Λίγο μετά τη συνάντηση με τους Lego, σκεφτόμουν πως στην Ελλάδα της κρίσης είχαν αρχίσει να αναγεννιούνται παλιότερες μορφές αντίστασης. Ιδέες που έχασαν κάποια στιγμή το δρόμο τους, αλλά πλέον φαντάζουν απαραίτητες, προσαρμοσμένες πάντα στα δεδομένα της εποχής.

Κατευθύνθηκα προς το Μοναστηράκι. Μετά από αρκετούς μήνες, θα επέστρεφα στο ΣΕΦ. Θα έβλεπα πάλι αγαπημένα πρόσωπα και θα έπαιρνα μία γεύση από τα παλιά. Την ίδια στιγμή αυτών μου των σκέψεων, αντίκρισα δύο κοκκινοφορεμένους περιποιημένους κυρίους.

Αναρωτιόντουσαν για ένα ημίωρο, με το “μαλάκα” στριμωγμένο σε κάθε φράση, αν θα μπορούσαν να είχαν φτάσει πιο σύντομα στο γήπεδο, χρησιμοποιώντας είτε το μετρό, είτε το τραμ. Στην αρχή τους παρακολουθούσα. Μου φαινόταν ιδιαιτέρως αστείο το ότι ασχολούνταν με λύσσα για το πως θα μπορούσαν να είχαν πάει πιο γρήγορα. Υπέθεσα πως ο ένας χρειαζόταν μία πρόχειρη παρέα για το παιχνίδι και μάζεψε κάποιο ξεχασμένο φίλο, που φαίνεται πως είχε ξεχάσει να επικοινωνεί με τον περίγυρο, κρίνοντας από το πόσες φορές τον έπιασα να κοιτά με αφέλεια το εκάστοτε κενό, στο οποίο καμιά φορά κατά λάθος πεταγόμουν κι εγώ.

Λίγο πριν πατήσουμε τις τελικές ράγες για το Μοσχάτο, ένα συμπαθής τυπάκος στην ηλικία μου, εκστομίζει την λέξη αναβολή. Οι δύο κοκκινοφορεμένοι φίλοι ξεκινούν πάλι να βρίζει ο ένα τον άλλο και άλλο να εκτοξεύει κατάρες προς το ουδέτερο, όπως και το βλέμμα του. Ο πληροφοριοδότης μας, με κοίταξε απορημένα και με διάθεση να μιλήσουμε. Για κάποιο λόγο αισθάνθηκα ανήμπορός να σηκώσω το βάρος μίας συνομιλίας και το βαλα για το ΣΕΦ, έστω και αν πλέον ήταν μάταιο.

Το γήπεδο ήταν οχυρωμένο από τους άνδρες των ΜΑΤ. Ο κόσμος έμοιαζε σαστισμένος και εξοργισμένος με ότι έπρεπε να επιστρέψει με άδεια χέρια σπίτι του. Την ίδια ώρα οι Σμιθ και Περπέρογλου μεταφέρονταν στο νοσοκομείο. Η λακκούβα που αντίκρισα στο λεωφορείο του Παναθηναϊκού, θα μπορούσε να τους είχε προκαλέσει σοβαρά τραύματα, αλλά τα χειρότερα αποφεύχθηκαν.

Λίγοι περιορισμένης διάρκειας διάλογοι με κάποιους συναδέλφους, κάποιες μικρές βόλτες  στα περίχωρα του γηπέδου και απόφαση επιστροφής. Για πότε έφυγα και για πότε βρέθηκα να κοιτάζω σαν τον έναν εκ των κοκκινοφορεμένων κυρίων το ανοικτό παράθυρο του τραίνου δεν το συνειδητοποίησα. Κάποτε ένιωθα την ανάγκη να φωνάξω, να ουρλιάξω για την ανείπωτη χαζομάρα, να τα βάλω με όλους, προσπαθώντας να εξηγήσω τα ανεξήγητα.

