Στο τρίτο μέρος (Volume 3) του ρεπορτάζ με θέμα “Ηθοποιοί, σκηνοθέτες και μουσικοί στην Ελλάδα της κρίσης”, οχτώ σκηνοθέτες μιλούν για το θέατρο και για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει όλο αυτό το χρονικό διάστημα.

 

Πρόδρομος Τσινικόρης: «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει κουλτούρα ειλικρινή διαλόγου»

«Το θεατρικό τοπίο της Αθήνας έχει ξεχειλώσει τόσο πολύ, που είναι δύσκολο πλέον να βγάλεις σαφή συμπεράσματα. Αν φέτος είδα γύρω στις 100 παραστάσεις, τότε δεν έχω παρακολουθήσει ούτε καν το 10% των όσων ανέβηκαν… Με το χρόνο βλέπω, ότι δυστυχώς γίνονται όλο και λιγότερες οι καλές παραστάσεις. Ο αριθμός των παραστάσεων ανεβαίνει, γιατί πια δεν κοστίζουν τίποτα, παρά μόνο ενέργεια και διαύγεια από τους καλλιτέχνες και η πολλαπλή ενασχόληση με διαφορετικά πράγματα, δεν μας δίνει την ευκαιρία να εμβαθύνουμε. Αν από την άλλη όμως σήμερα δεν κάνεις παραστάσεις, έχεις «φύγει» από τον χώρο και τον δημόσιο διάλογο, γίνεσαι «ανύπαρκτος», οπότε πρόκειται για φαύλο κύκλο.

Όταν γυρνάς από την Γερμανία, γνωρίζοντας πόσο χρηματοδοτούνται οι διάφορες θεατρικές έρευνες και oi παραστάσεις εκεί από διάφορους κρατικούς φορείς, σε πιάνει μια μελαγχολία. Με τον Ανέστη μείναμε δυόμισι χρόνια στο Βερολίνο, πήγαμε το 2012, την εποχή που κόβονταν οι επιχορηγήσεις στην Ελλάδα. Εκεί τα θέατρα (κρατικά και ελεύθερη σκηνή) επιχορηγούνται. Υπάρχουν τρόποι να βρεις λεφτά, αν κάνεις δέκα αιτήσεις, κάπου θα σε δεχτούν. Δεν είναι όμως καθόλου εύκολο, το ότι ξέρεις γερμανικά δεν σημαίνει κάτι. Ο ανταγωνισμός είναι πιο δύσκολος, γιατί είσαι ο «ξένος», οπότε σε κρίνουν πιο αυστηρά και πρέπει να υπερασπιστείς διπλά τις επιλογές σου. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει μια διαφορετική αλληλεγγύη. Σ’ εμάς δεν υπάρχει κουλτούρα ειλικρινή διαλόγου. Αν πεις σε κάποιον για την παράστασή του, ότι αυτό δεν σου άρεσε για παράδειγμα γι’ αυτούς και αυτούς τους λόγους, μπορεί και να μη σου μιλάει για δύο βδομάδες. Αν έμαθα κάτι στη Γερμανία, αυτό είναι η συνεργασία. Στην παράσταση “Τηλέμαχος, Should I stay or should I go” συνεργαστήκαμε καλλιτέχνες από 9 διαφορετικές χώρες, μιλώντας 3 διαφορετικές γλώσσες και είχαμε δραματουργούς σ’ όλη την διαδικασία. Εκεί, αν έχεις το τροπάριο «μη μου λες, δεν ακούω τίποτα», δεν μπορείς να δουλέψεις. Είναι πράγματα που μάθαμε κι επειδή τα θεωρούμε χρήσιμα, προσπαθούμε να τα εφαρμόσουμε κι εδώ και στον τρόπο που συνεργαζόμαστε με τους καλλιτέχνες που έρχονται στην Πειραματική Σκηνή –Ι».

Ο Πρόδρομος Τσινικόρης και ο Ανέστης Αζάς, καλλιτεχνικοί διευθυντές της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, έχουν ταυτίσει το όνομά τους με το θέατρο ντοκουμέντο στην Ελλάδα. Στις 10-12 Ιουλίου 2018 παρουσιάζουν στην Πειραιώς 260-Χώρος Ε, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, την παράσταση «Ελλάς Μονάχου», συνεχίζοντας την θεατρική έρευνά τους πάνω στο ζήτημα της μετανάστευσης σήμερα.

