Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε τον Louis Armstrong πλήρως ανανεωμένο μουσικά, ηχογραφώντας σπουδαία τραγούδια και παντρεμένο με την Lucille Wilson, με την οποία πέρασε εν τέλει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του (διάβασε το δεύτερο μέρος του αφιερώματος μας στον Pops εδώ και το πρώτο εδώ).

Στα μέσα των 40s ο πυρετός της σουίνγκ είχε καταλαγιάσει και η εποχή των big bands είχε πλέον σχεδόν τελειώσει. Ο Armstrong προβλέποντας τις επικείμενες αλλαγές στον μουσικό κόσμο, δημιούργησε ένα πιο μικρό σχήμα, εξαμελές, τους All Stars. Η σύνθεση άλλαξε πολλές φορές κατά τη διάρκεια των χρόνων, αλλά ήταν η μπάντα που συνόδευε τον Pops σε όλη την υπόλοιπη καριέρα του. Μόνο κάποιοι από τα θρυλικά μέλη των -κυριολεκτικά- All Stars ήταν οι Jack Teagarden, Earl «Fatha» Hines, Sid Catlett, Barney Bigard, Trummy Young, Edmond Hall, Billy Kyle και Tyree Glenn.

Μέχρι τα μέσα των 50s ο Pops συνέχισε να ηχογραφεί με την Decca Records, εμβληματικά κομμάτια όπως τα Blueberry Hill, That Lucky Old Sun, La Vie En Rose, A Kiss to Build a Dream On, I Get Ideas κ.ά., λίγο πριν υπογράψει στην Columbia ηχογραφώντας μερικά από τα καλύτερα άλμπουμ της καριέρας του. Με τον George Avakian στην παραγωγή, δημιουργήθηκαν δίσκοι όπως τα Louis Armstrong Plays W.C. Handy, Satch Plays Fats ενώ για χάρη της Columbia ο Armstrong έφερε το Mack the Knife του Kurt Weill στα… μέτρα του, σε μια μεγάλη επιτυχία τόσο για τον ίδιο όσο και για την εταιρεία.

Αν και χρονολογικά και συγκριτικά με άλλους άργησε, μιας και πλέον πλησίαζε τα 50, η δεκαετία του ’50 άλλαξε την ιστορία του Armstrong προς το πολύ καλύτερο. Η φήμη του πέρα από τον Ατλαντικό εκτοξεύτηκε, έγινε από τους αγαπημένους της Ευρώπης κι όχι μόνο, αφού εμφανιζόταν συχνά και σε Ασία και Αφρική και καθόλου τυχαία πλέον τον ακολουθούσε το προσωνύμιο Ambassador (=πρεσβευτής) Satch. Τον ακολουθούσε κι ο Edward R. Murrow του CBS, με μια κάμερα στον ώμο, για το ντοκιμαντέρ Satchmo the Great που κυκλοφόρησε το 1957.

Ο Pops ήταν πρότυπο για την αφροαμερικανική κοινότητα, ήρωας ίσως έλεγε κανείς, είχε σπάσει φράγματα και προκαταλήψεις, ήταν πλέον παγκοσμίως γνωστός κι είχε εδώ και χρόνια καθιερωθεί ως ένας από τους σπουδαιότερους της τζαζ.

Παρ’ όλα αυτά, στα τέλη των 50s έχασε σταδιακά δυο σημαντικά μέρη του κοινού του. Το Bebop του Dizzy Gillespie, του Charlie Parker και του Miles Davis είχε κάνει δυναμικά την εμφάνισή του, οι μουσικοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους καλλιτέχνες κι όχι διασκεδαστές και τόσο οι φίλοι της μοντέρνας τζαζ, όσο και οι νεαρότερες γενιές, στράφηκαν σε εκείνη την πλευρά της μουσικής που γεννιόταν μπροστά στα μάτια τους.

Ο Armstrong είχε αρχίσει να δέχεται έντονη κριτική όχι μόνο για την… παλιομοδίτικη μουσική και το στυλ του, αλλά και για την αποχή του από την πολιτική σκηνή, μιας και ήταν η εποχή που η μάχη για τα πολιτικά δικαιώματα ήταν εντονότερη από ποτέ. Τα γεγονότα στο Little Rock Central High School το 1957 άλλαξαν τον τρόπο που αντιμετώπιζε την κοινωνική κρίση ο Louis. Εννέα αφροαμερικανοί μαθητές κλείστηκαν έξω από το σχολείο από την εθνοφρουρά που έστειλε ο ίδιος ο κυβερνήτης του Άρκανσας, Orval Faubus. Ο οργισμένος Armstrong δήλωνε στον Τύπο ότι ο Eisenhower, τότε πρόεδρος, δεν είχε καθόλου κότσια που άφηνε τον Faubus να κάνει κουμάντο, κι ότι “με τον τρόπο που φέρονται στους ανθρώπους μου εκεί στο Νότο, η κυβέρνηση μπορεί να πάει στο διάολο”, με το… λευκό μέρος του κοινού του να τον κριτικάρει έντονα και μέχρι και μουσικούς να στέκονται απέναντί του.

