Ο Γιώργος Κέντρος συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο αγαπημένων μου Ελλήνων ηθοποιών. Όσες φορές τον έχω δει, κυρίως στο θέατρο ή στη μεγάλη οθόνη, ουδέποτε με έχει απογοητεύσει υποκριτικά. Αναφέρομαι λοιπόν στο  μεγάλο ταλέντο του, τολμώντας ίσως να του αποδώσω και μια επιπλέον ιδιαίτερη ιδιότητα, αυτή του εξαιρετικού «Ηθοποιού λόγου», μολονότι όλα αυτά μπορεί να μη συνάδουν με την πίστη του Γιώργου Κέντρου για την πρωταρχική σημασία του συνόλου έναντι της μονάδας.

Το να κάνω επομένως μια συνέντευξη μαζί του και μάλιστα από κοντά, ήταν πολύ μεγάλη χαρά για μένα. Και ακόμα μεγαλύτερη, καθώς, ενώ πίναμε τον καφέ μας στο Κολωνάκι, ξεδιπλώθηκε μπροστά μου ένας χείμαρρος ορμητικός, που δεν μασάει τα λόγια του, ένα πνεύμα ελεύθερο που θα υποστηρίξει τα θέλω του και την αλήθεια του. Ερωτήσεις υπήρξαν πολλές από πλευράς μου, αλλά νομίζω ότι είναι καλύτερα να σας μεταφέρω μόνο εκείνα τα λόγια, τα τόσο ενδιαφέροντα, που είπε ο ίδιος:

«Τρεις σταθμούς είχα στη ζωή μου όσον αφορά τις καλύτερες συνεργασίες μου στο θέατρο: Ο πρώτος ήταν ο Λεωνίδας Τριβιζάς που με όρισε και με καθόρισε σε πολλά πράγματα. Στη συνέχεια ήταν ο  Λευτέρης Βογιατζής, όπου πια άρχισα να αποκτώ ωριμότητα και βάθος τον τρόπο της δουλειάς μου και ο τρίτος σταθμός ήταν με τη δουλειά που κάναμε στο Θέατρο «Εμπρός» με τον Δημήτρη Καταλειφό, την Ράνια Οικονομίδου και τον Τάσο Μπαντή.»

«Ήμουν είκοσι τριών χρονών, όταν μπήκα στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Το θέατρο ήταν για μένα μέσο θεραπείας. Ήμουν ένα παιδί συνεσταλμένο. Μου μιλούσες και κοκκίνιζα, ντρεπόμουν να μιλήσω. Το θέατρο με βοήθησε απίστευτα με την έκθεση που έχεις αναγκαστικά επί σκηνής και έτσι απόκτησα μια ισορροπία. Στην αρχή υπήρχε μεγάλη πάλη μέσα μου, να το αφήσω ή όχι, γιατί βρέθηκα αντιμέτωπος με αυτό το κομμάτι της συνειδητότητας. Τελείωσα τη Νομική και το γραφείο του θείου μου ήταν έτοιμο για να πάω να δουλέψω, αλλά δούλεψα εκεί μόνο για δύο χρόνια. Μου είπαν τότε για την ερασιτεχνική σκηνή που είχε φτιάξει στο Οφθαλμιατρείο ο Γιάννης Αλεξάκης, που ήταν διευθυντής στην Εθνική και πρώην μαθητής του Καρόλου Κουν. Πηγαίνοντας εκεί και βλέποντάς τους να παίζουν, κάτι κινήθηκε μέσα μου και σκέφτηκα, ότι αυτό θα με βοηθούσε να ξεπεράσω την ντροπαλοσύνη μου. Τελειώνοντας τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου βρέθηκα στη σκηνή του Λεωνίδα Τριβιζά, που είχε το θέατρο «Πορεία», που έχει τώρα ο Δημήτρης Τάρλοου. Ήταν η πρώτη χειμωνιάτικη παράσταση που θα έκανε με το Δημήτρη Χορν. Έξω, περίμενε πολύς κόσμος για audition. Εκείνος ήρθε σε μένα, φορώντας ένα καμηλό παλτό, και μου είπε, περάστε μέσα – μιλήσαμε λίγο και στο τέλος είπε, μου κάνετε. Εγώ, επειδή είμαι απλάκωτος σαν άνθρωπος, του απάντησα, θέλω να με ακούσετε πριν αποφασίσετε, έβαλε τα γέλια και με οδήγησε στη σκηνή. Αφού του έδειξα, τι είχα ετοιμάσει, είπε, τώρα σε θέλω ακόμα περισσότερο δίπλα μου! Ανά δύο μήνες ανέβαινε ένα νέο έργο εκεί και αυτό ήταν μεγάλη τριβή για μένα.»