 

Δημήτρης Καρατζιάς: «Το θέατρο έγινε μία από τις βασικές εξόδους των κατοίκων της Αθήνας και η μεγαλύτερη διέξοδος των καλλιτεχνών της»

δημητρης

 Δημήτρης Καρατζιάς: «… θέατρο μες στην κρίση. Μια δεκαετία πριν, στην τηλεόραση, γινόντουσαν γύρω στις σαράντα σειρές το χρόνο, που απορροφούσαν ένα τεράστιο αριθμό ηθοποιών, ενδυματολόγων, σκηνογράφων, τεχνικών κλπ. Με την έναρξη της κρίσης αυτές μειώθηκαν στις πέντε ανά χρόνο. Ταυτόχρονα οι παραγωγές στα θέατρα μείωσαν αισθητά το προσωπικό τους για να μπορέσουν ν’ ανταποκριθούν στα τεράστια έξοδα τους, ανεβάζοντας έργα με δύο έως πέντε ηθοποιούς το πολύ. Ανέβασαν τα ενοίκια τους στα ύψη, που έγιναν απαγορευτικά για τις νέες ομάδες, όταν ήθελαν ν’ ανεβάσουν κάποια παράσταση. Χωρίς βέβαια να σταματήσουν να βγαίνουν εκατοντάδες νέοι ηθοποιοί από τις Δραματικές σχολές κάθε χρόνο που δεν μπορούσαν να απορροφηθούν πουθενά. Και οι παλαιότεροι φυσικά δεν έβρισκαν πια δουλειά. Έτσι η μόνη διέξοδος ήταν το θέατρο. Όλοι αυτοί οι ηθοποιοί δεν περίμεναν πια τον κάθε θιασάρχη να τους πάρει σε κάποια παράσταση, αλλά έγιναν οι ίδιοι παραγωγοί, σκηνοθέτες, δημιούργησαν θιάσους και προσπάθησαν να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους.

Έτσι άρχισαν ν’ ανοίγουν και τα δεκάδες μικρά θέατρα την τελευταία δεκαετία, και σιγά σιγά οι παραστάσεις να γίνονται από διακόσιες το 2008, δύο χιλιάδες το 2018. Μια τεράστια θεατρική παραγωγή σε αυτή την πόλη! Με τα καλά και τα κακά της. Σ’ αυτό βοήθησε πολύ και η μεγάλη μείωση των εισιτηρίων. Το θέατρο έγινε φτηνή διασκέδαση. Μία από τις βασικές εξόδους των κατοίκων της Αθήνας, αλλά και η μεγαλύτερη διεξοδος των καλλιτεχνών της. Και μέσα σε αυτό τον πλουραλισμό, δημιουργήθηκε ένα νέο θεατρικό τοπίο, σπουδαίες παραστάσεις, ωραίες συνεργασίες, και είμαι σίγουρος ότι από εδώ θα ξεπηδήσει το νέο «θέατρο». Από όλους όσους αντέξουν να συνεχίσουν να κάνουν θέατρο, όσο κρατήσει η κρίση…»

Ο Δημήτρης Καρατζιάς είναι σκηνοθέτης-ηθοποιός και συνιδιοκτήτης με τον Μάνο Αντωνιάδη του Πολυχώρου Vault στο Βοτανικό, που διαθέτει δύο θεατρικές σκηνές.

 

Βάνα Πεφάνη: «Δημιουργούμε τις ευκαιρίες αυξάνοντας τις δικές μας πρωτοβουλίες»

«Όταν πρωτομπήκα στην σχολή του Θεάτρου Τέχνης ο  αγαπημένος μου καθηγητής Κώστας Χρονόπουλος μας είπε ότι στο επάγγελμα θα μέναμε τελικά μόνο δύο ή τρεις. Ήμασταν  δέκα. Από παλιά το να είσαι στην Ελλάδα ηθοποιός ή σκηνοθέτης  πίστευαν ότι ήσουν λίγο χομπίστας. Οι περισσότεροι όμως από εμάς που σπουδάσαμε, δουλέψαμε σε καλύτερες εποχές, που πληρωνόμασταν, και συνεχίζουμε σήμερα σε αντίξοες οικονομικές συνθήκες, ξέρουμε πολύ καλά τις δυσκολίες και προσπαθούμε κάθε φορά να τις ξεπεράσουμε. Τίποτα και σε καμία δουλειά δεν είναι εύκολο. Στην δική μας όμως υπάρχει μεγάλη προσφορά και ελάχιστη ζήτηση. Έτσι δημιουργούμε τις ευκαιρίες αυξάνοντας τις δικές μας πρωτοβουλίες.

