Η τελευταία σκηνοθετική δουλειά του Λάνθιμου, The Killing of a Sacred Deer, προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη 2 Νοεμβρίου και η ημερομηνία θα είναι ιστορική. Για πρώτη φορά Έλληνας σκηνοθέτης παρουσιάζει έργο στιβαρό που αρθρώνει αυτοτελές λεξιλόγιο με διεθνώς πλέον αναγνωρίσιμα ιδιώματα. Η Λανθιμική γλώσσα αποκρυσταλλώθηκε και μέσα στην τελευταία δεκαετία οδηγήθηκε σε μια διαυγή οικουμενική διατύπωση για τον άνθρωπο.

Η ιστορία αφορά τη ζωή μιας πλούσιας μεγαλοαστικής οικογένειας που η ηρεμία της διαταράσσεται από την φιλική σχέση που αναπτύσσει ο γιατρός πατέρας με τον έφηβο Martin, ο οποίος έρχεται ως τιμωρός να επιβάλει νέμεση για το θάνατο του πατέρα του.

Ως Έλληνας ψάχνεις το “success story” πίσω από τον όνομα Γιώργος Λάνθιμος. Δύο βραβεία στο Διεθνές Φεστιβάλ των Καννών και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ , γεγονός που έχει να συμβεί από το 1977, με την υποψηφιότητα του Μιχάλη Κακογιάννη. Η ανθρώπινη φύση οδηγείται ακούσια σε ένα σταυροδρόμι, από τη μια είναι ο φθόνος και από την άλλη η επιθυμία να ακολουθήσεις κι εσύ τα λαμπρά βήματα του ταλαντούχου Έλληνα. Κάποιοι πήραν τον πρώτο δρόμο γράφοντας αυστηρές κριτικές, ενώ άλλοι ένιωσαν περήφανοι.

Το ιερό ελάφι όμως δεν ελαφρύνει τη θέση κανενός από τα δύο στρατόπεδα. Όσοι ένιωσαν περήφανοι δε μπορούν να αγνοήσουν το αιχμηρό σχόλιο της ταινίας  στην παθογένεια της οικογένειας, ως κοινωνική δομή, με σοβαρές υποψίες ότι οι «μπηχτές» αφορούν την ελληνική πραγματικότητα. Όπως και στον «Κυνόδοντα» έτσι κι εδώ προσάπτεται στην ελληνική οικογένεια το  γνώρισμα ενός μηχανισμού ομογενοποίησης και ισοπέδωσης του παιδιού μέσω της βίας.

Αλλά και αυτοί που συγκρίναν το εκτόπισμα των ηρώων του Ευριπίδη με του Λάνθιμου, με τη ζυγαριά να γέρνει σε βάρος του δεύτερου, αποστομώθηκαν από την αξιοθαύμαστα απενοχοποιημένη, και με βαθιά κατανόηση, αναφορά του σκηνοθέτη στους μεγάλους του δασκάλους.

Όταν ο νεαρός Martin επισκέπτεται το σπίτι του Steven και χτυπά το κουδούνι ο σκηνοθέτης τοποθετεί την κάμερα εντός της οικείας αποκρύπτοντας τον «κίνδυνο» πίσω από τα δομικά στοιχεία του τοίχου και της πόρτας, θυμίζοντας τα σταθερά πλάνα του αστικού σπιτιού στον «Κρυμμένο» και τη παιδεραστική σκηνή πίσω από την πόρτα του διαδρόμου που κλείνει απότομα στον θεατή ο Χάνεκε στη «Λευκή Κορδέλα».

Με ανάλογη ηθική συγκρότηση, τα ευρυγώνια σταθερά κάδρα των εσωτερικών χώρων, αλλά και οι σεναριακές αναφορές στo «Mάτια Ερμητικά Κλειστά» εγγράφουν ένα στοχασμό πάνω στον Κιούμπρικ εισάγοντας ένα νέο, πανίσχυρο κινηματογραφικό εργαλείο, αυτό της εκφοράς του λόγου. Οι ήρωες μιλούν ξύλινα στην αρχή της ταινίας, και προοδευτικά, όσο εξελίσσεται η ιστορία, ο λόγος τους γίνεται ρεαλιστικός. Το αποτέλεσμα είναι η δράση να επιδρά πάνω στον ήρωα στον ίδιο χρόνο που επιδρά πάνω στον θεατή και έτσι οι δυο τους χέρι χέρι εμπλέκονται στην κινηματογραφική αναπαράσταση.

Το γνώριμο οικιακό περιβάλλον είναι το πεδίο δράσης μιας σύγχρονης τραγωδίας που ξεγυμνώνει τον άνθρωπο, ορθώνει ανάστημα στη θεωρία της Δαρβινικής εξέλιξης και σαρκάζει την ελληνική κοινωνία που δεν αναγνωρίζει νόμους αλλά αρχηγούς.

Ο Martin ζήτα από τον πατέρα να ανοίξει το πουκάμισο του στη σκηνή στο ιατρείο αποκαλύπτοντας την τριχοφυΐα στο στήθος και στις μασχάλες του, στοιχειοθετώντας την βραδέα εξέλιξη μας από τον Αυστραλοπίθηκο. Στη σκηνή στο κρεβάτι του ζευγαριού το κινηματογραφικό κάδρο απομονώνει τη μάνα, η οποία ξαπλωμένη υποδύεται πως είναι αναίσθητη, και στη συνέχεια αποτραβιέται από το σταθερό πλάνο σαν θήραμα από τον Σύζυγο, Πατέρα, Αρχηγό.  Στην κουζίνα ο γιος έρπεται στο πάτωμα πλησιάζοντας τον πατέρα πίσω από τον πάγκο, ενώ στα αριστερά το λαμπραντόρ, στο ίδιο επίπεδο, τρώει τη σκυλίσια τροφή του.

Το ιερό ελάφι αψεγάδιαστο και μεγαλειώδες ενεργοποιεί μια προσωπική ηθική, εγγεγραμμένη γενετικά, που κατευθύνει τον άνθρωπο σε μια ανάγνωση που ορίζεται ενστικτωδώς από το αίσθημα ότι είναι αδαής και ανεπαρκής μπροστά στη νέα γνώση ή εύγνωμον για την αλήθεια που του προσφέρεται όσο απαιχθής κι αν είναι.

Το site της Δήμητρας

Σχόλια

X