«Έμεινα εκεί τρία-τέσσερα χρόνια και μετά παρουσιάστηκε η ευκαιρία με τον Λευτέρη Βογιατζή, που έκανε τους «Αγροίκους» στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων και ζητούσε κόσμο. Προσωπικά δεν μου αρέσει να μου διαβάζουν τα θεατρικά έργα, γιατί βαριέμαι και θέλω να τα διαβάζω μόνος μου. Ο Λευτέρης Βογιατζής, που τότε έμενε στη στάση Μακρυγιάννη, άρχισε να μου διαβάζει το έργο κι εγώ κοιμήθηκα. Με άφησε να κοιμάμαι επί δύο ώρες και όταν ξύπνησα μου είπε, ότι δεν πειράζει. Κάπως έτσι μπήκα στην περιπέτεια του Θέατρου Οδού Κυκλάδων, που τότε το είχαν όλοι μαζί, οι Βασίλης Παπαβασιλείου, Λευτέρης Βογιατζής, Δημήτρης Καταλειφός, Σμαράγδα Σμυρναίου, Άννα Κοκκίνου και Ράνια Οικονομίδου. Αυτοί δημιούργησαν την «Σκηνή» της Οδού Κυκλάδων! Έμεινα μαζί τους για εννιά χρόνια. Η μια επιτυχία διαδεχόταν την άλλη. Ήταν Θέατρο Συνόλου, αλλά οι ώρες που κάναμε πρόβες μπορεί να ήταν δεκαοχτώ, ακόμα και είκοσι τρεις! Η παράσταση «Συμφορά από το πολύ μυαλό» του Γκριμπογιέντοφ, το 1985-1986, απασχόλησε τριανταπέντε ηθοποιούς επί σκηνής και τα χρήματα που ξοδεύτηκαν γι’ αυτή την παραγωγή ήταν τριάντα δύο εκατομμύρια δραχμές, όσα δηλαδή είχαμε βγάλει από την περιοδεία των «Αγροίκων» του Γκολντόνι (1983-1985) και «της Σπασμένης Στάμνας» (1982 – το πρώτο έργο που είχαμε κάνει περιοδεία σε όλη την ακριτική Ελλάδα), σε μια εποχή που η Ξένια Καλογεροπούλου είχε αγοράσει τότε το «Θέατρο Πόρτα» τριάντα τρία εκατομμύρια δραχμές. Άλλο έργο που κάναμε ήταν το «Σε φιλώ στη Μούρη» του Γιώργου Διαλεγμένου (1986-1987). Μετά έγινε η διάσπαση, όπου φύγαμε εγώ, ο Τάσος Μπαντής, ο Δημήτρης Καταλειφός, η Ράνια Οικονομίδου και κάναμε το Θέατρο «Εμπρός». Το «Εμπρός» ήταν πρώην τυπογραφείο και ανήκε στην κτηματική εταιρεία του Δημοσίου, για το λόγο αυτό πληρώναμε 230 δραχμές ενοίκιο. Εκεί παίχτηκαν πολλά ενδιαφέροντα έργα και είχαν επιτυχία, επειδή ήταν κοινό το χνώτο μας και ό, τι δουλεύαμε, το δουλεύαμε από ένα πήχυ και πάνω. Στο πρώτο έργο που παίξαμε (1990), «Σωσμένος» του Μποντ, τραγουδούσε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Τα προβλήματα ξεκίνησαν στον έκτο χρόνο κι εγώ, επειδή είχα και μια κόρη, έφυγα από εταίρος πριν την κατάρρευση.»

Το πρόσωπο του Γιώργου Κέντρου φωτίζεται, όταν μιλάει για την κόρη του: «Με πλούσιο βιογραφικό στο πολιτιστικό κομμάτι της Ελλάδας και όχι μόνο (Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, Μπιενάλε), η Κατερίνα μιλάει πέντε γλώσσες  και είναι ένα παιδί που αγωνίζεται και δεν το βάζει κάτω!», μου λέει.

