Στο τελευταίο μέρος του ρεπορτάζ μας «Ηθοποιοί, σκηνοθέτες και μουσικοί στην Ελλάδα της κρίσης» απευθυνθήκαμε σε μουσικούς, τραγουδιστές και τραγουδοποιούς και τους ζητήσαμε να μας μιλήσουν για την μουσική δημιουργία, την μουσική βιομηχανία και τα μουσικά δρώμενα στη χώρα μας.

 

Μανώλης Φάμελλος: «Η ενασχόλησή μου με τη μουσική είναι πείσμα καθαρό που δεν υποχωρεί στην πραγματικότητα»

p

Μανώλης Φάμελλος: «Η ιστορία της τέχνης ήταν και είναι μια Βίβλος των αλλαγών, μόνο που πια εξελίσσεται σε άπειρα επίπεδα με ταχύτητα στροβίλου – αυτό που παρατηρούμε (και μας περιεργάζεται και αυτό με την σειρά του) είναι ήδη παρελθόν. Ή, αν το δούμε διαφορετικά, κάτι που γεννιέται και διαμορφώνεται διαρκώς, χωρίς να ολοκληρώνεται ποτέ. Κάτι που γεννιέται και σβήνει μέσα στις χιλιάδες μεταμορφώσεις του. Συμβαίνει ιδιαιτέρως στην μουσική παραγωγή στις μέρες μας, όπου συνυπάρχουν παράλληλα, αλλά και διασταυρούμενα ρεύματα και τάσεις. Όλο σχεδόν το παρελθόν σε ποικίλες αναβιώσεις μαζί με αμέτρητες τάσεις που υποτίθεται πως έρχονται από το μέλλον ή τουλάχιστον πηγαίνουν προς τα εκεί.

Μέσα σε αυτό το κομφούζιο οι περισσότεροι πουλάνε ύφος και χαρακτήρα φυσικά. Οι μεγάλες διηγήσεις δεν έχουν πια πέραση διεθνώς, αλλά από την άλλη, όσοι γράφουμε τραγούδια, είμαστε μικρομηκάδες από την φύση μας.

Υπάρχουν βέβαια οι χαρισματικοί που μοχθούν να εξιστορήσουν την εποχή τους, αλλά δεν έχουν εκατομμύρια ακόλουθους, γιατί ακούγονται μάλλον δυσάρεστοι. Πολλές φορές δεν τους δίνει καν σημασία κανείς… γιατί ως κοινό δεν μας περισσεύει σημασία να τους δώσουμε. Δεν πειράζει όμως… αυτό δεν νομίζω πως σταμάτησε ποτέ ένα πραγματικό καλλιτέχνη.

Για τον εαυτό μου δεν έχω να πω πολλά… Αν και η περίπτωση μου είναι αξιοπερίεργη, μια και βρέθηκα τυχαία να δουλεύω ως «παραγωγός» στην ελληνική δισκογραφία πριν από 20 χρόνια περίπου. Δεν είχα καμία τέτοια  καλλιτεχνική επιδίωξη ή επαγγελματική στόχευση ούτε σχετική τεχνική κατάρτιση.

Ειδικά το ό,τι απουσίαζε το τελευταίο, με έκανε στην ουσία ερασιτέχνη και ό,τι βρήκα ή έμαθα στην διαδρομή, το οφείλω σε αυτό. Δηλαδή στο γεγονός πως έψαχνα στα τυφλά και η ίδια η εμπειρία με οδήγησε σε μια προσέγγιση, ας πούμε πιο ομαδοκεντρική.

Γιατί πάντα συνέβαινε να προκύπτει μια άτυπη ομάδα εργασίας, όπου ο ρόλος μου ήταν από πρωταγωνιστικός έως και απλά εποπτικός. Με μια τάση προς την δεύτερη εκδοχή.

Αυτήν ακολουθώ μέχρι και σήμερα και, επειδή λόγω αδυναμίας δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, αλλά και επειδή πάλι λόγω αδυναμίας βρήκα τι μπορώ να κάνω καλύτερα.

Και αυτόν τον ακριβό εαυτό μου τον οφείλω ολόκληρο στους άλλους…

Ανακεφαλαιώνοντας θα έλεγα πως ήταν ένας δρόμος που ακολούθησα μάλλον από απερισκεψία και δεν με στενοχωρεί το ότι στην ουσία το «επάγγελμα» έχει εξαφανιστεί.

Παραμένει μια ευγενής ασχολία και στην πηγή του είναι πείσμα καθαρό που δεν υποχωρεί στην πραγματικότητα».

Ο Μανώλης Φάμελλος θα εμφανίζεται σε live, σποραδικά στις Κυκλάδες.

 

Στάθης Δρογώσης: «Δεν ρωτάνε πια στα πρώτα ραντεβού «τι μουσική ακούς»

Στάθης Δρογώσης: «Με στενοχωρεί που λόγω της κρίσης πολλοί φίλοι έχουν φύγει στο εξωτερικό, αφού δεν μπορούσαν να βρουν δουλειά εδώ. Κάνω ένα επάγγελμα που είναι μουσικός-τραγουδοποιός. Το δικό μας επάγγελμα δεχόταν πιέσεις και πριν την κρίση, λόγω της αλλαγής στην τεχνολογία.

