«Παίζεις μουσική; Και ποια είναι η ‘κανονική’ σου δουλειά;». Είναι ίσως η πιο συνηθισμένη ερώτηση που ακούν οι μουσικοί στην Ελλάδα. Ορισμένοι θεωρούν ότι η μουσική δεν μπορεί να γίνει σε καμία περίπτωση επάγγελμα – «κάνει το κέφι του», «είναι το χόμπι του», λένε, μάλλον υποτιμητικά. Στο άλλο άκρο, δε λείπουν αυτοί που θεωρούν ότι μερικές ζωντανές εμφανίσεις ή μία ηχογράφηση αρκούν για να ζήσει κανείς για μήνες, και μάλιστα με άνεση. Η πραγματικότητα είναι λίγο πιο περίπλοκη: πολλοί κάνουν σοβαρές προσπάθειες να επιβιώσουν από τη μουσική, κάποιοι τα καταφέρνουν, ελάχιστοι όμως πλουτίζουν.

«Αν έπρεπε να μένω στο νοίκι, δεν θα τα κατάφερνα»

«Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει τι πάει να πει ‘μουσικός’. Σε γενικές γραμμές ακούγεται ωραίο το να δηλώνεις ‘μουσικός’ ή ‘καλλιτέχνης’, αλλά οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούν πώς ζούμε», λέει ο Διονύσης Μόρφης. «Τουλάχιστον στο δικό μου περιβάλλον, η μουσική και η τέχνη γενικότερα εκλαμβάνεται ως μέσο δημιουργίας, αλλά όχι βιοπορισμού. Δεν βλέπουν ότι οι περισσότεροι μουσικοί ζούμε πράγματι από session (σ.σ. ηχογραφήσεις, τακτικές ή έκτακτες συμμετοχές σε live) και μαθήματα». Ο Διονύσης είναι 33 ετών και τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να ζήσει αποκλειστικά από την κιθάρα: παίζει ζωντανά με δύο διαφορετικά σχήματα και διδάσκει σε ωδείο. Αυτά όμως του εξασφαλίζουν μόνο τα απαραίτητα, αλλά σε καμία περίπτωση την πλήρη ανεξαρτησία: «Καταφέρνω να πληρώνω τις βενζίνες μου, κυκλοφορώ, ζω. Αλλά αν έπρεπε να μένω στο νοίκι, δεν θα μπορούσα».

Αδύνατος φαντάζει ο βιοπορισμός από τη μουσική για το Δημήτρη Βεριώνη. Παρότι έχει κυκλοφορήσει δύο προσωπικούς δίσκους («Το Πιο Όμορφο Παράθυρο Της Πόλης», 2006 και «Κάτω Απ’ Το Ίδιο Φεγγάρι», 2012) και έχει στο ενεργητικό του σημαντικές συνεργασίες με άλλους καλλιτέχνες, αναγκάζεται να κάνει «μία δουλειά εντελώς άσχετη. Είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσεις από τη μουσική, πόσο μάλλον όταν δεν είσαι γνωστός και οι επιλογές σου δε συνάδουν με τις τρέχουσες αισθητικές προτεραιότητες στα μουσικά πράγματα». Μεγάλο ρόλο παίζει και η νοοτροπία των ιδιοκτητών μουσικών σκηνών: «Ο μουσικός έρχεται αντιμέτωπος με την αντίληψη ότι πρέπει ο ίδιος να φέρει κόσμο στο μαγαζί και να αμειφθεί με ποσοστό επί της εισόδου, δηλαδή να γίνει κάτι σαν ευκαιριακός συνέταιρος στην εμπορική δραστηριότητα του μαγαζιού. Φτάνουμε, δηλαδή, στο σημείο να αμείβονται όλοι μα όλοι με συγκεκριμένες αμοιβές, εκτός από τον μουσικό!».

Η οικονομική κρίση επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τις συνθήκες, όσον αφορά στις ζωντανές εμφανίσεις, ενώ η δισκογραφία είχε πρακτικά πεθάνει αρκετά χρόνια νωρίτερα. «Είναι γνωστό πως οι δίσκοι δεν πουλάνε κι απευθύνονται πλέον σε φίλους και συλλέκτες, ενώ οι ζωντανές εμφανίσεις γίνονται με κόπο και έξοδα που συχνά δεν ισοσκελίζονται καν. Φυσικά, πάντα υπάρχουν αυτοί που βιοπορίζονται πιο άνετα, αλλά για τους περισσότερους η μουσική ενασχόληση έχει φτάσει στο σημείο να θεωρείται ένα ακριβοπληρωμένο χόμπι», καταλήγει ο Δημήτρης.