Ο μόνος τρόπος, πιστεύω, για να προχωρήσουμε είναι μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη προσοχή στην εκπαίδευση, η πολλή δουλειά (δεν εννοώ την πολλαπλή παρουσία, αλλά το παίδεμα), η ένωση δυνάμεων με κοινό στόχο και, όσο μπορούμε, άνοιγμα στο εξωτερικό».

Η Βάνα Πεφάνη είναι σκηνοθέτης-ηθοποιός και συγγραφέας θεατρικών έργων.

 

Μάνος Καρατζογιάννης: «Έχει χαθεί η έννοια του επαγγέλματος, αντιμετωπίζεται ως  χόμπι»

Μάνος Καρατζογιάννης: «Τι να πω; Πώς να πω για τα δικά μου βάσανα, όταν μπρος μου βλέπω τα χειρότερα; Όσο σκέφτομαι τα κακώς κείμενα του επαγγέλματος, έρχεται διαρκώς στο μυαλό μου η φράση του Πολυνείκη, μόλις βλέπει τον πολύπαθο πατέρα του…

Δεν είμαι αισιόδοξος. Οι περισσότεροι από τους μισούς συναδέλφους αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της ανεργίας και οι υπόλοιποι, ακόμα κι όταν συμμετέχουν σε μια επιτυχημένη δουλειά, μένουν απλήρωτοι. Έχει χαθεί η έννοια του επαγγέλματος, αντιμετωπίζεται ως  χόμπι.

Δεν το σέβονται. Κάθε χρόνο και λιγότερο! Δεν το σέβονται οι παραγωγοί,  όταν  μήνες  μετά από ένα γεμάτο θέατρο σε αφήνουν απλήρωτο με το επιχείρημα ότι συνάδελφός σου είναι απλήρωτος το διπλό διάστημα από εσένα.

Δεν το  σέβονται οι σκηνοθέτες, όταν δέχονται οι ηθοποιοί τους, επειδή είναι νέοι,  να πληρώνονται με 100 ευρώ το μήνα σε κεντρικά θέατρα της Αθήνας.

Δεν το σέβονται τα sites, όταν  για χάρη του marketing ξεχωρίζουν τις καλύτερες παραστάσεις, πριν καν ανέβουν, κόντρα στον Γιάννη Τσαρούχη που έλεγε ότι «το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι δεν μπορεί να κάνει τα μεγάλα έργα της αρχαιότητας, αλλά ούτε να τα αναγνωρίσει».

Δεν το σέβονται τα ίδια τα θέατρα, όταν δέχονται, εξαιτίας της οικονομικής τους ανεπάρκειας να προβληθούν, να γεμίζουν από προσκλήσεις θεατών, ώστε να διαφημίσουν αργότερα τις παραστάσεις τους.

Δεν το σέβονται οι ηθοποιοί, όταν λόγω της οικονομικής τους ανασφάλειας  κάνουν ταυτόχρονα τρεις και τέσσερις δουλειές, με αποτέλεσμα ο χρόνος που έχουν να διαθέσουν στην πρόβα τους να μην επαρκεί για τις ανάγκες της παράστασης.

Δεν το σέβονται  οι θεατρώνες, που επιτρέπουν πρωταγωνιστές – μύθοι να παίζουν στοιβαγμένοι σε μουχλιασμένα υπόγεια.

Δεν το σέβονται οι καλλιτεχνικοί διευθυντές που χάριν ταμείου και ισορροπιών κρατούν τις  πόρτες των μεγάλων θεάτρων κλειστές για τους νέους.

Δεν το σέβεται ο θεατής, όταν συμπεριφέρεται σε ένα δημόσιο χώρο, όπως αυτός  της θεατρικής αίθουσας, σα να είναι στο σπίτι του.

Δεν το σεβόμαστε όλοι μας,  γιατί  λόγω του προσωπικού μας συμφέροντος, αλλά και  του φόβου δυσκολευόμαστε να κρατήσουμε μια αντίστοιχη των κοινωνικών και πολιτικών περιστάσεων στάση».