Σταμάτησαν οι πωλήσεις φυσικού προϊόντος στη δισκογραφία, που ήταν ένα μεγάλο έσοδο για τους μουσικούς πριν 20-30 χρόνια κι αυτή τη στιγμή πωλούνται πολύ λίγα cds.

Ένα άλλο κομμάτι της κρίσης αφορά τα πνευματικά δικαιώματα. Δυστυχώς στην Ελλάδα η μεγαλύτερη εταιρία του χώρου, η ΑΕΠΙ, που μάζευε εκατομμύρια ευρώ, κατέρρευσε με συνέπεια ν’ αφήσει όλους τους δημιουργούς απλήρωτους και τώρα παλεύουμε να βρούμε μια λύση, αλλά ξέρουμε ότι δε θα μπορέσουμε άμεσα να φτάσουμε στα ποσά που είπα. Τα τραγούδια μας – ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο- τα ακούει ο κόσμος, αλλά τα παίζουν τζάμπα, γιατί δεν υπάρχει εταιρεία να μαζέψει τα δικαιώματα.

Υπάρχουν οι ψηφιακές πωλήσεις και οι πλατφόρμες streaming μουσικής, που στην Ελλάδα έχουν από χαμηλή ως μηδενική διείσδυση στο κοινό. Είναι κρίμα, γιατί με μια συνδρομή σ’ αυτές τις υπηρεσίες, 5-7 ευρώ το μήνα, θα μπορούσε ο κόσμος να στηρίξει το ελληνικό ρεπερτόριο και να έχει πρόσβαση σε όλη τη μουσική. Άρα κι από εκεί δεν βλέπουμε φως.

Σπάνια πια πληρώνουν οι δισκογραφικές εταιρείες τα έξοδα των δίσκων, κάνουν απλώς licensing, ένα απλό release όπου βγάζουν τον δίσκο μ’ ένα δελτίο τύπου και ο μουσικός πληρώνει τον γραφίστα, τον φωτογράφο, τους μουσικούς.

Επομένως το τοπίο είναι εφιαλτικό, κυρίως για εμάς γύρω στα 40 που μεγαλώσαμε κουτσά στραβά ζώντας από τη μουσική και τώρα πρέπει να σταθούμε μόνο από τα live. Στα live υπάρχουν δύο διοργανώσεις: ο ιδιωτικός, ένα μαγαζί όπου κάνεις εσύ την παραγωγή. Σ’ αυτό τον τομέα τα ποσά είναι υπέρογκα, το ΦΠΑ 24%, ενώ στα θέατρα είναι 6%, πολλές ασφαλιστικές εισφορές, οπότε στην ουσία είναι συνέταιρός σου το κράτος για μια συναυλία. Και το εισιτήριο έχει καθιερωθεί στα 10-12 ευρώ, γιατί ο κόσμος δεν έχει χρήματα. Για να βγουν τα έξοδα, θέλουν 1.000 εισιτήρια, κάτι που δεν το έχεις στο τσεπάκι.

Στον δημόσιο τομέα υπήρχαν διοργανώσεις από τους  Δήμους. Τώρα είναι ελάχιστες κι, επειδή ο Δήμος θέλει να ευχαριστήσει τους δημότες του, παίρνει πολύ πετυχημένους συναδέλφους κι ο νέος καλλιτέχνης δεν έχει πρόσβαση σ’ αυτές τις συναυλίες.

Τώρα θα μου πεις, αφού είναι όλα τόσο μαύρα, γιατί συνεχίζεις; Ξεκινήσαμε από μια ανάγκη να παίζουμε, δεν σκεφτόμασταν ότι αυτό αργότερα θα γίνει επάγγελμα. Κι επιπλέον η μουσική είναι ένα ταξίδι μαγικό, δεν σε αποζημιώνει μόνο χρηματικά, σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Σε κρατάει και το μεράκι, γιατί είμαστε όλοι μερακλήδες, μας αρέσει ν’ ακούμε μουσικές, διασκευές, είναι η ζωή μας. Εμείς, πες, οι γενιές μας κάπως τα καταφέραμε. Τα παιδιά που ξεκινάνε τώρα, πρέπει να έχουν και μια άλλη δουλειά, αλλιώς είναι κάτι αυτοκτονικό. Λένε για κυκλώματα… Ναι υπάρχουν, αλλά αν δεν αξίζεις, ο κόσμος θα το καταλάβει.

Παλιά μας εισάγανε στη μουσική άνθρωποι που ήτανε γνώστες, μουσικοί παραγωγοί ή αυτός που είχε το δισκάδικο στη γειτονιά και ήταν ψαγμένος. Είχαν προτάσεις. Παλιά είχαμε τα μουσικά περιοδικά, τις εφημερίδες. Τώρα μπαίνεις στον υπολογιστή και ακούς οτιδήποτε, χωρίς φίλτρο. Οι παραγωγοί παίζουν κυρίως παλιές επιτυχίες και δεν δίνουν πολύ χώρο στα νέα παιδιά. Ο κόσμος γυρίζει την πλάτη στο ραδιόφωνο κι ακούει δικές του λίστες. Δεν υπάρχουν πια κοινότητες ακροατών, η κοινότητα δίνει δύναμη! Δεν ρωτάνε πια στα πρώτα ραντεβού «τι μουσική ακούς;».