«Ψέμα οι μεγάλες οικονομικές απολαβές»

Ακόμη και όταν ένας τραγουδοποιός γνωρίσει μία σχετική επιτυχία, δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή για να επιβιώσει. Τα τραγούδια της Μαριέττας Φαφούτη, όπως το «Kookoobadi», είναι στα playlists αρκετών ραδιοφωνικών σταθμών – το λεγόμενο airplay, όμως, δεν μεταφράζεται σε χρήμα. «Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι επειδή έτυχε να βγάλεις ένα τραγούδι και ακούγεσαι λίγο παραπάνω στο ραδιόφωνο, υπάρχουν οι αντίστοιχες οικονομικές απολαβές. Αλλά όχι, δεν ισχύει, είναι ψέμα», λέει εμφατικά η Μαριέττα. Χρειάστηκε πολύς καιρός και μεγάλη επιμονή για να φτάσει στη σημερινή αναγνώριση – και πάλι, δεν είναι τα τραγούδια της, αλλά η υπόλοιπη συνθετική της δραστηριότητα που της εξασφαλίζει το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός της. «Πέρασαν πάνω από επτά χρόνια κατά τα οποία έκανα παράλληλα κι άλλη δουλειά. Και βέβαια δεν ζω από τη δισκογραφία, αλλά ουσιαστικά από τη μουσική για εικόνα, που συνθέτω – κυρίως τη διαφήμιση. Δεν θα μπορούσα με τίποτα να ζω αποκλειστικά από τη δισκογραφία και τις ζωντανές εμφανίσεις».

Κι όμως, ένα μέρος του κόσμου επιμένει να πιστεύει ότι η επιτυχία μεταφράζεται σε πλούτο. Πέρα από τα σχήματα στα οποία συμμετέχει ως session μουσικός, ο Διονύσης παίζει σε άλλα δύο συγκροτήματα (τους Travel Mind Syndrome και τους Afformance). Όταν με ένα από αυτά «κάναμε ένα ‘μπαμ’, κάναμε βίντεο κλιπ και τα λοιπά, οι φίλοι μου νόμιζαν όχι απλά ότι βγάζουμε λεφτά, αλλά ότι ζούμε μέσα στη χλίδα. Πήγαινα να ζητήσω δουλειά σε γνωστούς που είχαν μπαρ και μου έλεγαν: ‘Μα γιατί θέλεις δουλειά; Δεν παίζεις στο συγκρότημα;’. Λες και γινόταν κάτι φοβερό…». Στην πραγματικότητα, ο Διονύσης δεν έχει, ούτε περιμένει κάποιο οικονομικό όφελος από αυτές τις μπάντες!

«Οι φίρμες τα κονομάνε ακόμα, αλλά στις πλάτες άλλων»

Τελικά, ποιοι είναι αυτοί που «τα κονομάνε» από τη μουσική; Το βέβαιο είναι ότι το ταλέντο και η τεχνική δεν είναι αρκετά. «Παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο και οι γνωριμίες σε αυτή τη δουλειά», λέει ο Διονύσης. «Ακόμη κι αν κάποιος δεν είναι τόσο καλός μουσικός, μπορεί να έχει πολλές δουλειές – δεν έχει να κάνει τόσο με την ποιότητα, όσο με το αν γνωρίζει τους κατάλληλους ανθρώπους».

Επειδή όμως δεν έχουν όλοι την ίδια τύχη, ούτε τις απαραίτητες ικανότητες στις δημόσιες σχέσεις, στην πραγματικότητα τα πολλά χρήματα υπάρχουν μόνο στις μεγάλες «πίστες» – κι εκεί, μόνο για τα πρωτοκλασάτα ονόματα, ελέω κρίσης. Ο τραγουδοποιός Σπύρος Γραμμένος απαντάει ευθέως: «Οι φίρμες τα κονομάνε ακόμα, αλλά στις πλάτες των μουσικών και των τεχνικών, που τους έχουν πετσοκόψει τα νυχτοκάματα!». Ο ίδιος, που προτιμά μικρές μουσικές σκηνές, δεν τα βγάζει πέρα εύκολα αλλά αντιμετωπίζει την κατάσταση με χιούμορ. «Ζω από τη μουσική και μου αρέσει. Δεν τα καταφέρνω, αλλά συνήθως το διασκεδάζω. Με κάτι λογαριασμούς τσακώνομαι μόνο, που και που».

Παρά τις δυσκολίες, η νέα γενιά μουσικών επιμένει. Χωρίς ψευδαισθήσεις, έχει αναγνωρίσει ότι ο εύκολος πλουτισμός από τη μουσική δεν υπάρχει. Η πάντα χαμογελαστή Μαριέττα παραμένει αισιόδοξη. «Απλά χρειάζεται πάρα πολλή υπομονή, προσπάθεια, και ενδεχομένως πολλές φορές να πρέπει να δουλεύεις και σε μία άλλη δουλειά παράλληλα. Δεν είναι κάτι εύκολο, αλλά αν το πιστεύεις και προσπαθείς, μπορεί να γίνει κάτι πάρα πολύ όμορφο». Κι ο Σπύρος συμπυκνώνει την κατάσταση, όπως το συνηθίζει, σε ένα τετράστιχο:

Τα πράγματα είναι δύσκολα κι η φάση πάει χάλια
Περάσανε οι εποχές που ανοίγανε μπουκάλια
Άλλοι έπρεπε να το περνούν κι άλλοι το ζούνε άδικα
Μα δεν μου καίγεται καρφί που κλείνουν τα σκυλάδικα.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X