Ο Μάνος Καρατζογιάννης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου «Σταθμός» στο Μεταξουργείο. Θα τον δούμε στον ρόλο του Πολυνείκη, στην παράσταση-σύνθεση «Οιδίπους» του σκηνοθέτη Σταύρου Τσακίρη, μια παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας, που θα κάνει πρεμιέρα στις 18 Ιουλίου στο Ρωμαϊκό Ωδείο της Πάτρας.

 

Θάνος Παπακωνσταντίνου: «Δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για να γράψει μια παράσταση και να βρει το κοινό της»

Photo by Elina Giounanli

 

Θάνος Παπακωνσταντίνου: «Είμαι σε μια γενιά ανθρώπων, οι οποίοι με το που ξεκινήσαμε να δουλεύουμε στο θέατρο, δεν μπήκαμε σ’ ένα καλό τοπίο. Να πω ότι σε αρκετές από τις παραστάσεις που έχω κάνει, δεν έχω πληρωθεί. Όταν ξεκίνησα, δεν ήταν κανόνας ότι θα πληρωθείς. Μπορώ να σου πω ότι όλα παίζουν, δεν υπάρχει κανόνας. Ξέρω ότι αγαπώ πολύ τη δουλειά μου, ότι θέλω να συνεχίσω να την κάνω, αλλά ποτέ κανείς δεν ξέρει για το μέλλον. Την πρώτη μου παράσταση την έκανα το 2011, το τελευταίο έτος των επιχορηγήσεων. Σε καμιά περίπτωση δεν συγκρίνεται η τότε οικονομική υποστήριξη από το κράτος με τον αντίστοιχο θεσμό που ξανα-ξεκίνησε τώρα. Μιλάμε για ποσά που μπορούσαν να στηρίξουν, όχι μόνο μια παράσταση, αλλά έναν ετήσιο προγραμματισμό θεάτρου. Να πω εκ προοιμίου, ότι μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έχω κάνει παραστάσεις, όπως συν-πλην τις ήθελα, πράγμα για το οποίο είμαι πολύ χαρούμενος, γιατί είναι σε πείσμα των όσων συμβαίνουν γύρω-γύρω. Γιατί αυτό το πράγμα που βλέπεις, ελλείψει στήριξης από σταθερούς φορείς και ελλείψει χρημάτων, σαφώς αντανακλά και στην ποιότητα των παραστάσεων. Υπάρχει το παράδοξο ότι βλέπεις πολύ περισσότερες παραστάσεις μέσα στην κρίση και φυσικά έχει αλλάξει ιλιγγιωδώς η ταχύτητα με την οποία παρουσιάζονται. Έχει καταλυθεί η έννοια της σαιζόν, όλες διαρκούν λίγο. Άνθρωποι μεταπηδούν συνεχώς από τη μια δουλειά στην άλλη ή κάνουν παράλληλα πράγματα, γιατί κάπως πρέπει να ζήσουν.

Ίσως να φαίνεται όμορφο το γεγονός ότι υπάρχει μια πολυφωνία, όμως προσωπικά πιστεύω ότι είναι σαν ν’ ακούς πολλές και διαφορετικές φωνές μαζί, που στο τέλος καταλήγουν ν’ ακούγονται σαν θόρυβος. Δεν ακούς στην πραγματικότητα κάτι, δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για να γράψει μια παράσταση και να βρει το κοινό της. Το θέατρο χρειάζεται καλώς ή κακώς να έχει μια πορεία παραστάσεων, δεν γίνεται να παιχτεί κάτι μια φορά και να πετύχει. Οπότε αυτό λειτουργεί αρνητικά και επίσης συντελεί στο να υπάρχει ένας γενικότερος αποπροσανατολισμός των θεατών, αλλά και ημών των δημιουργών, αφού υπάρχει διάσπαση σε πολλά διαφορετικά κέντρα. Αν δεν υπάρχουν χρήματα, το να μπορεί να ταξιδέψει μια παράσταση σε πέντε διαφορετικά σημεία είναι δύσκολο, χρειάζεται πολύ ελαφρύ σκηνικό, λίγους ανθρώπους… Εκ των συνθηκών δίνεται ένας τόνος και μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση δημιουργίας, ότι δηλαδή όλοι θα πρέπει να κάνουν τέτοιου είδους παραστάσεις. Οι περιορισμοί που υπάρχουν, που δεν μπορείς να έχεις κοστούμια, δεν μπορείς να έχεις σκηνικά, που περιορίζονται χρονικά οι πρόβες, στην πραγματικότητα διαμορφώνουν ένα καλλιτεχνικό τοπίο που ορίζει το πώς θα είναι η καλλιτεχνική δημιουργία μέσα σ’ αυτό και όχι, όπως πιστεύω εγώ, θα έπρεπε να γίνεται. Έχουμε πολύ καλό δυναμικό στην Ελλάδα, αλλά, όσο δεν υπάρχει ενίσχυση από θεσμούς, ούτως ή άλλως καταδικαζόμαστε σ’ ένα υψηλού επιπέδου ερασιτεχνισμό. Και δεν μπορείς να έχεις τις βάσεις και τις προοπτικές για μια δημιουργική πορεία, όπως την θες, και καλείσαι διαρκώς να βρεις λύσεις, απλά και μόνο για να γίνει αυτό που ποθείς. Γιατί ατομικά, ο καθένας από μας, δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσει τον ρόλο που θα έπαιζε το Υπουργείο ή ένας φορέας.