Επιστρέφουμε στην θεατρική πορεία του: «Βγαίνοντας έξω, στο ελεύθερο θέατρο, έπαθα ένα ισχυρό σοκ, γιατί αυτονόητα πράγματα για μένα μέχρι τότε, όπως η ακριβή προσέλευση για πρόβα, διαπίστωσα, ότι για τους άλλους δεν ίσχυαν. Έχω δουλέψει σχεδόν με όλους τους σκηνοθέτες. Πάντα το πρόβλημα μου και τελικά είναι πρόβλημα όλων των ηθοποιών είναι το πώς θα δέσει στη βάση της μια ομάδα για να μπορέσει να παράξει ένα αποτέλεσμα.  Όπως έλεγε ο συγχωρεμένος ο Λευτέρης Βογιατζής, που δεν το καταλάβαινα τότε, το 60% της επιτυχίας μιας παράστασης είναι το casting, δηλαδή η επιλογή των ηθοποιών. Το να βρεις ένα κοινό κώδικα  επικοινωνίας.

Δούλευα ασταμάτητα. Και θα είχα εξασφαλίσει με τόσα ένσημα, που έχω συγκεντρώσει, μια αξιοπρεπή σύνταξη, αλλά με πέτυχε η κρίση και τώρα έχουν μειωθεί κατά πολύ οι συντάξεις. Όσον αφορά το θέμα των προβών, που γενικά δεν πληρώνονται, εγώ συνεχίζω να διεκδικώ την πληρωμή τους και πλέον έχω την ευχέρεια να επιλέξω με ποιον επιχειρηματία θα συνεργαστώ. Πάντως στο χώρο αυτό, όσα χρόνια δουλεύω, ακόμα και τις εποχές που ήταν ανθηρά τα πράγματα, πάντα θα σου έλεγαν: «Είμαστε λίγο στενά

«Το ταλέντο είναι συνάρτηση βασικών ουσιαστικών πραγμάτων, εξαρτάται και από την συνέπεια του ηθοποιού και από τον τρόπο που ο ίδιος αντιμετωπίζει τους συναδέλφους του σε επαγγελματικό επίπεδο. Σε μια επαγγελματική σχέση η επαφή και η επικοινωνία πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Εγώ θα παίξω μαζί σου κι εσύ μαζί μου. Είμαστε σε μια βάρκα και την πάμε όλοι μαζί, αυτό είναι το θέατρο, δεν είναι ένα ατομικό άθλημα. Το μειονέκτημα της Ελληνικής φυλής είναι το Εγώ. Υπάρχει το Εμείς; Όχι. Η γενιά μου, η γενιά του Πολυτεχνείου, και νιώθω ντροπή γι’ αυτό, είμαστε συνυπεύθυνοι για την κατάντια της Ελλάδας.

Βλέπεις όμως και το άλλο σήμερα… Ανθρώπους που θέλουν και δεν θέλουν να κάνουν θέατρο, είναι λίγο comme ci comme ça. Το θέατρο είναι έρωτας! Τον έχεις; Είσαι σαν τον ερωτευμένο; Θες να ασχολείσαι με αυτό συνέχεια, χωρίς να υπολογίζεις ούτε ώρες ούτε τίποτα; Δεν είναι έτσι πια… Και πάλι ο Λευτέρης Βογιατζής έλεγε: «Είναι τσαγκαρική η δουλειά του θεάτρου! Όταν του δώσεις, σου δίνει». Mια κοπέλα που έχω ξεχωρίσει από τους νέους ηθοποιούς είναι η Μαρία Κίτσου, που παίξαμε πέρσι μαζί στο «Πόθοι κάτω από τις Λεύκες» στο Εθνικό Θέατρο. Είναι εξαιρετική παρτενέρ, είναι σκηνικά ευφυής, έχει επαφή, επικοινωνία, τα δίνει όλα και την εκτιμώ απεριόριστα. Τώρα παίζει στη «Λυσσασμένη Γάτα.«

«Απορώ με κάτι βανδαλισμούς που γράφονται, όπως: «Η παράσταση δεν ήταν καλή, αλλά αυτός σώθηκε». Τι πάει να πει ότι εσύ μπορεί να είσαι πολύ καλός και οι άλλοι τίποτα; Δεν υπάρχει αυτό! Είσαι καλός μέσα σε ένα καλό σύνολο που επεξεργάζεται ένα θεατρικό έργο επιτυχώς.»

