To Weekend (2011) είναι μια βρετανική ταινία σκηνοθετημένη από τον Andrew Haigh, ο οποίος βγάζει τα προς το ζην συμμετέχοντας στο μοντάζ μεγάλων χολιγουντιανών παραγωγών. Σας το λέω από την αρχή, ως σκηνοθέτης έχει κάνει εξαιρετική δουλειά.

Τα πρώτα δέκα λεπτά είναι σαν η κάμερα να παρακολουθεί τον Russell, τον πρωταγωνιστή, αποστασιωποιημένα, σαν σε fly on the wall ντοκιμαντέρ. Πρώτα στο σπίτι του να ετοιμάζεται να βγει, να κάνει μπάνιο, να ρουφάει ένα μικροσκοπικό bong και να επιλέγει να μην φορέσει τα καινούρια του Nike. Έπειτα στο σπίτι των φίλων του, ζευγάρια παντρεμένα ή αρραβωνιασμένα, να πίνουν και να  συζητούν, ένα τσιγάρο να γυρίζει, γέλια, ιστορίες, ο Russell να μη φαίνεται να ανήκει εκεί. Τέλος, να πηγαίνει μόνος του σε ένα όχι και τόσο θελκτικό gay club και να ζυγίζει τις επιλογές του.

Το επόμενο πρωί είναι το πρωί της αμηχανίας, να έχεις ξυπνήσει με κάποιον που δεν ξέρεις δίπλα σου, με βαρύ κεφάλι από το ποτό και η κουβέντα να μην τολμά να ξεφύγει πέρα από το ‘πόσο ήπιαμε’, ‘πώς ήταν το club’, ‘τι ώρα έχεις να πας στη δουλειά’. Μέχρι που ο Glen εμφανίζει ένα μαγνητοφωνάκι και απαιτεί από τον Russell να συμμετάσχει στο art project του, στο οποίο ζητά από τους εραστές του της μιας νύχτας να μιλήσουν για αυτήν. Ο Russell νιώθει μεν άβολα, αλλά φαίνεται να μη θέλει να του χαλάσει το χατίρι. Έτσι, χωρίς να έχουμε δει την ερωτική τους περίπτυξη από το προηγούμενο βράδυ, έχουμε μια πολύ ακριβή αφήγηση, με τον Glen να γεμίζει τα κενά που λόγω ποτού ή συστολής, παραλείπει ο Russell. Ακολουθεί ο αμήχανος αποχαιρετισμός στην πόρτα, ανταλλαγή τηλεφώνων κι ο καθένας πηγαίνει στη δουλειά του.

Κάπως έτσι αρχίζει ένα σαββατοκύριακο στο Nottingham, για τον Russell και τον Glen, δύο ανθρώπων που από ένα τυχαίο one night stand αρχίζουν να ερωτεύονται, να περνούν γρήγορα τα στάδια ‘θέλω, δεν θέλω σχέση’, να γνωρίζονται και να ανοίγονται ο ένας στον άλλον, για να λήξει η τρυφερή τους ιστορία κάπως άδοξα, σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό, με τον Glen με βαριά καρδιά να αναχωρεί για το προγραμματισμένο του ταξίδι στην Αμερική και τον Russell να επιστρέφει στη μοναχική του καθημερινότητα.

weekend2

Το θέμα που απασχολεί τον σκηνοθέτη και κατ’επέκταση τους πρωταγωνιστές, είναι οι περιορισμοί που υπόκεινται οι άντρες σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις οι οποίοι προσπαθούν να μην προκαλούν τον περίγυρό τους εκδηλώνοντας ανοιχτά τα συναισθήματά τους. Δεν κρατούν χέρια, δεν φιλιούνται δημόσια, δεν μιλούν για τις σχέσεις τους σε ετεροφυλόφιλους συναδέλφους ή και ακόμα και σε φίλους. Σχολιάζοντας την έλλειψη τέτοιων εικόνων στην γενική κουλτούρα της εποχής, στην τηλεόραση, στα βιβλία, στις διαφημιστικές αφίσες, η ταινία ‘ζητάει’ να μην κατηγοριοποιηθεί ως gay interest film, μια ομπρέλα που μπορεί να καλύψει από τα κλασικό My Beautiful Laundrette (1985) μέχρι το αδιάφορο Another Gay Movie (2006), αλλά σαν ένα καθαρόαιμο ρομαντικό δράμα. Πραγματικά, η ταινία στέκεται θαυμάσια μόνη της, χωρίς ταμπέλες, με τα προσεκτικά δομημένα της κάδρα, τους εξαιρετικούς διαλόγους, τα αλλεπάλληλα μονοπλάνα, τον προσεγμένο ήχο, τις απόλυτα φυσικές ερμηνείες των υπέροχων Tom Cullen και Chris New και τέλος, με το διακριτικό της χιούμορ, όπως στη σκηνή του τσαμπουκά στην pub που ο Glen τα έχει βάλει με έναν κύριο που έκανε το λάθος να παραπονεθεί για την φασαρία.

Δείτε το γιατί είναι πάρα πολύ καλό. Οι άντρες μπορείτε επισης να το δείτε για να διαπιστώσετε αν πάσχετε από ομοφοβία, κι εσείς που το ξέρετε ότι πάσχετε, μήπως αν τη δείτε, το ξεπεράσετε κάπως; Δείτε το αν σας αρέσουν ρομαντικές ταινίες με δυνατούς διαλόγους τύπου Before Sunrise (1995), αν αγαπάτε τον ανεξάρτητο κινηματογράφο κι αν είστε ένας μικρός και μόνος κινηματογραφιστής που χρειάζεται πού και πού μια υπενθύμιση ότι δεν απαιτούνται πολλά χρήματα για ένα πολύ καλό αποτέλεσμα (η ταινία κόστισε 120.000 λίρες και παρόλο που δεν έχω βρει κάποια σχετική δήλωση, είμαι σχεδόν σίγουρη ότι είναι γυρισμένη με DSLR).

 

Ιωάννα Νισυρίου

Σχόλια

X