Είναι το tango φινλανδικό; Παρακινημένη από την περιέργειά της και τον σχετικό ισχυρισμό του Άκι Καουρισμάκι, και παρέα με τρεις εκλεκτούς Αργεντινούς μουσικούς, τον τραγουδιστή Chino Laborde, τον κιθαρίστα Diego «DIPI» Kvitko και τον μπαντονεονίστα Pablo Greco, η Γερμανίδα ντοκιμαντερίστρια Viviane Blumenschein ξεκινά, εννιά χρόνια πριν, ένα road trip στην αχανή Φινλανδία, για να ανακαλύψει αν αυτό ισχύει. Προϊόν του ταξιδιού, το ντοκιμαντέρ Midsummer night’s tango (2012). Με αφορμή την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ στα πλαίσια του CineDoc (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, Τετάρτη 5 Μαρτίου, 20:00), συνομιλούμε με την σκηνοθέτρια.

Πες μου κάτι περισσότερο για το γενικότερο υπόβαθρό σου. Τί σε τράβηξε στη σκηνοθεσία, κατ’ αρχήν, και, πιο συγκεκριμένα, στη σκηνοθεσία ντοκιμαντέρ; Τί σημαίνει για σένα ο κινηματογράφος ως μορφή έκφρασης/ αφήγησης;

Στην πραγματικότητα δε σκόπευα να γίνω σκηνοθέτρια και δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη μέρα που το αποφάσισα. Προέκυψε μέσα από τη δουλειά μου την περίοδο που παρακολουθούσα πολιτισμικές σπουδές. Ξεκίνησα να εργάζομαι στον χώρο του κινηματογράφου ως παιδί για όλες τις δουλειές μετά το σχολείο, στα είκοσί μου, για να υποστηρίξω τις σπουδές μου, και μου πήρε 15 χρόνια, για να νιώσω έτοιμη για την πρώτη δική μου κινηματογραφική δουλειά. Εργάστηκα ως βοηθός σκηνοθέτη επί πολλά χρόνια σε διαφημιστικά, καθώς και σε ταινίες μυθοπλασίας, έπειτα ξεκίνησα να σκηνοθετώ «making of» για ταινίες μυθοπλασίας κι εκεί έμαθα πώς να χειρίζομαι μια κάμερα και να μοντάρω ένα φιλμ από μόνη μου. Καθώς δε σπούδασα σε κινηματογραφική σχολή, ήταν δύσκολος δρόμος.

Στα ντοκιμαντέρ κυρίως με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι και η συμπεριφορά τους. Μ’ αρέσει, επίσης, να εξερευνώ και να ανακαλύπτω κόσμους άγνωστους σ’ εμένα. Η δημιουργία ταινιών είναι ο τρόπος μου να ανακαλύπτω τον κόσμο. Με συνδέει με αυτόν. Με κάνει πιο πλούσια και μαθαίνω πολλά. Έτσι, κάθε καινούρια δουλειά με οδηγεί κάπου, όπου δεν έχω ξαναβρεθεί. Πιστεύω, επίσης, πως οι άνθρωποι είναι τόσο περίπλοκοι και παράξενοι και κάνουν πράγματα που δε θα περίμενες. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο τρελή από τη μυθοπλασία μου. Οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους με εμπνέουν. Μ’ αρέσει να κοιτάζω πίσω από τα πράγματα, πίσω από τις σκέψεις των ανθρώπων. Και μέσα από τις ταινίες εκφράζομαι καλλιτεχνικά. Απολαμβάνω να παρακολουθώ ταινίες μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ για τον ίδιο λόγο που μου αρέσει να τις κάνω: με ταξιδεύουν σε ένα διαφορετικό σύμπαν και γίνομαι κομμάτι μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας.

Σε αρκετά ντοκιμαντέρ σου εστιάζεις στη μουσική και τον χορό. Γιατί;

Αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση. Ειλικρινά δεν ξέρω. Αλλά φαίνεται πως κατά κάποιο τρόπο με ελκύουν οι τέχνες και ιδίως η μουσική είναι πολύ σημαντική για μένα, και στη ζωή μου, γενικότερα. Η μουσική μας παρέχει ένα εργαλείο στη ζωή, οδηγεί σε συναισθήματα, όπως η συμπόνια, στην εσωτερική μας ζωή. Μας συνδέει, επίσης, με άλλους ανθρώπους, όπως διαπιστώνεις και από το «Midsummer night’s tango»: οι μουσικοί επικοινωνούν πολύ μέσω της μουσικής. Χρησιμοποιώ, επίσης, τη μουσική ως όχημα, με τη βοήθεια του οποίου οι πρωταγωνιστές αφηγούνται τις ιστορίες τους. Στο «Dance for all» (2007), για παράδειγμα, παρακολουθώντας την καθημερινότητα των χορευτών στην παραγκούπολη, μαθαίνουμε για τη Νότιο Αφρική μετά το απαρτχάιντ, καθώς και για τα όνειρα και τις δυνατότητες που έχουν οι νέοι άνθρωποι. Στο «Midsummer night’s tango», ανακαλύπτουμε τη Φινλανδία και τις συνήθειες των Φινλανδών μέσα από τα μάτια των Αργεντινών μουσικών μας: στην πραγματικότητα πρόκειται για τη σύγκρουση ανάμεσα σε δυο κόσμους και κοσμοθεωρίες. Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για ταινίες διανθισμένες με μουσική και τέχνη, πάντοτε υπάρχει κάτι πίσω από αυτό.

Ποιο ήταν το βασικό κίνητρό σου για την επιλογή του θέματος του Midsummer night’s tango;

Η περιέργεια. Πάντοτε είναι το πρώτο μου κίνητρο. Έμαθα για το φινλανδικό tango από τις ταινίες του Άκι Καουρισμάκι και πάντοτε αναρωτιόμουν από πού προέρχεται αυτή η μουσική- ακούγεται σαν tango, αλλά όχι ακριβώς, και τραγουδιέται στα φινλανδικά. Όμορφη, αλλά παράξενη. Έκανα, λοιπόν, κάποια έρευνα και εντόπισα μια αποστροφή του λόγου του Καουρισμάκι από μια συνέντευξη, όπου ισχυριζόταν ότι το tango στην πραγματικότητα προέρχεται από τη Φινλανδία, ένας Φινλανδός ναύτης έφτασε στην Αργεντινή το 19ο αιώνα κι έτσι ξεκίνησε το tango στην Αργεντινή. Μου φάνηκε τρελό, αλλά αυτή ήταν η αφετηρία μου, και σκέφτηκα πως θα ήταν διασκεδαστικό να ταξιδέψουμε οδικώς με μερικούς Αργεντινούς μουσικούς στη Φινλανδία, για να ανακαλύψουμε τι συμβαίνει. Έχουν περάσει 9 χρόνια από τότε…

Πώς εξελίχτηκε το ταξίδι σου στη Φινλανδία και ποιες είναι οι πιο ισχυρές εντυπώσεις σου από τη χώρα και τους ανθρώπους της;

Το ταξίδι ήταν σπουδαία εμπειρία για όλους μας, τόσο για τους μουσικούς, όσο και για το κινηματογραφικό συνεργείο, γιατί πίσω από την κάμερα ήμαστε ένα μείγμα από Γερμανούς, Φινλανδούς και Αργεντινούς. Ο εικονολήπτης κι εγώ είμαστε Γερμανοί, ο βοηθός εικονολήπτη Αργεντινός, οι μηχανικοί ήχου και οι παραγωγοί Φινλανδοί, ενώ είχα κι έναν διερμηνέα που μιλά ισπανικά, φινλανδικά και αγγλικά… Υπήρχαν, λοιπόν, πολλές παρεξηγήσεις, αλλά και πολλή πλάκα. Η πιο ισχυρή εντύπωση αφορά στο πόσο άδεια είναι. Είναι μια χώρα εξαιρετικά αραιοκατοικημένη, λίγο παραπάνω από 5 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν εκεί, όταν μόνο το Μπουένος Άιρες έχει 20 εκατομμύρια κατοίκους. Η Φινλανδία είναι μια όμορφη χώρα, γεμάτη με δέντρα και λίμνες, και πολύ φιλικούς ανθρώπους. Στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο ομιλητικοί, σε σχέση με τους χαρακτήρες που εμφανίζονται στις ταινίες του Καουρισμάκι. Αλλά έχουν και παράξενες συνήθειες, όπως διαγωνισμοί σάουνας ή ρίψη κινητών τηλεφώνων! Κινούνται σε πιο αργούς ρυθμούς και, γενικά, φαίνονται πολύ χαλαροί.

Είναι, τελικά, το tango φινλανδικό; Κι αν ναι, με ποια έννοια;

Την απάντηση θα πρέπει να την αναζητήσεις στο ντοκιμαντέρ μου. Το tango ανήκει, γενικά, σε όποιον το αγαπάει.