«Δεν είμαι δάσκαλος. Δίδαξα για λίγο διάστημα. Δεν μπορούσα να κάνω τον «παιδονόμο». Είμαι πολύ ευγενής, αλλά αν προσπαθήσεις να με κοροϊδέψεις, θα γίνω Κεφαλλονίτης στην τρέλα. Τους έβαζα θυμάμαι μια γραπτή εργασία: «Γιατί θέλετε να γίνετε ηθοποιοί;». Κάποιοι δεν την έφερναν, την ξεχνούσαν. Κάποιοι έδιναν κάτι απαντήσεις, δεν τις αναφέρω καν. Θυμάμαι μόνο ένας, ο ηθοποιός ο Νίκος Κουρής, τότε μαθητής στο «Εμπρός», είχε πει: «Δεν ξέρω αν κάνω. Θα φανεί». Μια απάντηση πολύ κανονική!

Είμαι ηθοποιός που γνωρίζει πώς, ο ίδιος, να επεξεργάζομαι ένα κείμενο. Στις σχολές πρέπει να μαθαίνει ο εκκολαπτόμενος ηθοποιός, πώς διαβάζεται ένα έργο. Το κείμενο πρέπει να το διαβάσεις όχι μια φορά, όχι δύο, αλλά όσες χρειαστεί για να αντιληφθείς ό, τι μπορείς από αυτό, όπως βάζεις ένα φύλλο κάτω από το φως και βλέπεις τα νεύρα του ένα-ένα. Δεν παίρνεις ένα μαρκαδόρο, σημειώνεις μόνο τα λόγια που λες και μετά αγνοείς τα πάντα. Μα το τι λες, εξαρτάται από το τι σου λέει ο άλλος! Όλα είναι παρμένα μέσα από τη ζωή. Το σύστημα Στανισλάφσκι ήταν μια παρατήρηση λειτουργίας των ανθρώπων στη ζωή. Γι΄αυτό εκτιμώ τους Ρώσσους απεριόριστα, γιατί δεν παίζουν ρόλους, είναι ο ρόλος. Έτσι όπως μιλάμε τώρα, απλά, παίζουν όλα τα έργα. Όμως έχουν θεατρικές ακαδημίες, έχουν εξαιρετικές σχολές, έχουν το μάθημα του αυτοσχεδιασμού, που είχα την τύχη να το παρακολουθήσω! Είχα πει στον τότε εβδομηνταοχτάοχρονο δάσκαλο, ότι μάλλον πρέπει να εγκαταλείψω την δουλειά που κάνω, γιατί αυτό που είδα να κάνουν δέκα μαθητές, τριτοετείς στη σχολή, μέσα σε ένα λεπτό διορίας που είχαν να συγκεντρωθούν και να αυτοσχεδιάσουν πάνω στο θέμα «ναυαγός» ήταν εκπληκτικό σαν αποτέλεσμα.»

«Πέρασα στις εξετάσεις και του Θεάτρου Τέχνης και του Εθνικού Θεάτρου. Επέλεξα το Εθνικό Θέατρο. Έκανα περίπου οκτώ χρόνια για να μπορέσω να μιλήσω κανονικά στη σκηνή. Μας μάθαιναν να μιλάμε με μια αλλοιωμένη φωνή, με μια φόρμα παλαιού θεάτρου. Σου έλεγαν πώς να σταθείς επί σκηνής, για παράδειγμα ότι πρέπει να στέκεσαι πάντα trois-quarts στη σκηνή, ποτέ direct στο κοινό και μετά να πας λίγο πιο πλάγια, ένιωθες σαν να παρκάρεις… Ο Κάρολος Κουν από την άλλη, ως ευφυής άνθρωπος, είχε βρει έναν τρόπο για να μην κρέμονται οι ηθοποιοί σαν κρεμάστρες στη σκηνή, να έχουν ένα ομοιογενές τρόπο να κινούνται, και το πλάσαρε σαν ύφος.»