Ο Έλληνας μέχρι και να πεθάνει συντροφεύεται από το ελληνικό τραγούδι, λαϊκό, δημοτικό, ρεμπέτικο. Σήμερα υπάρχουν κρυφά κανάλια, υπάρχει ένα ιδιαίτερο hip-hop σε γειτονιές. Και τα αγγλόφωνα τραγούδια Έλληνες τα γράφουν. Βγαίνουν φοβερά πράγματα.

Πρέπει να κρατήσουμε ως κόρη οφθαλμού την πολιτιστική μας βιομηχανία, τους ελληνικούς δίσκους, τους Έλληνες συνθέτες, όχι με την έννοια του εθνικισμού. Ο Θεοδωράκης κι ο Χατζηδάκης είναι παγκόσμια σύμβολα.

Πρέπει να στηριχτεί το ελληνικό τραγούδι μέσα από νόμους όπου στο ραδιόφωνο να βρει μια ποσόστωση και να παίζεται πάντα ελληνικό ρεπερτόριο, να μην υπάρχουν μόνο ξένων καλλιτεχνών ή να καλύπτει η πολιτεία το ταξίδι μιας μπάντας σε κάποιο συνέδριο μουσικής έξω ή σε μια συναυλία εθνικ. Δεν θέλουμε μια άναρχη πολιτική πολιτισμού. Θέλουμε πρόγραμμα δεκαετίας τουλάχιστον. Το ελληνικό τραγούδι είναι πολύ πιο μεγάλο από το αποτύπωμα που αφήνει η οικονομία μας και τα πανεπιστήμιά μας».

Ο Στάθης Δρογώσης θα εμφανιστεί στην παράσταση με τίτλο «NEOVINTAGE» μαζί με την Ανδριάνα Μπάμπαλη, στον Κήπο του Μεγάρου, την Παρασκευή στις 13 Ιουλίου 2018 και θα συνεχίσουν με περιοδεία. 

 

Theodore: «Οφείλεις να είσαι πάντα στο σημείο, που αυτό που κάνεις, μπορεί να υποστηριχθεί»

Theodore: «Όλα ξεκινούν από τον εαυτό μας. Για να κάνεις μουσική και να πετύχεις, πρέπει να έχεις: υλικό που προκύπτει από ταλέντο (πέρα από τη μουσική, είναι και η ιστορία που δημιουργεί ο καλλιτέχνης και η συναυλιακή εμπειρία που προσφέρει), επαφές, όπου ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλο για την αξία του υλικού του, οικονομική ευχέρεια, γιατί η μουσική είναι ακριβό άθλημα, όχι μόνο από πλευράς εξοπλισμού, αλλά και λόγω ανάγκης επικοινωνιακής προώθησής της, ειδικά αν σκέφτεσαι και το εξωτερικό. Αν μπορείς να γράψεις την ενάτη συμφωνία του Μπετόβεν, τότε σίγουρα θα βρεις τις επαφές και τα οικονομικά μέσα, γιατί πιστεύω ότι η υπέρτατη μουσική μπορεί να πείσει τον καθένα.  Αν κάποιος δεν έχει υλικό, αλλά έχει μια οικονομική άνεση, θα βρει τις επαφές που θα τον βοηθήσουν να το φτιάξει. Αυτό άλλωστε κάνει η Lana Del Ray. Γενικά, το να είσαι μουσικός, έχει πολύ μεγάλο πόνο είτε έχεις χρήματα είτε όχι. Όμως όσο δύσκολο κι αν είναι να βγάλεις δίσκο σήμερα, η μουσική στο τέλος της μέρας ποτέ δε θα πάθει κάτι, γιατί είναι κάτι το υπέρτατο, το υπερβατικό. Οπότε θ’ ακούγεται σε συναυλίες, σε δίσκους, μέσω streaming ή θα συγχρονίζεται με ταινίες και σειρές. Ο κόσμος δε θα σταματήσει ν’ ακούει μουσική και η μουσική δε θα σταματήσει να πληρώνεται. Οφείλεις να είσαι πάντα στο σημείο, που αυτό που κάνεις, μπορεί να υποστηριχθεί. Στην Ελλάδα δεν ξέρουμε πώς δουλεύει το Spotify, ας πούμε. Έχεις φτιάξει σωστά το κανάλι του Spotify για να το δει ο κόσμος;  Δουλεύεις έτσι, ώστε ν’ ανέβει η μουσική σου στα διάφορα playlists;

Σε αντίθεση με όσους σκέφτονται να πάνε στο εξωτερικό, εγώ ήμουν πέντε χρόνια στο Λονδίνο και γύρισα, επειδή θεωρώ πως την δουλειά μου μπορώ να την κάνω καλύτερα ζώντας στην Ελλάδα. Ερχόμενος εδώ προσπάθησα να βρω ποιος μπορεί να με βοηθήσει να την επικοινωνήσω τόσο συναυλιακά όσο και δισκογραφικά. Τελικά, επειδή δεν έβγαζα άκρη σ’ αυτό το θέμα και κατέληξα να τα κάνω όλα μόνος μου, έφτιαξα τη δική μου δισκογραφική εταιρεία με τ’ όνομα United we fly, η οποία ασχολείται με δισκογραφία, management και συναυλίες. Προσπαθούμε να χτίσουμε γέφυρες με το εξωτερικό, ώστε να παίξουν κι εκτός Ελλάδας νέοι καλλιτέχνες. Βγάλαμε το δίσκο της Melentini τον Φεβρουάριο, κλείσαμε τις συναυλίες της στη Γερμανία, όπου έπαιξε, και αναλάβαμε την διπλή κυκλοφορία των Afformance.