Έστω να τα παρουσιάσω από μία πιο χιουμοριστική πλευρά. Διαπίστωσα όμως, πως δεν είχα  την ελάχιστη δύναμη να κάνω τίποτα από όλα αυτά. Δεν είχε σημασία να αποδείξεις, όσο και αν με τσιγκλάει αυτή την ώρα που το γράφω ότι είναι κάτι παραπάνω από γελοίο και συνάμα αστείο, να σκαρώνεις συνωμοσιολογίες για το πως ο Παναθηναϊκός ήθελε να αποφύγει το ματς, ελέω του φόβου της ήττας. Είναι σαν να βλέπεις μία τεράστια πυρκαγιά δίπλα σου και να πετάς το νερό από την αντίθετη.

Λες και υπήρχε το υπόβαθρο του να κατηγορήσουμε την ομάδα του Ομπράντοβιτς για δειλία. Λες και γενικά σε κάθε ντέρμπι βλέπουμε φίλαθλους και όχι πιθήκια σε καρέκλες. Λες και μπορεί κανείς να ξεχάσει, αν έχει στοιχειωδώς καλή μνήμη τα κάτουρα που βρήκε ο Τσίλντες στο παρκέ, ή τις πέτρες που έφαγε ο Τέπιτς ή τις κροτίδες που δέχτηκε ο Παπαλουκάς. Και τότε βέβαια τα αντίστοιχα πράσινα μυαλά, μιλούσαν για θέατρο του παίκτη. Μόνο που εγώ σαν τώρα θυμάμαι το αίμα που είχε στρωθεί στην μία πλευρά του χεριού του.

Ποια βαθμίδα θλίψης πιάνει το να θεωρούμε μεμπτό, μόνο το τραύμα που θα συνοδεύεται από αιματοκύλισμα και όχι τις άναρθρες κραυγές λευκών τετράποδων στις κερκίδες, από τις οποίες έχουμε μάθει πως πηδιέται η μάνα του κάθε παίκτη και κάθε σύνθημα θυμίζει απόσπασμα τσόντας;

Η μόνη φορά που τράβηξα το βλέμμα μου από την όχι και τόσο γοητευτική διαδρομή ήταν όταν ένας παππούς, ταλαιπωρημένος στην όψη, απευθύνεται στους αναλυτές της κακιάς ώρας και τους λέει “η μισή Ελλάδα βρίσκεται στα συσσίτια και εσείς μου υπερασπίζεστε τον Κόκκαλη και τον Γιαννακόπουλο”. Τον περιγέλασαν. Το θάρρος που του έδωσα στα όσα έλεγε περιορίστηκε σε ένα νεύμα. Το παραδέχομαι δεν άντεχα να μπω σε μία διαδικασία αντιπαράθεσης. Τους φάνηκε τόσο αστείο, που κάθε προσπάθεια έμοιαζε περιττή.

Θα μπορούσε από την άλλη μεριά να ισχυριστεί κάποιος, ότι δεν χρειάζεται να κατακρεουργήσουμε κάθε χαρά μας. Σύμφωνοι, αλλά ας αποφύγουμε αυτή η χαρά να γίνει αποκούμπι διοχέτευσης βίας και εκτόνωσης.

Το ψευδό ηχείο του τραίνου, ανακοίνωσε πως φτάνουμε στο Μοναστηράκι. Η διαδρομή μου τελείωσε. Άλλο ένα εμβόλιο ενάντια στη βλακεία με είχε διαπεράσει. Η ανοσία πλέον έχει κατακτηθεί. Σας ευχαριστώ.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Γεννήθηκε και ζει στα Εξάρχεια. Αγαπά τους τοίχους τους, τους αγώνες και τους ανθρώπους τους. Του αρέσει να φωτογραφίζει και να γράφει για όσα δεν μπόρεσε να φωτογραφίσει. Κυκλοφορεί από τα εννιά του με μια εφημερίδα στο χέρι και συνεχίζει να γράφει σε μπλοκάκι στα ρεπορτάζ. Ακούει ό,τι μακριά πολύ μακριά μας ταξιδεύει και διαβάζει ό,τι του γυαλίσει στις βιτρίνες της Καλλιδρομίου, της Ζωοδόχου Πηγής και της Θεμιστοκλέους. Αγαπά τα νησιά και κάποτε θέλει να ζήσει σε ένα από αυτά. Μέχρι τότε, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για μια διαφορετική δημοσιογραφία, με πολλά αυτοδιαχειριζόμενα 3point και γραφιάδες χωρίς περιορισμούς.

Σχετικά Άρθρα

X