Ο Λούις, Λούι, Satchmo, Pops ήταν σε όλη του τη ζωή ένα τεράστιο χαμόγελο πίσω από μια τρομερά ταλαντούχα τρομπέτα. Ήταν, για πολλούς, από τους κορυφαίους πρωτοπόρους της τζαζ και είναι ακόμα, αν αναλογιστούμε τη μουσική κληρονομιά που άφησε πίσω του.

Γεννήθηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όχι όμως στις 4 Ιουλίου 1900 όπως για πολλά χρόνια και ο ίδιος πίστευε, αλλά ένα χρόνο κι ένα μήνα αργότερα. 4 Αυγούστου 1901, που αλλού, στη Νέα Ορλεάνη.

Με παππούδες σκλάβους, γνώρισε την άσχημη πλευρά της ζωής από πολύ νωρίς.

louis_young

Όταν ήταν ακόμα βρέφος ο πατέρας του, William Armstrong, εγκατέλειψε την οικογένειά του για να δημιουργήσει καινούρια και ο Louis με την αδελφή του, Beatrice, βρέθηκαν για κάποιο καιρό υπό την προστασία της γιαγιάς τους, από την πλευρά του πατέρα τους παραδόξως. Γύρισαν αργότερα στη γειτονιά τους, το «Πεδίο Μάχης» όπως καθόλου τυχαία ονόμαζαν, και τη μητέρα τους, αποκτώντας περισσότερους «πατεράδες» από όσους θα ήθελαν.

Μέχρι τα 11 του ο Louis Armstrong φοίτησε στο Fisk School for Boys, όπου γνώρισε και αγάπησε τη μουσική. Παράτησε το σχολείο προσπαθώντας να βοηθήσει τη μητέρα του να ξεφύγει από την πορνεία, αλλά ούτε οι εφημερίδες που πουλούσε, ούτε το κουαρτέτο παιδιών με το οποίο τραγουδούσε στο δρόμο ήταν αρκετά. Τότε ήταν που βρέθηκαν στο δρόμο του οι Karnofsky, Εβραίοι από τη Λιθουανία. Του προσέφεραν δουλειά (μάζευε τα σκουπίδια και διένειμε κάρβουνο) και τον πήραν πρακτικά υπό την προστασία τους, ενθαρρύνοντάς τον πάντοτε να τραγουδά και να δουλεύει στη μουσική του. Την επόμενη πρωτοχρονιά, πλέον 1912, είχε το πρώτο του μπλέξιμο με την αστυνομία. Αιτία; Στην αλλαγή της χρονιάς πυροβόλησε στον αέρα με το πιστόλι του θετού του πατέρα. Αποτέλεσμα; Να βρεθεί σε άσυλο για «έγχρωμα άστεγα αγόρια». Εκεί ανέπτυξε τις γνώσεις -και κατ’ επέκταση και την αγάπη του- για τη μουσική, ερχόμενος για πρώτη φορά σε επαφή με το όργανο που τον έκανε θρύλο, την τρομπέτα.

Το 1914, φεύγοντας από το άσυλο βρέθηκε ξανά να πουλά περιστασιακά εφημερίδες ή κάρβουνο, συνήθως στις κακόφημες γειτονιές της πόλης. Κάτι όμως είχε αλλάξει. Ήδη τον ακολουθούσε η φήμη ενός εκκολαπτόμενου αλλά εξαιρετικού μπλουζίστα. Δεν ήταν τυχαίο ότι ένας από τους σπουδαιότερους τρομπετίστες εκείνης της εποχής στη Νέα Ορλεάνη, ο Joe «King» Oliver, έπαιξε το ρόλο του μέντορα για το νεαρό Louis, στον οποίο δίδασκε πώς να ξεχωρίζει με το παίξιμό του και αρκετές φορές τον χρησιμοποίησε ως αντικαταστάτη.

louis_kingoliver

Όπως καλά φαντάζεσαι, δεν άργησε η μέρα που ο μαθητής ξεπέρασε το δάσκαλό του. Ήδη στα 17 του χρόνια ο Armstrong είχε γίνει βασική τρομπέτα στη μπάντα του Kid Ory, στη θέση του Oliver, και ήταν έτοιμος να παρατήσει τις δουλειές στο δρόμο για να αφοσιωθεί στη μουσική του. Ήταν η περίοδος που γνώρισε, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο,  Daisy Parker, σε μία ένωση που τελικά αποδείχθηκε γεμάτη αναταραχές και αρκετή βία μεταξύ τους, ως την κατάληξή της το 1923. Στη νέα ζωή που ξεκινούσε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του ο Armstrong έπρεπε να προσθέσει και ένα νεαρό αγόρι. Ο Clarence Armstrong ήρθε στη ζωή του όταν η μητέρα του, ξαδέρφη του Louis, πέθανε λίγο μετά τη γέννα. Το αγόρι, που λόγω τραυματισμού στο κεφάλι είχε νοητική υστέρηση, μεγάλωσε και πέθανε λίγο πριν την αλλαγή του αιώνα, πάντα στο πλευρό του Pops σαν να ήταν γιος του.