Αυτό που λείπει πραγματικά στη χώρα μας δεν είναι η μουσική και οι μουσικοί. Αυτό που λείπει είναι δομές κι οργάνωση. Στα φεστιβάλ του εξωτερικού που πήγα, όπως το South by Southwest του Austin, τα μισά συγκροτήματα ήταν δέκα φορές χειρότερα από την ελληνική σκηνή. Έξω, μπορεί να μην είναι όλα ρόδινα οικονόμικά, υπάρχουν όμως υποδομές. Έχουν τα Export Offices, που βοηθούν τις μπάντες, στο οικονομικό κομμάτι, για να παίξουν. Όσο μάλιστα φεύγουμε από τα μεγάλα κέντρα, Αγγλία και Γερμανία, βλέπουμε ότι οι εταιρίες «ρισκάρουν» κι επενδύουν σε νέους καλλιτέχνες. Ταυτοχρόνως στην Ελλάδα δεν είναι δεδομένη η διάθεση των μουσικών να επικοινωνήσουν πραγματικά μεταξύ τους, ώστε να μοιραστούν πράγματα. Πρέπει να καταλάβουμε, ότι αν θέλουμε να υπάρχει οργανωμένο κλίμα και η μουσική να μην είναι χόμπι, απαιτείται πολλή δουλειά, με συνέπεια και σοβαρότητα, απαιτείται σωστή επικοινωνία, γιατί το υλικό που δημιουργείται στη χώρα μας είναι σπουδαίο. Δεν πιστεύω ότι η αγγλόφωνη μουσική στην Ελλάδα πάσχει. Άλλωστε η λειτουργία της μουσικής είναι να δημιουργεί συναισθήματα, ανεξαρτήτως γλώσσας, ανεξάρτητα αν είναι κλαρίνο ή άλλο είδος οργάνου. Το αγαπημένο μου συγκρότημα είναι οι Sigur Ros που μιλάνε μια δική τους γλώσσα. Δεν τα βλέπω απογοητευτικά τα πράγματα στην Ελλάδα. Εκπαίδευση και διάθεση χρειαζόμαστε από την κρίσιμη μάζα, είτε είναι μουσικοί, δημοσιογράφοι, ραδιοφωνικοί παραγωγοί, είτε εταιρίες και το Υπουργείο Πολιτισμού».

Ο Theodore ολοκλήρωσε τον τρίτο του δίσκο, που θα κυκλοφορήσει από την εταιρεία του. Με την μπάντα του θα εμφανιστεί στην Τεχνόπολη στις 18 Ιουλίου 2018.

 

Λόλεκ: «Τον κόσμο δεν τον αφορά πλέον κάτι, που δεν έχει την σφραγίδα του «φοβερού»

giannis

Λόλεκ: «Τα πράγματα όσον αφορά τη δική μου μουσική πορεία ήρθαν κάπως τυχαία, δεν τα επεδίωξα. Με την δισκογραφική εταιρεία Inner Ear ξεκίνησε όλο πολύ ομαλά, δεν περίμενα να ζήσω από αυτό. Έχω σπουδάσει ηλεκτρολόγος και μετά το στρατό δούλευα σε μια εταιρεία για κάποια χρόνια. Σκέφτηκα να πάρω την γενναία απόφαση και να κάνω πράξη την ερώτηση: «πώς θα κυλήσουν τα πράγματα, αν για δυο χρόνια ασχοληθώ μόνο με τη μουσική;». O δεύτερος δίσκος μου βγήκε πολύ γρήγορα. Τα δύο χρόνια παρατάθηκαν, αλλά αργότερα άρχισα να ψάχνω για δουλειά, γιατί ήταν πάλι δύσκολα τα πράγματα οικονομικά. Σε πολύ σύντομο διάστημα έγινε η παράσταση «Κατερίνα», το βιβλίο του Κορτώ σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη, η οποία με συντήρησε άλλα τρία χρόνια. Τώρα επανήλθα σε μια κατάσταση παρόμοια με αυτή που ήμουν πριν την παράσταση και ίσως με πολύ λιγότερο πάθος και όρεξη, ακόμα και μουσικά, έχοντας διανύσει αυτά τα σχεδόν δέκα χρόνια.

