Τον ηθοποιό Βαγγέλη Στρατηγάκο τον γνωρίζω μέσα από τις δύο τελευταίες παραστάσεις του που έχω δει, την «Μηχανή Άμλετ» του Χάινερ Μύλλερ σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Χατζάκη και την «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» του Χάινριχ Μπελ που παρουσιάζεται φέτος στο Studio Μαυρομιχάλη, σε σκηνοθεσία Φώτη Μακρή. Και τις δύο φορές ο ρόλος του υπήρξε πολύ απαιτητικός: ένας μονόλογος, που όλη η ευθύνη πέφτει πάνω στον μοναδικό ηθοποιό στο να μπορέσει να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών και μια θεατρική μεταφορά ενός βιβλίου, όπου συνεχώς αλλάζει ρόλους. Η εικόνα που έχω αποκομίσει από τον Βαγγέλη Στρατηγάκο ως ηθοποιό είναι η καθαρή άρθρωση και η σταθερότητα που έχει επί σκηνής υποστηρίζοντας τον ρόλο του ανεξαρτήτως δυσκολιών. Συναντηθήκαμε στην ωραία αυλή του Six D.o.g.s. και μιλήσαμε για πολλά με αφορμή την παράσταση «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ.»

Βαγγέλη, μετά τον Γερμανό θεατρικό συγγραφέα Χάινερ Μύλλερ στον Γερμανό συγγραφέα Χάινριχ Μπελ. Έχεις κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στους Γερμανούς συγγραφείς; Πώς προέκυψε αυτή η συγκυρία;

Β.Σ.: Ήταν τυχαίο. Όταν μου έκαναν την πρόταση να παίξω στην παράσταση, δέχτηκα με πολλή χαρά, γιατί ήξερα τα μέλη της ομάδας και μου άρεσε πολύ και ο Böll, ως μεταπολεμικός συγγραφέας της Γερμανίας, όπως ήταν άλλωστε και ο Müller. Η παράσταση «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» μου αρέσει επίσης, γιατί δεν υπάρχει μια στεγνή φόρμα. Πρέπει να βάλεις το συναίσθημά σου, να εναλλάσσεις συνεχώς, με φοβερές ταχύτητες, ρόλο αφηγητή, όπου έχεις μια άμεση επαφή με το κοινό, με τον κανονικό ρόλο, όπου εκεί υπάρχει το τείχος ηθοποιού και κοινού.

Πόσο διαφορετική είναι η αίσθηση για σένα να περνάς από το μονόλογο της Μηχανής Άμλετ, όπου ήσουν αυτόνομος επί σκηνής, σε μια παράσταση όπου όλα τα μέλη του θιάσου έχουν ισότιμο ρόλο;

Β.Σ.: Στον μονόλογο νιώθεις μεγάλη ελευθερία, αλλά και φόβο στην αρχή. Ήταν δύσκολο αρχικά να συνηθίσω στο διαφορετικό, γιατί τώρα έπρεπε να έχω σύνδεση και με έναν άλλο άνθρωπο. Όταν παίζεις με μια ομάδα ηθοποιών, οφείλεις να σέβεσαι του καθενός την αναπνοή, τις ανάγκες του, να προσέχεις πώς θα του δώσεις την ατάκα, ώστε να μην τον «βγάλεις έξω». Μου αρέσει όμως, γιατί τώρα δεν νιώθω μόνος μου.

Πιστεύεις ότι το βιβλίο του Μπελ, «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», μπορεί εύκολα να μεταφερθεί στο σανίδι; Ποια είναι η δική σου εμπειρία από την παράσταση, όπως την διαμορφώσατε;