Δεν ξέρω πόσο εύκολα θα μπορούσε ν’ ανατραπεί αυτή εικόνα, γιατί δεν απαιτεί μόνο πρωτοβουλίες από τους ανθρώπους του θεάτρου, αλλά και μια διαπραγμάτευση συνολικά για το πώς αντιλαμβανόμαστε και θέλουμε να έχουμε τον πολιτισμό σ’ αυτή την χώρα, για το πώς θα ενισχύσουμε την πολιτιστική παραγωγή με σκοπό ν΄ανοίξει ένας δίαυλος επικοινωνίας και με το εξωτερικό».

Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου, σκηνοθέτης-ηθοποιός, σκηνοθετεί την παράσταση «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή, μια καλοκαιρινή παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου. Η «Ηλέκτρα» θα κάνει πρεμιέρα στις 20 & 21 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.

 

Χρύσα Καψούλη: «Εστιάζω στην ατομική ευθύνη, θέλει φαντασία η ζωή μας»

καψουλη

Χρύσα Καψούλη: «Είμαι από τους ανθρώπους που δεν πιστεύω στην κρίση. Πάντα θέτω το ερώτημα: εμείς τι κάνουμε; Ναι, ο καπιταλισμός είναι τεράστιος, ναι υπάρχουν οι πόλεμοι στην Ανατολή, αλλά εμείς πάντα πρέπει να εφευρίσκουμε τρόπους κάθε φορά να πορευόμαστε. Η Belle Epoque του ’90, όπου όλοι είχαμε ανέβει πάνω σ’ ένα skateboard και τρέχαμε, έχει τελειώσει. Επειδή έχω ζήσει πολύ στο εξωτερικό – η οικογένειά μου είναι μισή γερμανική-  ήδη από τα χρόνια που σπούδαζα, έβλεπα τους ανθρώπους εκεί να είναι στην κατάσταση σκέψης που βρισκόμαστε εμείς σήμερα, όσο κι αν φαίνεται περίεργο. Φίλοι μου είχαν δύο-τρία πτυχία, έπαιρναν κι ένα τέταρτο, ενώ έκαναν μια άλλη δουλειά. Προσπαθούσαν συνεχώς να βρουν καινούρια πράγματα. Δεν υπήρχε δημόσιος τομέας, όπου όλοι ξαπλώναμε. Εστιάζω λοιπόν στην ατομική ευθύνη. Εκεί λίγο χάσκουμε.

Να μιλήσω για το θέατρο: φέτος έκανα δύο σκηνοθεσίες και ανέλαβα κι ένα χώρο, το Small Argo full of Art, όπου κάναμε εννιά δικές μας παραγωγές και δύο συνεργασίες που φιλοξενήσαμε. Κοπιάσαμε πάρα πολύ, αγκομαχήσαμε πάρα πολύ, αλλά τα καταφέραμε. Δεν μπορείς να κοιτάς τον ουρανό και να περιμένεις να πέσει ένα ωραίο σύννεφο. Πιστεύω ότι η ζωή είναι μια άσκηση. Όσον αφορά στα νέα παιδιά, επειδή διδάσκω παράλληλα, έχω να πω ότι είναι πολύ πιο μορφωμένα, πολύ πιο έμπειρα από εμάς. Ακούω κάποιες φορές στις ειδήσεις ότι τα παιδιά φεύγουν στο εξωτερικό. Κι εγώ το ίδιο είχα κάνει. Τα παιδιά ταξιδεύουν, ξέρουν πιο πολλές γλώσσες, το μυαλό τους είναι πιο ανοιχτό, έχουν σχέσεις με το σύμπαν λόγω του internet και όταν αποφασίζουν να κάνουν κάτι, το κάνουν. Δες πόσες πολλές ομάδες δημιουργούνται. Έχουμε πολύ θέατρο και προσωπικά δεν το βρίσκω σαν ένα κακό σύμπτωμα, αντιθέτως! Το οικονομικό πρόβλημα, θυμάμαι τον πατέρα μου που έλεγε, ότι δε θα το λύσει η τέχνη, ποτέ δεν το έλυσε!

