Είχα βρεθεί πολλές φορές τελευταία σε συζητήσεις για ενέργειες και τέτοια πράγματα και για προηγούμενες ζωές και για μεταφυσικές παγίδες που μπλοκάρουν τη φάση.  Όλο και περισσότεροι γύρω μου μιλούσαν γι’ αυτά κι εγώ τα άκουγα αποδίδοντάς τις συζητήσεις αυτές σε μια κάποια μόδα της εποχής.

Ήταν θέματα, ωστόσο, που δεν τα χαρακτήριζα κάπως στο μυαλό μου.  Δεν τα έκρινα ούτε τα απέρριπτα.  Τα άκουγα κάπου στο βάθος σαν την αναμετάδοση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα που δε με ενδιαφέρει.   Τώρα ήμουν μπροστά στα δίχτυα και ετοιμαζόμουν να φάω γκολ…  Και δεν είναι να πεις ότι πήγαινα γυρεύοντας.  Σε παθολόγο πήγα…

Όλα τριγύρω στο γραφείο μου φαίνονταν φυσιολογικά.  Τσιμπήθηκα και πόνεσα οπότε αποφάσισα ότι αυτό μου συνέβαινε όντως και έτσι έκανα την επόμενη ερώτηση με στεγνό στόμα.  «Από πού το καταλάβατε;».  Η απόφασή μου έγινε ξεκάθαρη τη στιγμή που του έκανα αυτή την ερώτηση.  Θα έπαιζα το παιχνίδι του…  «Κοιτάξτε…», άρχισε να μιλάει γρήγορα και σχεδόν μηχανικά σα να είχε πολλές φορές πει αυτά τα λόγια, «από την αρχή τα συμπτώματα μας δείχνουν κάτι τέτοιο…  Η αδικαιολόγητη και ανυποχώρητη κούραση, η θολούρα, ο αποπροσανατολισμός.  Αν ήταν μια απλή υπερκόπωση θα είχαμε κάποιο αποτέλεσμα με τις βιταμίνες που μου είπατε ότι πήρατε και με λίγο ύπνο παραπάνω.  Μου λέτε όμως ότι η κατάσταση τις τελευταίες εβδομάδες δεν έχει αλλάξει καθόλου».  Έτσι ήταν όντως…

«Αυτό σημαίνει ότι από κάπου χάνετε», συνέχισε.  «…κι εσείς», σκέφτηκα χωρίς να τολμήσω να το πω και συνέχισα να ακούω αιχμάλωτος πια της απροσδόκητης διάγνωσης.  «Από κάπου χάνετε ενέργεια.  Από κάπου που δεν μπορείτε να ελέγξετε.  Προφανώς κάποια ξένη οντότητα έχει εισβάλλει στο αιθερικό σας σώμα και το έχει πλήξει, όχι ανεπανόρθωτα όμως ε;» κατέληξε με ένα καθησυχαστικό και σίγουρο χαμόγελο.  Μου φάνηκε πολύ σίγουρος γι’ αυτό που μου έλεγε και έτσι αδύναμος όπως ήμουν, καταβεβλημένος από την κόπωση του σώματος και του μυαλού μου δεν είχα άλλη επιλογή από το να παραδοθώ στην ευκολία της μεταφυσικής προσέγγισης στο πρόβλημά μου.  «Μη σας προβληματίζει», μου είπε με μια οικειότητα που δεν ξεπερνούσε τα όρια της επαγγελματικής αβρότητας.  «Είναι κάτι που ευτυχώς το προλάβαμε στην αρχή του και πολύ εύκολα μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε.  Αν το αφήσουμε όμως λίγο καιρό ακόμα μπορεί να έχουμε άσχημα αποτελέσματα…»

Δεν μπόρεσα να σκεφτώ τίποτε άλλο παρά μόνο ότι όντως τελικά μου είχαν κάνει μάγια.  Η στιγμή της παραδοχής συνοδεύτηκε από ένα αίσθημα ανακούφισης και ταυτόχρονα κάποιους μικρής έντασης επιθανάτιους σπασμούς της λογικής μου που εγκατέλειπε.  Πια όμως το πρόβλημά μου φαινόταν χειροπιαστό και, αν έκρινα από τη σιγουριά του παθολόγου,  εύκολο να λυθεί.