Ο βασικός λόγος είναι το οικονομικό πρόβλημα, αλλά και το γεγονός ότι δεν βλέπω να υπάρχει όρεξη από τον κόσμο να έρθει σε συναυλίες. Δεν ξέρω, αν παλιότερα ήταν αλλιώς, αλλά νομίζω ότι δεν αφορά τον κόσμο κάτι, το οποίο δεν έχει την σφραγίδα του «φοβερού». Με τους μουσικούς που εκτιμώ, κάνω παρέα και συνεργάζομαι, συζητάμε πως όλοι βιώνουμε το ίδιο πράγμα, το οποίο είναι εξοντωτικό οικονομικά. Το να φτάσεις θεωρητικά ένα ακροατήριο στο οποίο δυνητικά μπορείς να απευθυνθείς, είναι κάτι το οποίο έχει αποκλειστεί, δεν θεωρώ ότι ο κόσμος γνωρίζει πολλούς από εμάς. Δεν θα προβληθούμε ποτέ. Φαντάσου ότι τα λέω αυτά εγώ, που δεν έχω κάποιο ιδιαίτερο παράπονο σε σχέση με άλλα παιδιά, με την έννοια ότι έχουν παιχτεί πράγματα δικά μου στο ραδιόφωνο. Αλλά τελικά όπως και να έχει η κατάσταση, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και για μένα και για ανθρώπους που δεν έχουν ακουστεί ποτέ στο ραδιόφωνο, εφόσον η μουσική μας απευθύνεται σ’ ένα μικρό κοινό στην Ελλάδα. Θεωρώ ότι η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική.

Ένα τέτοιο πρόβλημα ποτέ δεν το προκαλεί μόνο μια πλευρά, είναι τεράστιο και έχει ξεκινήσει πολύ πριν από 10-15 χρόνια, πριν την κρίση. Γιατί ο κόσμος θέλει ν’ ακούει τα ίδια και τα ίδια, εννοώ πως ζητάει και το ίδιο στυλ τραγουδιών και θέλει ν’ ακούει συνεχώς κάποιον που θα του θυμίζει έναν προηγούμενο τραγουδιστή. Σ’ αυτό προστίθεται το κομμάτι της διαφήμισης, όπου αναλόγως τι προβάλλεται στην τηλεόραση ή στα μουσικά sites ή ακούγεται στα ραδιόφωνα, κάνει στο κοινό μια πλύση εγκεφάλου, το οποίο δεν θα μπει στον κόπο να ψάξει εύκολα άλλους μουσικούς. Ακόμα και οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες, όπως iTunes, soundcloud, bandcamp, απαιτούν από εσένα τον μουσικό να βάλεις λεφτά, πράγμα δύσκολο, αν έχεις ήδη όλα τα έξοδα της δημιουργίας ενός δίσκου και αρκετά μοναχικό και συγκεντρωτικό, γιατί πρέπει να παίξεις όλους τους ρόλους (μουσικός, διαφημιστής, διευθυντής) ταυτόχρονα. Εγώ προσωπικά αυτό το παιχνίδι με τον εαυτό μου στον καθρέφτη δεν θέλω να το κάνω. Και όταν θα υπάρξει η ευκαιρία, εγώ δεν ξέρω αν θα είμαι εκεί.

Φυσικά όσο αφορά το οικονομικό κομμάτι έχεις πάντα μια ελπίδα για μια οικονομική σταθερότητα που μπορεί να προκύψει. Αλλά πρώτα απ’ όλα το κάνεις, γιατί σ’ αρέσει. Είσαι με δεκαπέντε φίλους, που περνάμε όλοι καλά μεταξύ μας, κι αυτός ο μικρόκοσμος  έχει για εμάς πολλή μεγάλη αξία».

 

George Gaudy: «Το 2018 δεν είναι η εποχή του «προτείνεται», αλλά του «διαλέγουμε»

George Gaudy: «Από το 2008 και μετά φάνηκε να υπάρχει μια άνθηση στην ανεξάρτητη δισκογραφία, κυρίως για τους αγγλόφωνους τραγουδοποιούς. Θεωρώ ότι ήταν μια αντίδραση στον κορεσμό του έντεχνου και του ελληνικού ροκ. Ο όρος έντεχνο έφτασε να χαρακτηρίζει κάτι δήθεν, έπρεπε να είναι λίγο δυσνόητο, είχε ένα δικό του καθωσπρεπισμό. Και όταν κάτι, που δεν ξεκίνησε ως συντηρητικό και «ηθικίστικο», καταλήγει να γίνεται, οδηγείται σε παρακμή. Και το ροκ, σαν όρος, ακούγεται πια αντιπαθητικό, λίγο μάτσο, ποζάτο, που, ενώ δεν είναι αλήθεια, φανερώνει μια παρακμή. Εκείνη την περίοδο γράφτηκαν αγγλόφωνα άλμπουμ, με κορύφωση την διετία 2012-2014. Όμως σιγά σιγά και η αγγλόφωνη σκηνή στην Ελλάδα, αν κι έχει περισσότερες και καλύτερες προτάσεις τώρα, έφτασε σε κορεσμό, γιατί μια μικρή αγορά σαν την δική μας δεν μπορεί να την «σηκώσει», οπότε καταλήγουν αξιόλογες δουλειές να περιθωριοποιούνται.

Το καλό είναι ότι κάποιες μπάντες που έχουν σκληρό ήχο έχουν χτίσει ένα υγιές κομμάτι, εδώ και μια δεκαετία. Σήμερα υπάρχει μια καλή μετά-έντεχνη μουσική, όπως ο Χαρούλης, η Μποφίλιου. Όμως η ελληνική μουσική σκηνή έχεις κάποιες παρενέργειες: το καλό είναι ότι γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας. Το κακό είναι ότι γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας. Υπάρχει μια χωρίς λόγο ανταγωνιστικότητα.