Β.Σ.: Καταρχήν η διασκευή του έργου είχε ήδη γίνει από την ομάδα, όταν μπήκα κι εγώ στο θίασο. Το έργο είναι σαν ρεπορτάζ. Σου βάζει ημερομηνίες, σου βάζει ονόματα. Στο βιβλίο δεν δυσκολεύεσαι, γιατί αν ξεχάσεις κάτι, γυρίζεις σελίδα. Η παράσταση είναι έτσι διαμορφωμένη, που ο ωκεανός της σύγχυσης με τα ονόματα και τις ιστορίες γίνεται επί τούτου, ώστε ο θεατής να επιλέξει ποιο είναι το σημαντικό μήνυμα, ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα και να γίνει ο ίδιος ένας ρεπόρτερ. Δεν είναι το ζητούμενο να συγκρατήσει τα ονόματα, αλλά το να βρει το ουσιαστικό κομμάτι αυτής της ιστορίας. Αυτό που μας έχει πει ο σκηνοθέτης, Φώτης Μακρής, είναι ότι από την πρώτη κουβέντα του ηθοποιού μέχρι την τελευταία που θα ακουστεί, υπάρχει ένα νήμα, το οποίο δεν πρέπει να σπάσει. Είναι το νήμα της ιστορίας και της αφήγησης: πώς η Καταρίνα Μπλουμ κατέληξε εκεί, χωρίς να έχει κάνει κανένα κακό. Τα κωμικά στοιχεία της παράστασης, η μουσική, τα φώτα δεν πρέπει να παρασύρουν εμάς τους ηθοποιούς στο να χάσουμε αυτό το νήμα, κάτι που απαιτεί πολλή συγκέντρωση, γιατί είναι δύσκολο. Είναι δηλαδή η παράσταση σαν να ανοίγεις την γερμανική εφημερίδα Bild και να προσπαθείς μέσα από όλα τα περιττά πράγματα που έχει να βρεις το ουσιαστικό. Αυτό καλείται και ο θεατής να κάνει, να ανακαλύψει πέρα από τα πολλά ονόματα και τις κωμικές καταστάσεις την ουσία του θέματος. Η παράστασή μας δεν είναι δογματική, δεν υψώνει το δάχτυλο, αλλά δίνει τροφή για σκέψη.     

Ποιο περιεχόμενο αποδίδεται στον όρο Κιτρινισμός;  

Β.Σ.: Έχουν γίνει της μόδας οι ψεύτικες ειδήσεις. Ακούω συνέχεια για τα fake news, ειδικά στο ίντερνετ. Στα πλασάρουν συνεχώς κι εσύ δυστυχώς δεν έχεις το χρόνο να ερευνήσεις ποια είναι η αληθινή είδηση και ποια όχι. Εμείς, μέσα από την έρευνα που κάναμε βλέποντας τίτλους ελληνικών εφημερίδων και συγκρίνοντας με αυτούς της γερμανικής εφημερίδας Bild, είδαμε τρομακτικές ομοιότητες. Είναι απίστευτο, πόσο κοινό είναι πλέον αυτό το πνεύμα στον τύπο! Στην παράσταση βλέπεις, ότι στην ίδια σελίδα μπορεί να είναι ένα γυμνό μαζί με μια ξυριστική μηχανή, δηλαδή σου δίνει ένα μήνυμα και μετά στο «παίρνει πίσω» εμφανίζοντας ένα νέο δίπλα.

Γιατί επιλέξατε να εμφανίζεται η γερμανική εφημερίδα Bild στην παράσταση και όχι κάποια ελληνική με παρόμοιο περιεχόμενο;

Β.Σ.: Σε όλο το έργο ο Μπελ δεν αναφέρει όνομα εφημερίδας, την ονομάζει «Η Εφημερίς», γιατί θέλει να πιάσει όλες τις εφημερίδες. Επιλέξαμε την Bild, επειδή το έργο είναι γερμανικό κι επειδή την αναφέρει και ο ίδιος ο Μπελ στην αρχή του βιβλίου του, όπου λέει ότι «αν ο αναγνώστης διακρίνει κάποιες ομοιότητες με την εφημερίδα Bild, στα σημεία που περιγράφονται ειδικές μορφές ‘δημοσιογραφικής δεοντολογίας’, ας λάβει υπόψη πως οι ομοιότητες αυτές δεν είναι ούτε σκόπιμες ούτε τυχαίες – αλλά απλώς, αναπόφευκτες.» Η Bild προηγείται όλων. Το αρχιτεκτόνημα της Bild έχει περάσει στις δικές μας εφημερίδες, όλος ο σχεδιασμός της εφημερίδας έχει επηρεάσει και τις ελληνικές.

Το όνομα Καταρίνα, έγραψε κάποιος, ότι μπορεί να παραπέμπει στην ελληνική λέξη «καθάρια«. Συμφωνείς με αυτή την ερμηνεία;