Εγώ που δεν πίστευα παρά τα μισά απ’ όσα έβλεπα και τίποτα απ’ όσα άκουγα, όπως λένε, τώρα είχα παραδοθεί στην πιθανότητα να είμαι έρμαιο μεταφυσικών δυνάμεων.  Πίστευα…  Η πιθανότητα αυτή με αγκάλιασε και με προστάτευσε σαν αμνιακό υγρό.  Ένιωθα μουδιασμένος αλλά πολύ καλύτερα.  Έκανα λοιπόν το επόμενο βήμα και ρώτησα αυτό που θα ρωτούσε οποιοσδήποτε άλλος στη θέση μου:  «Και ποιος μου έχει κάνει μάγια;».  «Α…  Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω» απάντησε ο γιατρός με μια έκφραση γραφειοκρατικής αποστασιοποίησης.  Άφησε κάτω το στυλό που στριφογύριζε ως εκείνη την ώρα στα χέρια του και με κοίταξε όσο πιο επιβλητικά μπορούσε για να μου επιβάλλει αυτό που ως επιστήμων και γιατρός θεωρούσε σωστό για το συμφέρον μου.  «Δεν έχει και καμιά σημασία πάντως…  Το θέμα είναι ότι το προλάβαμε.  Εσύ δε χρειάζεται να ασχοληθείς παραπάνω»  είπε μιλώντας μου ξαφνικά στον ενικό και κουνώντας και τα δύο του χέρια με τις παλάμες του τεντωμένες και τα δάχτυλά του κλειστά, σα πολιτικός.

Πήρε πάλι το πανάκριβο στυλό του και ξεκίνησε να γράφει κάτι στο συνταγολόγιο.  Η απάντησή του, όπως ήταν επόμενο, δε με κάλυψε.  Επέμεινα και τον ρώτησα πάλι.  «Ποιος θα μπορούσε να ήταν αυτός που μου είχε κάνει μάγια».  Ξαφνικά η συνείδησή μου αντέδρασε στην προηγούμενη παραδοχή και άρχισε να κοιτάει δυτικά και να αμφιβάλλει.  «Ποιος μου είχε κάνει μάγια και με ποιο τρόπο;  Είχε πάει σε κάποιο μάγο ή απλώς είχε νιώσει τόσο αρνητικά για μένα που είχε προσβάλλει τόσο πολύ την άμυνά μου και πια ήμουν ένα ανυπεράσπιστο λιοντάρι ξαπλωμένο σε ένα ράντσο ενός τριτοκοσμικού νοσοκομείου.  Και ο γιατρός;  Πώς ο γιατρός είχε καταλάβει ότι μου έχουν κάνει μάγια και πώς μου το είπε τόσο …μπαμ, χωρίς να τον ενδιαφέρει τι θα σκεφτώ για την επιστημονική αυθεντία του;  Πώς είχε σκοπό να με βοηθήσει να λύσω τα μάγια.  Και γιατί δε θα έπρεπε να ανησυχώ γι’ αυτό;».