Για να μπορείς να συνεχίσεις στη μουσική, χρειάζεσαι μια εξωτερική ενίσχυση. Στην Ελλάδα δεν έχουμε βρει τρόπο να κεφαλαιοποιήσουμε το Spotify ή τα stream γενικά. Αγοράζεται δυσκολότερα η μουσική αυτή την εποχή. Υπάρχει ελεύθερη στο YouTube, οπότε κανείς δεν έχει κίνητρο, αν και είναι και θέμα κουλτούρας. Στην Αγγλία είναι διαφορετική η αντιμετώπιση, το κοινό αν ακούσει σε live κάτι που του αρέσει, θα το αγοράσει μετά από το iTunes.

Η βιομηχανία είναι πολύ αμήχανη ως προς το τι πρέπει να κάνει, γιατί και οι δισκογραφικές εταιρείες δεν είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα. Οι δισκογραφικές είναι διαχειριστές του περιεχομένου πλέον, έχουν καταρρεύσει. Δεν θυμίζουν τίποτα από τα παλιά. Πώς συνέβη με τους Arctic Monkeys, που έκαναν το μπαμ και μετά τους πήρε η δισκογραφική και άνθησαν; Τώρα, πολύ σπάνια να γίνει κάτι παρόμοιο.

Δημιουργικά πάντως η Ελλάδα διανύει μια καλή εποχή. Η νέα γενιά των 17-18 ετών γράφουν ραπ μουσική, την ανεβάζουν στο soundcloud κι έχουν φτιάξει τον όρο “soundcloud rap”. Και είναι αρκετά δημοφιλές. Το ίντερνετ βέβαια όσο δυνατότητα δίνει στη μαζικότητα, άλλο τόσο της την αφαιρεί. Ευνοεί το να εμφανιστεί ένα «περιθώριο» και να κάνει μεγάλο θόρυβο, αλλά μια μπάντα σαν τους Rolling Stones δεν θα υπήρχε αυτή την εποχή. Το 2018 δεν είναι η εποχή του προτείνεται, αλλά του διαλέγουμε. Και όταν διαλέγεις, επιλέγεις και την ταυτότητά σου, που είναι το πιο σημαντικό θέμα στην κοινωνιολογία, στη φιλοσοφία, στις πολιτικές συζητήσεις. Ψάχνεις μοναδικές ταυτότητες. Η ιδέα της αγέλης σε απωθεί πια και αυτά, που είναι συμπτώματα της εφηβείας, έχουν παραταθεί μέχρι τα 40 σου χρόνια. Είναι αυτό που έλεγαν οι hipsters πριν δέκα χρόνια: «Εμένα μ’ αρέσει πριν γίνει γνωστό». Δεν χρωματίζω το φαινόμενο, απλώς λέω ότι το ίντερνετ έχει παίξει μεγάλο ρόλο σ’ αυτό. Ο κόσμος δεν θέλει ένα supermarket μουσικής, θέλει ένα μικρό μαγαζί, που να είναι έξυπνο. Την ταμπέλα μπορεί να μη την βλέπει, αλλά έχει την εγγύηση.

Γράφω σε μια άλλη γλώσσα για να μπορούν να με ακούσουν κι άλλοι άνθρωποι στον κόσμο. Θεωρώ ότι επιβαλλόταν να έρθω στην Αγγλία. Όταν βγαίνεις έξω, ανακαλύπτεις μια ελληνικότητα που έχεις. Το Λονδίνο είναι μια υπέροχη εμπειρία στο ξεκίνημα, αργότερα όμως θα φανεί τι θα γίνει.

Δεν ξέρω πότε θα ξαναβγάλω δίσκο, είναι ασύμφορο. Πρόσφατα έγραψα μουσική για ένα θεατρικό έργο – δύο μονόπρακτα του Μπρεχτ- που παίχτηκε στο Από Μηχανής Θέατρο, την οποία θα την βγάλω στο ίντερνετ. Κάποια στιγμή μπορεί να κάνω κι ελληνικά τραγούδια. Κάθε φορά γράφω διαφορετικά κι έχω διάφορες επιρροές που γυρνάνε μέσα στο κεφάλι μου».

O George Gaudy σπουδάζει αυτό το διάστημα στο Λονδίνο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το τραγούδι «The World» κι αναμένουμε ακόμα ένα, μέσω streaming.

 

Ορέστης Ντάντος: «Στη συνείδηση του κόσμου η μουσική είναι πια δωρεάν υπηρεσία»