Β.Σ.: Πολύ ωραίο αυτό! Δεν το ξέρω. Όμως ναι! Η Καταρίνα είναι μια κοπέλα, που από μικρή ηλικία δουλεύει σκληρά. Είναι καθαρός άνθρωπος και εξαιτίας μιας νύχτας που περνά μαζί με έναν καταζητούμενο, χωρίς όμως να το ξέρει, καταλήγει να γίνει θύμα του κιτρινισμού του τύπου, μέσα σε τέσσερις μέρες. Ο Τύπος δεν αφήνει ούτε συγγενικό ούτε φιλικό της κύκλο που να μην αμαυρώσει. Βλέπουμε πού καταλήγει η Καταρίνα, όταν χάνει την αξιοπρέπειά της, όταν παίρνει το νόμο στα χέρια της, γιατί νιώθει αβοήθητη. Αλλάζει κι ενώ δεν ήταν καθόλου ένα άτομο με επαναστατικές ιδέες, ξαφνικά πλησιάζει το προφίλ του αναρχικού. Τι καταφέρνει η εφημερίδα με τα ψέματά της; Να μείνουν οι ψεύτικες κατηγορίες στον κόσμο! Πώς στο δικαστήριο ο δικηγόρος λέει κάτι επίτηδες και ξέρει ότι θα γίνει ένσταση, αλλά το μόνο που τον νοιάζει είναι να ακουστεί η κατηγορία στους ενόρκους; Το ίδιο κι εδώ. Η Καταρίνα είναι μια ιστορία για την τιμή και την αξιοπρέπεια του ατόμου. Το πιο σημαντικό πράγμα για έναν άνθρωπο! Είναι τραγικό το γεγονός, ότι ο κόσμος σήμερα έχει γεμίσει αναξιοπρεπείς. Επικρατεί σε όλα ένα «και τι έγινε;» Δεχόμαστε τα πάντα πολύ εύκολα, τα σημαντικά δεν ξεχωρίζουν από τα ασήμαντα, μια σύγχυση είναι όλα.

Εσύ έχεις βρει τον τρόπο να ξεφεύγεις από τέτοιες καταστάσεις;

Β.Σ.: Ξεφεύγω διαβάζοντας. Μπορεί να μην έχω διαβάσει πολύ, αλλά αγοράζω βιβλία ογκώδη. Έχω αρχίσει εδώ και μήνες το «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» του Προυστ, που είναι επτά τόμοι. Το παλεύω, θα βρω χρόνο και θα το διαβάσω. Χρειάζεται χρόνος για να δώσεις σημασία σε κάτι. Με την υπερπληροφόρηση που κυριαρχεί, δεν πληροφορείσαι τελικά για τίποτα. Το ίδιο και με τις θεατρικές παραστάσεις. Μπορεί να υπάρχουν καλές, που χάνονται, αλλά κι εδώ δεν υπάρχει πάλι χρόνος για να το ψάξεις. Έλεγε κάποιος: «Αν θέλεις κάποιον να τον κάνεις βλάκα, βομβάρδισέ τον με πληροφορίες.» Όλα είναι σαν την Wikipedia, ακόμα και στα διδακτορικά, κόβουν και ράβουν έτοιμες πληροφορίες χωρίς κριτική σκέψη. Επίσης με τις παραστάσεις σκέφτομαι βιβλία με ανάλογο περιεχόμενο και με την Καταρίνα Μπλουμ μου ήρθε στο μυαλό το βιβλίο του Νιλ Πόστμαν «Διασκέδαση μέχρι θανάτου» (1985), γιατί γράφει μέσα, ότι ο πολιτισμός μιας χώρας κρίνεται και από τα μέσα που έχει για να διαδίδει διάφορα μηνύματα και ειδήσεις. Ο Όργουελ μίλαγε στο «1984» για τον φόβο, ότι δεν θα υπάρχουν βιβλία στο μέλλον και ο Χάξλεϋ έλεγε, ότι ο ίδιος ο άνθρωπος δεν θα θέλει να διαβάσει πλέον. Ενώ τίποτα δεν θα απαγορεύεται και όλα θα είναι ελεύθερα, εσύ δεν θα ενδιαφέρεσαι πια. Ένα πάγωμα, ένα θόλωμα. Όπως είναι δηλαδή και σήμερα τα πράγματα.

Ποια είναι η γνώμη σου για την κριτική που ασκείται στο θέατρο μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης; Διαβάζεις κριτικές που γίνονται για σένα;

Β.Σ.: Είναι σπάνιο να γνωρίσεις κάποιον που να έχει μια κριτική σκέψη απαλλαγμένη από απωθημένα και κακίες. Ο κριτικός δε σημαίνει ότι είναι πάντα ο σωστός. Λέει την άποψή του. Μια κριτική που είναι πιο εμπεριστατωμένη θα μπορούσε μέσα από μια βιβλιογραφία που θα προτείνει να σε προτρέπει να διερευνήσεις και ο ίδιος νέους δρόμους. Οι περισσότερες είναι της επιφάνειας.  Δύσκολα θα βρεις κριτικές που θα τις αγκαλιάσεις, επειδή θα έχουν κάτι να σου προσφέρουν, πιο πιθανό είναι να μην ασχοληθείς  ή να νευριάσεις. Παλιά διάβαζα κριτικές, τώρα όχι.