«Η επιλογή του να είμαι ηθοποιός ήταν καλή επιλογή για την ζωή μου. Όταν πήρα τα πρώτα μου λεφτά από το θέατρο είπα: «Κάνω κάτι που μου αρέσει και με πληρώνουν κιόλας;». Παρόλο που δεν είχα οικονομικές περγαμηνές, ο πατέρας μου ήταν φούρναρης και μεγάλωνε δυο παιδιά, για μένα ήταν σημαντικό, ότι έκανα αυτό που μου άρεσε, και γι΄αυτό έχω ακόμα τη φλόγα μέσα μου και το θέατρο δεν με κουράζει. Το θέατρο είναι ένα αριστούργημα σαν τέχνη, αλλά δεν είναι τέχνη του ενός. Όλοι αναφέρουν τους ηθοποιούς. Όχι, όλοι έχουν το ρόλο τους για να γίνει μια παράσταση επιτυχής και αυτό συμβαίνει, όταν η ομάδα έχει κοινό κώδικα επικοινωνίας. Μαζί παίζουμε, μαζί οδηγούμαστε προς ένα αποτέλεσμα. Και θα με δεις και θα σε δω και θα αγγιχτούμε εσωτερικά. Μια φρέσκια ματιά ενός συναδέλφου νέου μπορεί να μου είναι χρήσιμη. Εγώ είχα πιάσει τον Ντίνο Ηλιόπουλο μετά από μια παράσταση και τον είχα ρωτήσει πράγματα. Εκείνος απόρησε και μου είπε τότε: «Βεβαίως να σου πω. Με εκπλήσεις όμως που με ρωτάς! Πενήντα χρόνια κάνω θέατρο και πρώτη φορά στη ζωή μου με ρωτούν για το πώς αντιμετωπίζω τον ρόλο». Στην Αγγλία ο καθένας έχει τον γκουρού του. Ο Τζων Γκίλγουντ, ο μεγάλος αυτός ηθοποιός, ήταν ο μέντορας του Κένεθ Μπράνα, ενός νέου ηθοποιού. Έτσι εξασφαλίζεται η διαδοχή. Από πού θα μάθεις; Επειδή τελείωσες το Old Vic, νομίζεις ότι είσαι κάτι; Ότι αρκεί; Πηγαίνεις σε έναν άνθρωπο που εκτιμάς και  ρωτάς. Ο κοινός κώδικας επικοινωνίας άρχισε να χάνεται, όταν οι ομάδες που δεν εξαρτιόνταν από κάποιον επιχειρηματία κι ανέβαζαν τα δικά τους έργα, σιγά σιγά εξαφανίστηκαν. Μπορεί να είχε κόστος οικονομικό, αλλά κάναμε αυτό που θέλαμε. Από την άλλη σταμάτησε και η κρατική επιχορήγηση.»

«Δεν έχω παίξει το παιχνίδι των δημοσίων σχέσεων, γιατί δεν ξέρω πώς να το παίξω. Τα «όχι» τα λέω, όπως τα νιώθω. Αυτό έχει ένα κόστος. Έχει το κόστος της προβολής. Δεν με ενδιαφέρει αυτό. Και τηλεόραση έκανα κατά βάση για οικονομικούς λόγους. Επειδή με ρωτάς, αν αυτό έχει στοιχίσει στην καριέρα μου, θα σου πω, ότι για μένα καριέρα είναι η πορεία και η εξέλιξή μου. Στα σαράντα δύο χρόνια που είμαι σε αυτή τη δουλειά ακόμα βλέπω, ότι οι ελλείψεις μου υποκριτικά είναι πάρα πολλές. Κάθε παράσταση μου ανοίγει την όρεξη στο να διευρύνω τον εαυτό μου όσο μπορώ.«

«Ναι, είμαι αυστηρός με τον εαυτό μου και τελειομανής, σε σημείο που μιλάω με τους εσωτερικούς δαίμονές μου. Έχω εμμονή μέχρι κάτι να γίνει καλά και αυτό δεν σταματάει μέχρι την τελευταία παράσταση. Ενώ έχω κοπιάσει κι έχω πετύχει ένα μεγάλο ποσοστό απόδοσης, πάλι αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα μου στερεί τη γεύση της ικανοποίησης. Υπάρχει όμως και ο αντίποδας αυτού. Το ανικανοποίητο αυτό με οδηγεί στο να λειαίνω τα πράγματα μέχρι την τελευταία παράσταση και έτσι να αποφεύγω μια μηχανικότητα επανάληψης στον τρόπο που παίζω.»