π

Ορέστης Ντάντος: «Είμαι ένας καθαρόαιμος τραγουδοποιός και δευτερευόντως τραγουδιστής. Μπορεί κάποιος να θεωρήσει τη δημιουργία τραγουδιών επάγγελμα σήμερα; Ας το δούμε από πιο «κοντά». Στην Ελλάδα της κρίσης η υπόθεση «τραγούδι» δέχτηκε δύο τεράστια πλήγματα. Το ένα σχετίζεται άμεσα με τη συνολική εγχώρια οικονομική κατάσταση, ενώ το άλλο είναι παγκόσμιο φαινόμενο κι έχει να κάνει με την αλλαγή της μουσικής ως προϊόν κι εξηγούμαι: Ας υποθέσουμε ότι έχουμε έναν δημιουργό που έχει φτιάξει ένα πολύ όμορφο τραγούδι. Πώς μπορεί ν’ ανταμειφτεί γι’ αυτό; Παλιότερα θα πήγαινε σε μια δισκογραφική εταιρεία, η οποία ποντάροντας σε κάποιες πωλήσεις θα χρηματοδοτούσε την παραγωγή, θα δημιουργούσε το προϊόν – ηχογράφημα, θα το πουλούσε και θα έδινε ένα κομμάτι των κερδών και στο δημιουργό. Παράλληλα, ανάλογα με την απήχηση του τραγουδιού, ο δημιουργός θα εισέπραττε από τα πνευματικά δικαιώματα ένα σημαντικό ποσοστό εύκολα και «άκοπα».

Ας φέρουμε την ίδια περίπτωση στο σήμερα. Το προϊόν (δίσκος) δεν ενδιαφέρει κανέναν. Στη συνείδηση του κόσμου η μουσική είναι δωρεάν υπηρεσία πια. Συνεπώς οι δισκογραφικές (όσες έμειναν) δεν έχουν κανένα λόγο να επενδύσουν στην παραγωγή κι έτσι τα έξοδα της ηχογράφησης βαραίνουν αποκλειστικά το δημιουργό. Η ΑΕΠΙ (βασική εταιρεία είσπραξης πνευματικών δικαιωμάτων) από την άλλη πνέει τα λοίσθια, άρα καμιά πηγή εσόδου στον ορίζοντα. Τι μένει στον τραγουδοποιό να κάνει; Αν είναι μόνο δημιουργός κι όχι «περφόρμερ», τίποτα. Έχει «μπει μέσα» ήδη και η μόνη χαρά, που του μένει, είναι ότι ηχογράφησε το τραγούδι του. Αν παρουσιάζει και ζωντανά τη δουλειά του έχει μια παραπάνω ελπίδα εισοδήματος, αλλά πάμε να το δούμε κι αυτό πιο αναλυτικά.

Το κοινό στην Ελλάδα της κρίσης, πιεσμένο οικονομικά, έχει δείξει τα εξής χαρακτηριστικά:

Πρώτον, ξοδεύει με το σταγονόμετρο για τις διάφορες μουσικές εκδηλώσεις. Θα πληρώσει σπάνια για συναυλία ή μουσική σκηνή κι όταν το κάνει, θα είναι για καλλιτέχνη που του αρέσει στα σίγουρα, δε θα ρισκάρει κάτι καινούριο.

Δεύτερον, υπάρχει μια αίσθηση απαξίωσης και στις ζωντανές εμφανίσεις, καθώς η υπερπροσφορά  live (συνήθως κακής ποιότητας), αλλά και η γενικότερη νωθρότητα του κόσμου απέναντι στο νέο (απόρροια της κρίσης, νομίζω) οδηγεί στις ίδιες συντηρητικές επιλογές (ευνοημένοι από αυτό είναι τα μεγάλα ονόματα του παρελθόντος τα οποία, τηρουμένων των αναλογιών, καλά κρατούν).

Οπότε και στην περίπτωση της ζωντανής εμφάνισης ο «καλλιτέχνης» καλείται να χρηματοδοτήσει εκ των προτέρων μια αμφίβολης έκβασης (οικονομικά) υπόθεση, όπου μουσικοί, ηχολήπτες, προμόουτερ, πρέπει να πληρωθούν ανεξάρτητα της επιτυχίας ή μη της εκάστοτε εκδήλωσης.

Στην ερώτηση λοιπόν, αν το να γράφεις τραγούδια σήμερα είναι επάγγελμα, θα απαντούσα ότι όχι μόνο επάγγελμα δεν είναι, αλλά μάλλον σου χρειάζεται κι ένα μικρό κομπόδεμα για να το τολμήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η ενασχόληση με τη μουσική αποκτά σιγά σιγά (όπως πολύ παλιά) ταξικό χαρακτήρα. Ευτυχώς βέβαια η τέχνη δεν έχει να κάνει μ’ όλα αυτά. Όποιος καίγεται μέσα του, συνεχίζει να γράφει και να παλεύει. Φτιάχνει ομάδες με άλλους ανθρώπους που καίγονται επίσης και παλεύει μαζί τους».

O Ορέστης Ντάντος θα εμφανιστεί μαζί με την Μάρω Μαρκέλου στο Loutraki Festival στις 10 Αυγούστου (Λίμνη Βουλιαγμένης, Ypanema, Είσοδος ελεύθερη).

 

Angelika Dusk: «Πρέπει να είσαι συνεχώς στο προσκήνιο και να κάνεις live»

dust

Angelika Dusk: «Η κρίση δημιούργησε προβλήματα σε όλους μας. Όσον αφορά στα μαγαζιά, ο κόσμος πηγαίνει όλο και πιο δύσκολα, αν δεν έχει να πληρώσει την είσοδο και το ποτό του. Παλεύουμε όλοι οι καλλιτέχνες να γεμίζουμε τις μουσικές σκηνές και δεν μπορούμε να κάνουμε τόσα live, όσα θα θέλαμε. Προσωπικά θα ήθελα να τραγουδάω πιο συχνά απ’ ότι μπορώ να τραγουδάω.