Στα χρόνια του Σαίξπηρ, του Μότσαρτ, του Μπετόβεν, του Μολιέρου οι χρηματοδότες ήταν οι πρίγκιπες. Εμείς δεν έχουμε πρίγκιπες, πρέπει να δουλέψουμε. Εγώ διδάσκω φουλ, γιατί αν περιμένω να ζήσω από την παράσταση της «Δεσποινίς Δυστυχία», έχω πρόβλημα εγώ. Οι γονείς μας έλεγαν να μην ασχοληθούμε με την τέχνη, γιατί θα πεινάσουμε. Ε λοιπόν ούτε οι φίλοι μου έχουν πεινάσει, ούτε εγώ. Άρα μήπως πρέπει να εργαστούμε πιο σκληρά; Μήπως πρέπει να έχουμε πιο πολλές ιδέες και να τις υλοποιούμε ακόμα και πάνω στο χάρτινο καραβάκι, που ονομάζει ο ηθοποιός της παράστασής μας, «κιβωτό»; Και γυρνάω στο Μάη του ’68… Θέλει φαντασία η ζωή μας!».

Η Χρύσα Καψούλη, σκηνοθέτης-ηθοποιός, έχει αναλάβει ως curator την ευθύνη του ρεπερτορίου των καλλιτεχνικών συναντήσεων, διαλέξεων και προγραμματισμού για το Small Argo full of Art (την  Δεύτερη Σκηνή του θεάτρου Αργώ).

 

Κώστας Γάκης: «Το θέατρο είναι ένα εργαλείο ελέγχου της βαρβαρότητας αυτού του κόσμου»

d

Κώστας Γάκης: «Αγαπητή δημοσιογράφε που σε ταλαιπώρησα τόσο μέχρι να στείλω κάτι που να μοιάζει με απάντηση: προσπάθησα επανειλημμένα αυτές τις ημέρες να απαντήσω στην ερώτησή σου σε σχέση με τις δυσκολίες του επαγγέλματος, αλλά η αλήθεια είναι, ότι κάθε φορά που έγραφα κάτι,  έμοιαζα εν μέρει σαν να μεμψιμοιρώ και εν μέρει σαν να ψεύδομαι. Κατέληγα δηλαδή ότι τα πράγματα είναι δυσβάσταχτα και αδιέξοδα και μαύρος ζόφος. Επίσης έβγαιναν σχεδόν άθελά μου(!) κάτι άθλια τσιτάτα περί κρίσης οικονομικής, κρίσης αξιών, κρίσης συνειδήσεως. Αλλά όλα αυτά μου φαινόντουσαν κάλπικα και επηρμένα. Προφανώς και υπάρχουν δυσκολίες οικονομικές, συνεννοήσεως των ανθρώπων, καβγάδες, ανεργία, δυστοκία. Αλλά όλα αυτά δεν μπορώ να τα βάλω σε λέξεις.