Δε θυμάμαι με ποιο τρόπο και πόσες από αυτές τις ερωτήσεις μπόρεσα να απευθύνω στον παθολόγο, αλλά έχω την εντύπωση ότι σε καμία από αυτές δεν φάνηκε αμήχανος ή απολογητικός.  Με κανένα δισταγμό συνέχισε να επιμένει στην αρχική του διάγνωση και με μια διάθεση πατροναρίσματος αλλάζοντας ύφος μου είπε:  «Θες να δεις ποιος σου έχει κάνει μάγια;  Και για ποιο λόγο να ταραχτείς τσάμπα;  Αφού όποιος και να είναι το αντιμετωπίσαμε.  Ό,τι και να σου έχει κάνει θα γυρίσει πίσω σ’ αυτόν».  Αυτό βέβαια δε με καθησύχασε καθόλου γιατί προηγουμένως μου είχε πει απερίφραστα ότι αυτός ο άσπονδος εχθρός μου που μου επιτέθηκε με το σκοτάδι αιώνων, είχε πάει σε έναν μάγο ή μάγισσα που είχαν κάνει τις απαραίτητες διαδικασίες ώστε να νιώθω αλοιφή για κάλους…  Συγγνώμη για την ασυνέπεια στο ύφος και το ιδιόλεκτο που χρησιμοποιώ αλλά προσπαθώ να αλλάξω οπτική γωνία όπως περιγράφω αυτή την περιπέτεια (που ευτυχώς βρίσκεται στο τέλος της τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές).

Κάποιος ή κάποια όμως είχε ξεκινήσει από κάπου για να πάει κάπου αλλού.  Εκεί που θα έβρισκε αυτόν που με κάποιο τρόπο θα μου έκανε κακό χωρίς να χρειαζόταν να με συναντήσει ποτέ.  Δεν τολμώ καν να σκεφτώ τι ήταν αυτό που του/της είχα κάνει και αν ήταν προϊόν κάποιας παρεξήγησης.  Επέμεινα στο να μάθω ποιος ήταν αυτός που μου είχε κάνει τα μάγια αλλά η επιμονή μου κάμφθηκε γρήγορα από την αυθεντία του παθολόγου ο οποίος επέμεινε στη θεραπεία και όχι τον εντοπισμό των αιτίων.  Κάτι μέσα μου ψιθύρισε ότι τελικά ήταν καλύτερα να μην ξέρω και έτσι συντονίστηκα με τους ρυθμούς του γιατρού και παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τις συμβουλές του για την αποθεραπεία μου χωρίς να με προβληματίζει τίποτα πια.  Μου είπε ότι θα έπρεπε να μου κάνει πρώτα κάποιες επιπλέον ερωτήσεις κι εγώ αποφάσισα να συνεργαστώ απολύτως.  Ό,τι κι αν με ρωτούσε θα του απαντούσα με κάθε ειλικρίνεια γιατί πια τα πράγματα ήταν περίεργα και έπρεπε να είμαι σαφής και ξεκάθαρος για να μη μπλεχτούν περισσότερο τα πράγματα.

Αρχικά λοιπόν με ρώτησε αν υπάρχει κάποια κοπέλα που να με ενδιαφέρει.  Του απάντησα ότι υπάρχουν κάποιες…  Με ρώτησε ξανά αγνοώντας την απάντησή μου και βρίσκοντάς την εκτός θέματος.  «Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη κοπέλα για την οποία να νιώθετε κάτι ιδιαίτερο Έντονο;».  Παύση.  «Ακόμα κι αν δεν υπάρχει κάτι μεταξύ σας αυτή την περίοδο;».  Αυτό το τελευταίο έκανε το στομάχι μου να σφιχτεί.  Τι σόι γιατρός ήταν αυτός;  Τη μία μου έχουν κάνει μάγια, την άλλη μου κάνει ανάκριση για τα προσωπικά μου…  Τι να πω…  Την αλήθεια…  Του απάντησα ότι υπάρχει κάποια και το δισύλλαβο όνομά της κουδούνισε στο κεφάλι μου.