Θεωρώ ότι έχει ανθήσει η μουσική βιομηχανία. Πηγαίνω συνέχεια σε συναυλίες άλλων καλλιτεχνών και βλέπω, πως αν ανοίξεις το ίντερνετ, θα δεις να συμβαίνουν πολλά πράγματα. Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι καλλιτέχνες, όπως οι Polkar με τον Γιώργο Παπαγεωργίου, που μου αρέσουν πολύ και τις προάλλες ήμουν στο live τους και είπαμε ένα τραγούδι μαζί, οι Imam Baildi, η Πέννυ Μπαλτατζή με τους SwinginCats. Πολύ ωραία ιδέα είναι αυτό που έχει κάνει ο Φοίβος Δεληβοριάς με την «Ταράτσα», είδα και την Νατάσσα Μποφίλιου με την εκπληκτική παράσταση «Belle Reve». Νομίζω ότι όλοι μας αψηφούμε, με την καλή έννοια, ότι τα πράγματα είναι δύσκολα. Θα πάμε να κάνουμε τα live μας, όπου μπορούμε, και θα περνάμε καλά. Θα κάνουμε live παντού και σε μικρά μαγαζιά και στην επαρχία.

Δεν αφήνω να επηρεαστεί η δημιουργικότητά μου από το αν θα παίζω ή όχι σε πολλά live. Η δημιουργικότητα είναι κάτι εσωτερικό. Θα εμπνευστώ από το ο,τιδήποτε, το να γράφω είναι μια συνεχής διαδικασία. Είμαι τέσσερα χρόνια επαγγελματίας μουσικός. Θέλει υπομονή για ν’ ακουστούν τα τραγούδια σου και ν’ αρέσουν στον κόσμο. Πρέπει να είσαι συνεχώς στο προσκήνιο και να κάνεις live κι εμένα αυτό είναι και το αγαπημένο μου κομμάτι της δουλειάς, γιατί είναι άμεση η επικοινωνία με τον κόσμο. Δεν υπάρχει περίπτωση να τα παρατήσω, αυτό ακούω να λένε και φίλοι μουσικοί. Θέλω να ζω στην Ελλάδα, είναι home, θέλω να τα καταφέρω εδώ. Δεν μπορείς να σκορπίζεσαι εντός κι εκτός.

Θεωρώ το Spotify την μεγαλύτερη ανακάλυψη της ανθρωπότητας μετά το ρεύμα, ανακαλύπτεις απίστευτες μουσικές χάρη σ’ αυτό και είναι πολύ βοηθητικό για τους νέους ανθρώπους, που είναι συνέχεια στο ίντερνετ. Επειδή όμως υπάρχει μεγάλη προσφορά, δεν συγκεντρώνονται πια σ’ έναν ολόκληρο δίσκο. Το πιο πιθανό είναι ν’ ακούσουν ένα κομμάτι κι αν τους αρέσει, θα παίξουν ξανά το ίδιο, δεν πιστεύω ότι θ’ αγοράσουν το δίσκο. Άλλωστε το ΥouΤube είναι πρώτο σε χρήση στην Ελλάδα σε σύγκριση με Spotify και Apple. Χρησιμοποιώ πολύ το Spotify, αλλά μεγάλωσα με cds και τα βινύλια του πατέρα μου, που «έκλεψα», κι έτσι ανακάλυψα όλη την κλασική και ροκ μουσική. Γι΄αυτό έβγαλα τη δουλειά μου, την πρώτη σε cd και τη δεύτερη σε βινύλιο, γιατί θεωρώ ότι μια φάση της ζωής μου, που αποτυπώνεται σε δίσκους, αποτελεί μια ολοκληρωμένη δουλειά.

Στις 5 Ιουλίου έχω ένα πολύ ωραίο live, στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής, που λέγεται «Summer in the City». Έχω καλέσει φίλους τραγουδιστές, που εκτιμώ και θαυμάζω, και θα κάνουμε ένα πρόγραμμα καλοκαιρινό, σαν πάρτι. Προσκαλούμε τον κόσμο να έρθει, να κάτσει με τις πετσέτες του στο γρασίδι, να χορέψει. Θα κάνω, όπως λέω, ένα πρόγραμμα για ζευγαρωμένους κι αζευγάρωτους και θα μελαγχολήσουμε και θα γελάσουμε, γιατί έτσι είμαι κι εγώ».

5 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018 / 21:00 στον Κήπο του Μεγάρου – Angelika Dusk «Summer in the City»,  συμπαραγωγή Μέγαρο Μουσικής Αθηνών & SNOWCAGE RECORDS

 

 

Διάβασε επίσης το πρώτο (Volume 1), δεύτερο (Volume 2) και τρίτο μέρος (Volume 3) του ρεπορτάζ μας «Ηθοποιοί, σκηνοθέτες και μουσικοί στην Ελλάδα της κρίσης»:

«Ηθοποιός στην Ελλάδα της κρίσης;» Έξι ηθοποιοί απαντούν | Vol.1

«Η τέχνη είναι το δικαίωμα στο όνειρο»- Volume 2

«Το θέατρο είναι πεδίο έμπρακτης επανάστασης»- 8 σκηνοθέτες μιλούν | Vol.3

Σχόλια

X