Μπορώ να δώσω μόνο κάποιες εικόνες:

  1. Κάναμε δύο μήνες εδώ στην Κύπρο να συνεννοηθούμε μεταξύ μας ηθοποιοί και συντελεστές μέσα σε μια άριστη οικονομική συνθήκη στην προετοιμασία του Mistero Buffo. Παρόλο που υπήρχαν καλοί υλικοί όροι (καλά λεφτά), συναντήσαμε μεγάλες δυσκολίες ειδικά στο επίπεδο της εμπιστοσύνης, της αθωότητας και της χαράς. Στην πρεμιέρα όλα πήγαν ρολόι και ξαφνικά βρήκαμε επιτέλους ένα μαγικό «μαζί», που φυσικά υπήρχε και στις πρόβες, αλλά για λόγους κλεισίματος προσωπικούς ο καθένας δεν άφηνε να ξεδιπλωθεί. Βρήκαμε ένα λόγο να συνυπάρξουμε αρμονικά και οργανικά στη σκηνή. Μετά το συζητήσαμε και ήμασταν όλοι με δάκρυα στα μάτια και τραγούδια στα χείλη…
  2. Ενώ υπάρχει τεράστια έλλειψη πόρων και budget και funding στην Αθήνα, πολλές φορές από αυτό το τίποτα και την «αγία φτώχεια» γεννιούνται σκηνοθετικά, δραματουργικά, υποκριτικά διαμάντια.

Καλό λοιπόν είναι να παραμένουμε ανοιχτοί, μαλακοί και εύπλαστοι μπροστά στις δυσκολίες και γενναιόδωροι, όταν η τύχη μας χαμογελά.

Καλό είναι να βοηθάμε τους πάσχοντες συναδέλφους μέσα στην οικονομική σφαγή της χώρας και να στεκόμαστε μαχητικοί ενάντια στην φαυλότητα της εξουσίας.

Καλό είναι ως σκηνοθέτες να σκοτώνουμε τον τύραννο μέσα μας. Ως ηθοποιοί να εκθέτουμε τον ψυχισμό μας απλόχερα, χωρίς τσιγγουνιές συναισθήματος. Ως άνθρωποι να μην κανιβαλιζόμαστε τόσο μα τόσο εύκολα και να μην περνάμε τις ώρες μας σε συζητήσεις χαμηλών κραδασμών και πρακτικές χαμηλής αισθητικής και στόχευσης.

Να μην πονάμε τον άλλον μέσα στο επάγγελμα. Είναι ένα επάγγελμα που θα μπορούσε να μοιάζει γη της επαγγελίας κι ωστόσο συχνά μετατρέπεται σε σκοτάδι ανήλιαγο, σε ανελέητο bullying, σε φόβο, σε κλίκες, σε ψιθυρισμούς, σε ανελαστικότητα, σε παρέλαση από κόμπλεξ, σε έλλειψη δημιουργικότητας· ενώ μπορούμε να έρθουμε κοντά, ν’ αγκαλιαστούμε και να ευτυχήσουμε ο ένας με τις ιδέες του άλλου, ο ένας με τα συναισθήματα του άλλου, ο ένας με τα όνειρα του άλλου· ενώ μπορούμε να μεθύσουμε από την ομορφιά…

Το θέατρο, είτε αυτό είναι δύσκολο (στεκούμενο νερό) είτε είναι ευροές (κυλάει αβίαστα και ευτυχεί) είναι ένα πλατύ, ολάνοιχτο πεδίο δυνατοτήτων, έμπρακτης επανάστασης, εργαλείο ελέγχου της βαρβαρότητας αυτού του κόσμου, χωραφάκι ανάπτυξης, χειραφέτησης και αλληλεγγύης. Όσο εργαζόμαστε γι’ αυτές τις αξίες, καμιά δυσκολία δεν μας τρομάζει, τίποτα δεν μας πτοεί, γιατί μαζί με τον εκάστοτε επόμενο θίασο θα βουτήξουμε ειλικρινά και χωρίς ζώνη ασφαλείας στα νερά της δημιουργίας με πίστη στους άλλους και χωρίς κανένα αποκούμπι.

Κάπως έτσι ίσως μοιάσουμε με τους μεσαιωνικούς γελωτοποιούς που έπαιζαν τη ζωή τους κορώνα – γράμματα για να υπερασπιστούν το χιούμορ, την τρυφεράδα, τη συγκίνηση και την ανοιχτή πάντα συζήτηση πάνω στις σκοτεινές πλευρές αυτού του κόσμου που πρέπει και μπορεί να αλλάξει».

Ο Κώστας Γάκης, σκηνοθέτης-ηθοποιός-μουσικός, έχει αναλάβει μαζί με τον Κωνσταντίνο Μπιμπή και τον Λευτέρη Πλασκοβίτη το θέατρο Άλφα.Ιδέα, θεατρικό σπίτι της ομάδας θεάτρου «Ιδέα» (Αθηνά Μουστάκα, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Κώστας Γάκης). Η παράσταση «Μιστέρο Μπούφο», που σκηνοθέτησε (μουσική και στίχοι δικοί του), έκανε πρεμιέρα στις 22 Ιουνίου στη Λευκωσία και συνεχίζει σε όλη την Κύπρο έως 25 Ιουλίου.