«Συνεργάζομαι πρώτη φορά με τον σκηνοθέτη Γιώργο Οικονόμου. Ο Γιώργος Οικονόμου το 1979 σκηνοθέτησε το «Χιτ» με τον Δημήτρη Χορν και τον Γιώργο Κιμούλη στο θέατρο ΚΑΠΠΑ. Είναι ένας βαθιά καλλιεργημένος άνθρωπος που ακούει πολλή μουσική και έχει μια αισθητική εξαιρετική. Με ζύγωσε κοντά του η ουσιαστική του ευγένεια και η διακριτικότητά του. Σαν σκηνοθέτης αφήνει πλήρη ελευθερία στον ηθοποιό.»

«Κάναμε πρόβες τρεις μήνες για το έργο, όμως είκοσι μέρες πριν την πρεμιέρα είχαμε μια αντικατάσταση ηθοποιού, με τον ερχομό του Γιώργου Τσαμπουράκη στη θέση του Πέτρου Λαγούτη και όλο αυτό ήταν μια επιπλέον δυσκολία.»

«Ο συγγραφέας του έργου,  Σαμ Σέπαρντ, ήταν ένα όμορφο παλικάρι στα νιάτα του. Ένας καουμπόι. Πήγαινε σε ροντέο, με την Τζέσικα Λανγκ είχαν αλλάξει πενήντα σπίτια, δεν μένανε ποτέ σε ένα μέρος. Δυστυχώς έφυγε από αυτή την ανίατη μυασθένεια, ενώ ο εγκέφαλος λειτουργούσε κανονικά. Ο Έντι (Γιώργος Τσαμπουράκης), στο έργο “Fool for Love, είναι ο ίδιος ο Σέπαρντ και ο δικός μου ο ρόλος είναι ο πατέρας του Σέπαρντ, που τους παρατούσε, δεν είχε μεν διπλή ζωή, αλλά μια χανόταν μια εμφανιζόταν. Ο Σέπαρντ περιγράφει πολύ ωμά μια πραγματικότητα της Αμερικής, τραβώντας την ιστορία στα άκρα. Η ταυτότητα της Αμερικής για μένα είναι ο κινηματογράφος. Οι Αμερικάνοι είναι πουριτανοί και επαρχιώτες. Τέτοια παραδείγματα σαν αυτή την ιστορία υπάρχουν βέβαια πολλά και στην ελληνική επαρχία.»

«Ο τρόπος που ολοκληρώνεται ο κάθε χαρακτήρας του έργου είναι καταπληκτικός. Βλέπεις επί σκηνής το ζευγάρι και δεν ξέρεις πόση ώρα έχει περάσει μέχρι να μιλήσουν. Δεν δίνονται όλα τα δεδομένα έτοιμα στο πιάτο. Σιγά σιγά καταλαβαίνει ο θεατής τι γίνεται. Ο Σέπαρντ είχε πει ότι το έργο είναι σαν γύροι του μποξ και πρέπει να παίζεται χωρίς διάλειμμα. Ο πατέρας βρίσκεται στο μυαλό των δύο ηρώων, γιατί τους λείπει συνεχώς και πάντα ανακαλούν στη μνήμη τους τι θα έλεγε εκείνος.

Μέχρι τα τρία τέταρτα του έργου βλέπεις μονολόγους. Το στοιχείο του ποτού είναι έντονο στο Νότο του Σέπαρντ και γι’ αυτό το ζήτησε και ο σκηνοθέτης και για τον δικό μου ρόλο, όταν μιλάω, ενώ κάθομαι, ταυτόχρονα να πίνω. Ο ρόλος με δυσκόλεψε πολύ, λόγω των μεγάλων παύσεων που έχω, αλλά αυτό αποτέλεσε και το εφαλτήριο της επιλογής του ρόλου αυτού. Είναι μια νέα πρόκληση για μένα να κάνω κάτι διαφορετικό από μια συνεχόμενη δράση. Όμως ένας ηθοποιός, όταν βρίσκεται επί σκηνής, είτε μιλάει είτε όχι πρέπει να έχει μια λειτουργία. Δεν μένει απαθής. Αλλιώς θα έβαζαν στη θέση μου ένα ξόανο. Παρακολουθώ συνεχώς τη σκηνική δράση, ώστε να έχω την ανάλογη ενέργεια, όταν μπαίνω στη δράση με ομιλία και κίνηση.»