Παρά τους τέσσερις γάμους του, ο Louis Armstrong δεν απέκτησε ποτέ παιδιά. Για την ακρίβεια, απέκτησε μια κόρη. Το 1954 εμφανίστηκε η Lucille «Sweets» Preston, με την οποία ο Pops είχε παράλληλη σχέση για κάποιο καιρό. Ήταν έγκυος και ισχυριζόταν ότι το παιδί ήταν δικό του, έτσι, στις 24 Ιουνίου 1955, λίγο πριν τα 54α γενέθλιά του, ο Louis έγινε πατέρας της Sharon Preston. Δεν παραδέχτηκε ποτέ δημόσια τη σχέση του με την κόρη του, υπάρχουν όμως πλήθος γραμμάτων που αποδεικνύουν ότι έστω από μακριά κρατούσαν επαφή κι όχι μόνο αυτό, αλλά πλήρωνε τα έξοδα της σίτισης και εκπαίδευσής της. Ανεξάρτητα από το αν ήταν πράγματι ο πατέρας της, ήθελε να είναι, κι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του αυτή η πατρική ανάγκη κι αγάπη να βρίσκει αντίκρισμα.

Η σταδιακή απομάκρυνση του κοινού από τα μέσα των 50s δεν ήταν αρκετή για να πτοήσει τον Pops, που, τουλάχιστον ψυχολογικά, ζούσε τη δεύτερή του νιότη. Οι εξαντλητικές του περιοδείες επέφεραν το 1959 μια καρδιακή προσβολή, η οποία όμως δεν στάθηκε ικανή να τον σταματήσει, καθώς συνέχισε και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας να δίνει 300 συναυλίες το χρόνο. Έχοντας μείνει δυο χρόνια μακριά από το στούντιο, το 1963 επέστρεψε στις ηχογραφήσεις και τα μιούζικαλ ηχογραφώντας για το πλέον ιστορικό show του Broadway, Hello, Dolly!. Αν αναρωτιέσαι πόσο σημαντική ήταν εκείνη η κυκλοφορία, ας αναφέρουμε απλώς πως κατάφερε να εκτοπίσει από την πρώτη θέση των charts τους Beatles, την εποχή που η Beatlemania είχε αρχίσει να ξεφεύγει από τον έλεγχο και τα Σκαθάρια έμπαιναν στη στρατόσφαιρα, με το νεανικό κοινό να στρέφεται και πάλι προς τη μουσική του Armstrong.

Εκείνη την εποχή μάλιστα αυτός και η μπάντα του έσπασαν το “Σιδηρούν Παραπέτασμα”, με εμφανίσεις το 1965 σε περιοχές όπως το Ανατολικό Βερολίνο κι η Τσεχοσλοβακία που ήταν μέρος της Σοβιετικής Ένωσης.

Το 1967 ο Pops ηχογράφησε μία ακόμα, την πιο αναγνωρίσιμη ίσως, μπαλάντα του. Απαλλαγμένη τελείως από πνευστά, σε πλήρη αντίθεση με το ρεύμα της εποχής, με τη βραχνή φωνή του Louis να “πατά” πάνω σε ένα χαλί εγχόρδων κι αγγελικών φωνών, αυτό ήταν το What a Wonderful World. Όσο τραγουδούσε με την ψυχή του, στο μυαλό του είχε το σπίτι του στο Queens. Παρόλο που η αναγνώριση για το κομμάτι στην Αμερική ήρθε μόλις το 1986, όπου ακουγόταν στην ταινία Good Morning Vietnam, έγινε γρήγορα νο.1 σε χώρες όπως η Αγγλία και η Νότιος Αφρική. Η εξαντλητική και ανήσυχη ζωή του όμως είχε πια αρχίσει να έχει αισθητές συνέπειες πάνω στον Louis.

Προβλήματα με την καρδιά και το συκώτι του τον ανάγκασαν το 1969 να σταματήσει τις ζωντανές εμφανίσεις. Την ίδια χρονιά ο από χρόνια μάνατζερ και φίλος του Joe Glaser έφυγε από τη ζωή και ο Pops πέρασε μεγάλο μέρος του έτους απομονωμένος στο σπίτι του, καταφέρνοντας όμως να εξασκείται καθημερινά στην τρομπέτα. Το καλοκαίρι του 1970 οι γιατροί του επέτρεψαν να παίξει ζωντανά και δεν έχασε την ευκαιρία, παίζοντας σε Λας Βέγκας, Λονδίνο, Ουάσινγκτον και Νέα Υόρκη, όπου έπαιξε για δυο εβδομάδες, πριν μια ακόμα καρδιακή προσβολή τον καταβάλλει για τους επόμενους δυο μήνες.

Το Μάιο του 1971 ο Pops επέστρεψε στο σπίτι του στο Queens. Σύντομα μπορούσε να παίξει ξανά, και με το τεράστιο χαμόγελό του υποσχέθηκε μια τελευταία μεγάλη συναυλία. Στις 6 Ιούλη, ο Louis Armstrong βρήκε τη γαλήνη που απλόχερα πρόσφερε με τη μουσική του, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στον ύπνο του, στο σπίτι που αγάπησε και ήταν πάντοτε ο τελικός προορισμός, όσα μέρη κι αν γύρισε.

Σχόλια

X