Για να συντηρεί την οικογένεια που βρέθηκε ξαφνικά να έχει, ο Armstrong χρησιμοποίησε το ταλέντο του, και μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο. Πάρτυ, χοροί, honky-tonks (μικρά μπαρ που φιλοξενούσαν μουσικές παραστάσεις), έως και κηδείες και, με την αρχή να γίνεται το καλοκαίρι του 1919, έπαιζε σε ποταμόπλοια στο πλάι του Fate Marable. Στα ποταμόπλοια είχε και τις πρώτες του γνωριμίες με τζαζ θρύλους όπως οι Bix Beiderbecke και Jack Teagarden.

Πάντοτε ήθελε να παραμείνει πιστός στη Νέα Ορλεάνη, καταλάβαινε όμως ότι αυτό θα τον ανάγκαζε κάποια στιγμή να αφήσει πίσω του το μουσικό του όνειρο. Γι’ αυτό και δέχθηκε να πάει στο Σικάγο το 1922, και πάλι δίπλα στον δάσκαλό του, King Oliver, με τη φήμη του σύντομα να εκτοξεύεται. Αυτή η συνεργασία τον έφερε για πρώτη φορά μέσα σε στούντιο, όταν το 1923 ηχογράφησε μαζί με τον Oliver και «κέρδισε» και το πρώτο του ηχογραφημένο σόλο, στο κομμάτι Chimes Blues.

Ο Satchmo πλέον, έχοντας αφήσει πίσω του την πολυτάραχη ζωή με την Daisy, εμπνεόταν από την Lillian Hardin, που έπαιζε πιάνο μαζί τους. Παντρεύτηκαν το 1924 και λίγο αργότερα η Lillian έκανε ξεκάθαρο στον Louis ότι ο Oliver τον κρατούσε πίσω, πείθοντάς τον να απομακρυνθεί από αυτόν και να ενσωματωθεί στην ορχήστρα του Fletcher Henderson, την κορυφαία χορευτική μπάντα εκείνη την εποχή στη Νέα Υόρκη. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς ο Armstrong κατέφθασε στη Νέα Υόρκη και «ανέβασε» επίπεδο τη μπάντα, συστήνοντας τον Fletcher Henderson, αλλά και τον μάνατζέρ του, Don Redman, στις σουίνγκ καταβολές του, τις οποίες λάτρεψαν και άμεσα πρόσθεσαν στο μουσικό χαρακτήρα της μπάντας. Μάλιστα, ο Armstrong βρέθηκε να παίζει πολυάριθμα σόλο και η μουσική του βρέθηκε να είναι όρος αλλά και ατού στις συμφωνίες που κλείνονταν για συναυλίες από τότε και στο εξής.

louis_lil

Βέβαια, δεν ήταν όλα εύκολα στη συνύπαρξη του νεαρού Νότιου με την αστική βόρεια κουλτούρα της υπόλοιπης μπάντας. Ο Henderson είχε προβλήματα με τον τρόπο που ντυνόταν και μιλούσε ο Louis, κι όχι μόνο αυτό, αλλά του απαγόρευε να τραγουδά επειδή έβρισκε τον τραχύ(;) τρόπο που τραγουδούσε αγενή για το εκλεπτυσμένο κοινό του Roseland Ballroom.

Απογοητευμένος ο Satchmo εγκατέλειψε τη μπάντα και τη Νέα Υόρκη, για να βρει πίσω στο Σικάγο τη σύζυγό του, Lillian, και να βρεθούν ξανά μαζί στη σκηνή, αυτή τη φορά με τη δική της μπάντα στο Dreamland Café.

Αυτό ήταν το πρώτο μέρος του αφιερώματος του 3pointmagazine.gr για τον μεγάλο θρύλο της τζαζ. Ακολουθεί το δεύτερο μέρος εδώ και το τρίτο εδώ.

Σχόλια

X