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ:

Θέατρο Άλμα – ΒΣκηνή 

Fool for Love

Σκην.: Γιώργος Οικονόμου 

Το βραβευμένο με Pulitzer “Fool for Love” (Τρελός για Έρωτα), του σημαντικού συγγραφέα, ηθοποιού και σκηνοθέτη Sam Shepard, ανεβαίνει στη Β’ Σκηνή του Θεάτρου Άλμα σε σκηνοθεσία Γιώργου Οικονόμου. Έργο βαθιά βιωματικό και επαναστατικό που μιλά για τον Έρωτα στην πιο άγρια, κανιβαλιστική κι αδιαπραγμάτευτη μορφή του, αλλά και την ανεπάρκεια, την ανοησία και την τρέλα του ανθρώπου. Με τον Γιώργο Κέντρο, την Τζένη Θεωνά, τον Γιωργή Τσαμπουράκη και τον Βασίλη Παλαιολόγο.

Το “Fool for Love” είναι το δεύτερο έργο της τριλογίας των Family Plays (οικογενειακών έργων) του Shepard, έργων μεγάλης συγγραφικής δεινότητας, που ανήκουν πλέον στον κανόνα της σπουδαίας σύγχρονης αμερικάνικης δραματουργίας. Ο Shepard φωτίζει με πάθος και ακρίβεια λέιζερ την άλλη, την αληθινή πλευρά της αμερικάνικης οικογένειας: της οικογένειας της υπαίθρου, του West που βίωσε και λάτρεψε. Όχι την γλυκερή και εξιδανικευμένη τύπου “Μικρό Σπίτι Στο Λιβάδι”, αλλά αυτήν του σκληρού πάθους και του αιώνια ανολοκλήρωτου πόθου. Μια οικογένεια βαθιά ριζωμένη στη μυθολογία μιας “άλλης” Αμερικής, μιας οικογένειας με μύθους, ενοχές και στεγανά, όπου το όνειρο είναι ανάγκη ζωτική.

Το “Fool for Love” διαδραματίζεται μέσα στα ελάχιστα τετραγωνικά ενός εξαθλιωμένου δωματίου μοτέλ χαμένου μες την απεραντοσύνη της ερήμου Μοχάμπι.  Σ’ έναν σκηνικό χώρο ανάμεσα στον βίαιο εγκλεισμό και τη σαγηνευτική απειλή του ανοιχτού ορίζοντα. Ο  Έντι, στραπατσαρισμένος καουμπόι του Ροντέο, μετά από μεγάλο διάστημα εξαφάνισης, ταξιδεύει χιλιάδες μίλια μες στην έρημο με το τροχόσπιτό του, σέρνοντας πίσω τα άλογά του, για να εντοπίσει και να διεκδικήσει ξανά τη Μέη, που έχει βρει κρησφύγετο σ’ ένα ξεπεσμένο μοτέλ στη μέση της ερήμου. Ο έρωτάς τους είναι μοιραίος, προκαθορισμένος, τους ενώνει και τους αλληλοαπωθεί σε μια ιστορία που τους έχει εγκλωβίσει σχεδόν από παιδιά. Ένας έρωτάς χωρίς έλεος, χωρίς προοπτική κι ελπίδα. Η σύγκρουσή τους είναι καταιγιστική κι η έκβασή της κρίνεται με κάθε φράση, ανάσα και χειρονομία.

Διαρκώς επί σκηνής, αλλά και στις παρυφές της δράσης, ο Old Man παρεμβαίνει δίνοντας το κάδρο και τον μύθο. Είναι μια μυστηριώδης φιγούρα που σιγά σιγά αποκαλύπτεται. Σκληρός και ευάλωτος, είναι ο φορέας του καταλυτικού μυστικού που συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Εκτός κι αν δεν υπάρχει καν. Ο Μάρτιν, ο κηπουρός της γειτονιάς, έχει ραντεβού με την Μέη για να πάνε σινεμά. Βρίσκεται, όμως, εντελώς απρόσμενα στο κέντρο μιας εκρηκτικής και μη διαχειρίσιμης κατάστασης. Είναι ο ξένος.

