναμε για ύπνο.

Ήταν ο ίδιος ψυχαναγκασμός με το να βγαίνεις τα Σάββατα και να γιορτάζεις τον Άγιο Βαλεντίνο. Και αυτό το πράγμα με άφηνε αδιάφορο. Δε μπορούσα να νιώσω ευτυχισμένος επειδή έπρεπε να νιώσω ευτυχισμένος. Και αντί να το μισήσω όλο αυτό, απλά αποφάσισα να μην το αφήσω να με υποτάξει.

Μέχρι που γνώρισα το άτομο που μου απέδειξε πως ευτυχία δεν είναι μόνο ο ψυχαναγκασμός. Μέχρι που κατάλαβα πως είναι καλύτερο να βγαίνεις τις καθημερινές, να γιορτάζεις τον έρωτα κάθε καλοκαίρι και το νέο χρόνο κάθε φορά που ξεπερνάς ένα εμπόδιο.»

Σχόλια

X