Μιλώντας για ανθρώπους, πόσο απαιτητικό είναι να αλληλεπιδράς με αυτούς ως υποκείμενα των ταινιών σου στη διάρκεια των γυρισμάτων;

Το σημαντικότερο είναι, ως σκηνοθέτρια, να καλλιεργώ εμπιστοσύνη. Από τη στιγμή που αυτό υλοποιείται, μπορείς να φτάσεις πολύ μακριά, όπως διαπίστωσα. Οι τρεις Αργεντινοί μουσικοί με εμπιστεύτηκαν και με σεβάστηκαν και μας ακολούθησαν στο ταξίδι μας. Στην πραγματικότητα ήταν πολύ γενναίοι, γιατί ποτέ δεν ήξεραν πού πηγαίνουμε ή ποιον θα συναντήσουν. Έτσι, καθετί ήταν μία έκπληξη και, παρόλα αυτά, τα πήγαν πολύ καλά. Αποτελεί ένα πραγματικό πλεονέκτημα το να δουλεύεις με μουσικούς που είναι συνηθισμένοι να λειτουργούν στη σκηνή και να εκτίθενται. Κι όλοι τους είχαν, επίσης, εξαιρετικές υποκριτικές ικανότητες. Είναι εξαιρετικοί μουσικοί και, ταυτόχρονα, μικρά παιδιά, απόλαυσαν πραγματικά το ταξίδι και ίσα που παραπονέθηκαν για τα ξενύχτια και τις ακραίες καταστάσεις που σίγουρα βιώσαμε. Αλλά, όπως φαντάζεσαι, εξακολουθεί να είναι πολύ απαιτητικό για μένα ως σκηνοθέτρια να κρατάω τους πάντες ευχαριστημένους και την ομάδα σε λειτουργία. Για όλους μας ήταν μια περιπέτεια κι ένα πείραμα. Ξεκινήσαμε το ταξίδι και δεν ξέραμε πού θα καταλήξουμε ή τι πραγματικά συμβαίνει ανάμεσα στους μουσικούς. Συμπαθεί ο ένας τον άλλο; Έχουν, τελικά, κάτι να συζητήσουν; Ίσως αρχίσουν να τσακώνονται ή, απλώς, φύγουν από το πλατώ. Ποτέ δεν ξέρεις.

Ποιο είναι το feedback που συνήθως «εισπράττεις» από το κοινό παγκοσμίως;

Το feedback στην Αργεντινή ήταν εκπληκτικό. Οι άνθρωποι ήταν ενθουσιασμένοι με την ταινία, γέλασαν κι έκλαψαν. Οι Αργεντινοί είναι βαθιά συνδεδεμένοι με το tango, είναι κομμάτι του πολιτισμού τους κι αισθάνονται πολύ νοσταλγικά γι’ αυτό. Σε κανέναν δε θα επέτρεπαν να ισχυριστεί πως δεν προέρχεται από την Αργεντινή, αλλά αποδέχονται το ότι κι άλλοι το αγαπούν. Μετά τις προβολές έκαναν πολλές ερωτήσεις. Κι οι πρωταγωνιστές μου ήταν ευχαριστημένοι, όταν πρωτοείδαν την ταινία. Δεν είχαν ιδέα πού «πήγαινε» το ντοκιμαντέρ στη διάρκεια των γυρισμάτων. Είχαν, μάλιστα, την εντύπωση ότι κάνουμε «reality TV», γιατί συνέχεια κουβαλούσαμε μια κάμερα, και δεν ήξεραν το στυλ ή την αισθητική που υιοθετώ. Πιο πολύ τους απασχολούσε πάντα ο τρόπος που έπαιζαν μουσική ή να είναι τέλεια η ηχογράφηση. Έτσι, τελικά, ήταν στ’ αλήθεια έκπληκτοι κι αγάπησαν την ταινία.

Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια, εκτός από το να παρουσιάσεις το ντοκιμαντέρ στο γερμανικό κοινό μέσα στο Μάρτιο;

Μετά το «Midsummer night’s tango», γύρισα άλλο ένα ντοκιμαντέρ στη Βενεζουέλα. Εδώ κι ενάμισι χρόνο κάνω αποκλειστικά διαφημιστικά, για να συμπληρώσω τα πενιχρά έσοδα από τη δημιουργία ντοκιμαντέρ. Αλλά λατρεύω να γυρίζω ντοκιμαντέρ και η επόμενη ταινία μου θα με ξαναφέρει στην Αφρική μέσα στο 2014.


Το Midsummer night’s tango προβάλλεται στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών (Σίνα 31), στα πλαίσια του CineDoc, την Τετάρτη 5 Μαρτίου, 20:00. Επαναληπτική προβολή: κινηματογράφος «Δαναός», Κυριακή 9 Μαρτίου, 16:30.

 

Γιάννης Κοντός

Σχόλια

X