O Shepard γράφει με οίστρο για ζωές ακρωτηριασμένες και νομαδικές. Για ταξιδιώτες της ερήμου, κυνηγούς της επιβίωσης, του βίαιου κι ένοχου πάθους. Συγχρόνως, εντάσσει σταδιακά ό, τι είναι πιο σημαντικό απ’ την ιστορία του θεάτρου και της αέναης ρήξης με τα αρχετυπικά ανθρώπινα ταμπού. Φωτίζει χωρίς να απομυθοποιεί. Το φως του δεν είναι ποτέ εκτυφλωτικό και η γραφή του ποτέ επεξηγηματική. Οι χαρακτήρες του ακροβατούν ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό και τον ασφυκτικό μύθο. “Πού πήγε πια η φαντασία σου;” φωνάζει ο Old Man στον Έντι. “Νόμιζα πως αυτό κάνεις εσύ. Να υλοποιείς με τη φαντασία σου”.

Μ’ ένα cast εξαιρετικών ηθοποιών, το Fool for Love είναι μια παράσταση καταιγιστική, εμποτισμένη απ’ τον σκληρό ρεαλισμό αλλά και το διαβρωτικό χιούμορ του Shepard. Άλλωστε, η εξωτερική σκληρότητα των χαρακτήρων δεν ανταποκρίνεται υποχρεωτικά στα βαθιά κι ανομολόγητα πάθη τους. Παλεύουν να διαχειριστούν όπως και όσο μπορούν τον εσωτερικό τους κόσμο. Ένας ιδιόμορφος διάλογος στήνεται επί σκηνής ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη φαντασία, στην ψευδαίσθηση κάποιας ελεύθερης βούλησης και τη μοίρα.

Στις 27 Ιουλίου 2017, ο Sam Shepard άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στο Κεντάκι. Η Patti Smith, φίλη του από τα παιδικά τους χρόνια, έγραψε στον New Yorker για τις τελευταίες στιγμές αυτού του γοητευτικού ανθρώπου και μεγάλου συγγραφέα:

“Ο  Sam πήγε προς το κρεβάτι του, ξάπλωσε και κοιμήθηκε. Έναν ύπνο στωικό, βαθύτατα κομψό. Έναν ύπνο που έφερε μια στιγμή χωρίς καταγραφή και μαρτυρία,  καθώς η αγάπη τον κύκλωνε κι ανέπνεε τον ίδιον με αυτόν αέρα. Έβρεχε όταν άφησε την τελευταία του πνοή, ακριβώς όπως θα το ήθελε αυτός. Ο Sam ήταν άνθρωπος που κατοικούσε μες τον εαυτό του. Κάτι ξέρω απ’ αυτούς τους ανθρώπους. Πρέπει να τους επιτρέπεις να αποφασίζουν μόνοι τους πώς θα φύγουν. Η βροχή έπεφτε κρύβοντας τα δάκρυα.

Συντελεστές:

Μετάφραση: Δάφνη Οικονόμου

Σκηνοθεσία: Γιώργος Οικονόμου

Σκηνικά: Κώστας Βελινόπουλος

Φωτισμοί: Γιάννης Δρακουλαράκος
Κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος

Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελίνα Ρίζου

Σχεδιασμός Ήχου: Βασίλης Κορρές

Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου

Αφίσα Γραφιστικά: Μαριλίλα Κυρτάτα

Μουσική Επιμέλεια: Γιώργος Οικονόμου

Με τους: Γιώργο Κέντρο, Τζένη Θεωνά, Γιωργή Τσαμπουράκη, Βασίλη Παλαιολόγο

Έναρξη παραστάσεων: Παρασκευή 17 Νοεμβρίου

Μέρες και ώρες παραστάσεων

Παρασκευή: 21.15
Σάββατο: 18.15 & 21.15
Κυριακή: 18.15

Τιμές εισιτηρίων

Γενική Είσοδος: 15€

Μειωμένο: 12€

Διάρκεια: 80’

Θέατρο Άλμα (Β’ Σκηνή): Οδός Αγίου Κων/νου & Ακομινάτου 15 – 17

Αθήνα, Τ.: 21 0522 0100

FB: Fool for Love

Προπώληση 

viva.gr, 11876, SevenSpots, Reload Stores, Media Markt, Βιβλιοπωλεία Ευριπίδης, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, Αθηνόραμα, Viva Kiosk

Επικοινωνία: Ελεάννα Γεωργίου

Σχόλια

X