 

Δημήτρης Τσιάμης: «Δεν υπάρχει άλλος χώρος για ναρκισσισμούς, ματαιοδοξίες και συντεχνιακές λογικές»

ψ

Δημήτρης Τσιάμης: «Η κρίση ανέδειξε και πολλαπλασίασε τις γνωστές παθογένειες του ελληνικού θεάτρου. Ειδικά σήμερα, που η κατάσταση φτάνει όλο και πιο συχνά σε θέματα επιβίωσης, αυτό που παρατηρούμε σε πολλές περιπτώσεις να συμβαίνει τελικά, είναι άκρως αντικαλλιτεχνικό και απογοητευτικό: Απάνθρωπος και χυδαίος ανταγωνισμός, κανιβαλισμός, κυνισμός και απαξίωση, αναξιοπρέπεια, εκμετάλλευση, συμβιβασμός, ανθυγιεινές επαγγελματικές σχέσεις, υστερία. Το πώς τοποθετούμαστε καλλιτεχνικά μέσα σε αυτές τις συνθήκες είναι θέμα αντοχών, ηθικής και διαφοροποίησης. Εν τέλει θέμα ουσίας.

Δεδομένων των νέων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, αλλά οπωσδήποτε και ανεξάρτητα από αυτές, αν το θέατρο δεν μετουσιώνει κάτι, δεν έχει και νόημα να γίνεται. Οι παραστάσεις τα τελευταία χρόνια πλήθυναν, αλλά δυστυχώς ελάχιστες είναι αυτές που καταφέρνουν να προσφέρουν μια πραγματική αισθητική και πνευματική εμπειρία στους ίδιους τους ηθοποιούς που συμμετέχουν σε αυτές και στους θεατές.

Η κρίση έφερε περισσότερο φόβο, δισταγμό και αμηχανία. Μαζί με τους οικονομικούς πόρους μειώθηκε και η τόλμη, η πραγματική έμπνευση και η δημιουργικότητα, η διάθεση για ουσιαστική έρευνα και πειραματισμό. Ακόμη κι όταν οι πόροι βρίσκονται, συνήθως οι καλλιτέχνες ανταποκρίνονται μ’ ένα αισθητικό αναμάσημα των επιτυχιών της προηγούμενης σεζόν ή με κάτι που να ταιριάζει στο προφίλ των χρηματοδοτών. Το θέατρο συντηρητικοποιείται και το πραγματικά ελεύθερο θέατρο περιθωριοποιείται.

Το να εξυπηρετηθεί η ανάγκη ή το δεδομένο κάποιων ηθοποιών να “εμφανιστούν κάπου φέτος” από μόνο του δεν λέει απολύτως τίποτα για το θέατρο. Δεν υπάρχει άλλος χώρος για ναρκισσισμούς, ματαιοδοξίες και συντεχνιακές λογικές.

Όλοι γνωρίζουμε τουλάχιστον έναν ηθοποιό που έχει αποσυρθεί – ενώ δεν θα ‘πρεπε – και γνωρίζουμε και άλλους δέκα που δεν το’ χουν κάνει, ενώ θα ‘πρεπε. Δικαιοσύνη θα ήταν αυτοί οι δέκα να αναλάμβαναν την παραγωγή μια παράστασης με ηθοποιούς που έχουν αποσυρθεί (ενώ δεν θα έπρεπε) κι ύστερα να αποσυρθούν οι ίδιοι».

Ο Δημήτρης Τσιάμης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, ολοκλήρωσε στις 15/6/2018 την παράσταση που σκηνοθέτησε στο Bios.Basement με τίτλο «In A Gadda Da Vida».

 

 

Διάβασε επίσης το πρώτο (Volume 1) και δεύτερο μέρος (Volume 2) του ρεπορτάζ μας «Ηθοποιοί, σκηνοθέτες και μουσικοί στην Ελλάδα της κρίσης»:

«Ηθοποιός στην Ελλάδα της κρίσης;» Έξι ηθοποιοί απαντούν | Vol.1

«Η τέχνη είναι το δικαίωμα στο όνειρο»- Volume 2

Σχόλια

X