Ποιο είδος θεάτρου προτιμάς;

Β.Σ.: Tο θέατρο του Παραλόγου. Μου αρέσει το υπόγειο χιούμορ, όχι το επιθεωρησιακό, ψάχνω το υπαρξιακό χιούμορ και θα ήθελα να παίζω σε τέτοια έργα.

Ποια είναι η σχέση σου με τη μουσική;

Β.Σ.: Τη θεωρώ την υπέρτατη μορφή τέχνης. «Όλα θέλουν να γίνουν μουσική». Στην «Μπλε Ταινία» του Κισλόφσκι εμφανίζεται συχνά ένα μαύρο στην οθόνη και μπαίνει μουσική. Όταν τον ρώτησαν σχετικά με αυτό το μαύρο, είπε ότι η μουσική δεν χρειάζεται υποστήριξη από εικόνα, σου δημιουργεί η ίδια εικόνες.  Όταν ακούω μουσική, ζηλεύω πάρα πολύ που δεν μπορώ να παίξω μουσική. Αγαπώ όμως και το τραγούδι. Έκανα μαθήματα κλασικού τραγουδιού. Ο παιδικός φίλος μου, ο Βύρων Κατρίτσης με τους Neon είχανε βγάλει ένα δίσκο με ποιήματα του Καρυωτάκη, το «Κάθε Πραγματικότης Αποκρουστική» και είχα τραγουδήσει κι εγώ ένα τραγούδι, που άρεσε πολύ στη Λένα Πλάτωνος. Στην κριτική της η Πλάτωνος έλεγε, πως στο τραγούδι σημασία έχει η ερμηνεία. Όπως και στο θέατρο πιστεύω ότι σημασία έχει η ερμηνεία. Μπορεί στο χώρο μας να έχουμε πολλούς καλούς εκτελεστές και καλούς ερμηνευτές, όμως επικρατεί η μόδα της φόρμας, μιας φόρμας που δεν έχει ζωή. Φυσικά δεν μιλάω για την τραγωδία που την έχει ανάγκη. Αναφέρομαι στη στεγνή φόρμα χωρίς συναίσθημα. Αν θες να αποδομείς, πρέπει να γνωρίζεις πρώτα τι αποδομείς και μέσω της αποδόμησης να συνθέτεις. Αποδομούμε την αποδόμηση και δεν γνωρίζουμε τα κλασικά. Αυτό συμβαίνει και στις σχολές, όπου σου διδάσκουν τη φόρμα, ενώ λείπει η ψυχή.    

Υπάρχει κάποιο ρητό ή κάποιο motto βάσει του οποίου πορεύεσαι στη ζωή σου;

Β.Σ.: Πριν λίγα χρόνια είχα αφήσει το θέατρο και πήγα να ζήσω στο χωριό μου στον Ταΰγετο. Έμεινα  δύο χρόνια. Στο χωριό ζούσαν μόνο επτά άτομα. Ήταν η πρώτη φορά που δεν είχα θολούρα στο μυαλό μου, μπορούσα να έχω χρόνο και να ακούω τη σκέψη μου. Στην αρχή όμως, επειδή δεν ήξερα τους ανθρώπους κι αισθανόμουν αμηχανία, μιλούσα πολύ. Παρέα μου ήταν ένας πενηντάρης κι ένας εξηντάρης. Μίλαγα, μίλαγα, ώσπου κάποια στιγμή γυρνάει ο «γουρουνάς» του χωριού και μου λέει: «Στρατηγάκο, άμα δεν έχεις κάτι ουσιαστικό να πεις, μην το λες, γιατί κουράζεις και εσένα και εμάς.» Πολύ σοφό αυτό που είπε! Το κράτησα από τότε. Αν αυτό ίσχυε και στα Mέσα Mαζικής Eνημέρωσης και στις σχέσεις μας και στις δουλειές μας μπορεί αρχικά να ήμασταν μια κοινωνία σιωπής, αλλά μετά κάτι θα έδινε όλο αυτό.    

Συνέντευξη – Φωτογραφίες: Ντίμη Θεοδωράκη 

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ:

«Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» στο Studio Μαυρομιχάλη

Σχόλια

X