«Ξέρεις το τηλέφωνό  της;»,  «ναι» απάντησα απρόθυμα.  Έχει γούστο να μου έχει κάνει εκείνη τα μάγια, σκέφτηκα προς στιγμήν αλλά η σκέψη μου αυτή απορρίφθηκε ως εντελώς παράλογη (και με κριτήρια όχι πολύ αυστηρά).  «Απέξω;», «ναι» απάντησα ξανά.  «Άθροισε σε παρακαλώ τα 7 νούμερα μέχρι να βγει μονοψήφιος αριθμός».  Το έκανα και βγήκε 9.  «Ωραία»  έσκυψε το κεφάλι του πάνω στο συνταγολόγιο και άρχισε να γράφει λέγοντάς μου ταυτόχρονα  «θα λες το όνομά της τρεις φορές επί τρεις φορές την ημέρα για δύο εβδομάδες».  Τον κοιτούσα σα χαζός, μάλλον χωρίς να κάνω κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια.  Δεν αντέδρασα.  Με κοιτούσε κι εκείνος.  Έσπασα πρώτος.  «Τρεις φορές;» επανέλαβα.  «Ναι» μου είπε.  «Τις στιγμές που θα αισθάνεσαι μεγαλύτερη εξάντληση θα κρατάς τον αντίχειρα μέσα στα υπόλοιπα δάχτυλα σαν παιδική γροθιά».  Προσπάθησα να μιμηθώ τη λαβή που μου έδειχνε με το δεξί μου χέρι, εκείνος όμως με διόρθωσε και μου τόνισε ότι θα έπρεπε να το κάνω μόνο με το αριστερό χέρι για να μην έχω απώλεια ενέργειας.  Εκεί, μπορώ να πω, βρήκαμε μια ισορροπία.  Ως τότε χρησιμοποιούσα το αριστερό χέρι μόνο για μία συγκεκριμένη δουλειά η οποία τύχαινε να έχει μάλλον αρκετή απώλεια ενέργειας.

vagelis markantvnis

Ήμουν πια έρμαιο της απαράδεκτης διάγνωσής του.  Από τη στιγμή που δεν είχα σηκωθεί να φύγω αμέσως μόλις άκουσα τη λέξη μάγια, ήταν πια αργά.  Όχι μόνο είχα επιτρέψει στ’ αυτιά μου να ακούσουν όλους αυτούς τους παραλογισμούς που προσέβαλλαν τη νοημοσύνη μου και την εμπιστοσύνη μου στην επιστήμη, αλλά-εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποίησα-ήμουν δέσμιος και της «συνταγογράφησης» από τη στιγμή που την είχα δεχτεί στο χέρι μου.  Πώς θα μπορούσα να μην κάνω όλα αυτά που μου έγραφε στο χαρτί σαν τη μόνη πιθανή θεραπεία για την κατάστασή μου;  Αν μία στο εκατομμύριο είχε δίκιο, πώς εγώ θα άφηνα τον εαυτό μου απροστάτευτο μπροστά στη σκοτεινή απειλή που δεχόταν το αιθερικό μου σώμα;

Ήμουν αναγκασμένος πια να κάνω ό,τι ακριβώς μου είπε.  Και να λέω το όνομά της τρεις φορές επί τρεις φορές, και να κρατάω σφιχτά τον αντίχειρά μου.  Αν δεν ακολουθούσα πιστά αυτή την παράλογη αλλά φαινομενικά εντελώς ακίνδυνη αγωγή-τελετουργία, θα είχα μέσα σε αυτή την εξάντληση που με κατέβαλλε ένα ακόμα πρόβλημα.  Ποτέ δε θα ήμουν σίγουρος και θα ένιωθα ότι κινδύνευα από τα μάγια ενός τύπου που θα έμενε όχι στην Αϊτή, αλλά κάπου στα Κάτω Πατήσια και θα τον είχε πληρώσει γι’ αυτό κάποιος άνθρωπος από τον κύκλο μου.  Το κακογυρισμένο θρίλερ με το απίθανο σενάριο μετατράπηκε αμέσως στο μυαλό μου σε αμοντάριστο ντοκυμαντέρ…  Φοβόμουν και πίστευα με την ίδια δύναμη που η λογική μου ξεκαρδιζόταν στα γέλια με την εξωφρενική διάγνωση του παθολόγου.  Συμπέρασμα:  θα ακολουθούσα πιστά τις οδηγίες του.

Εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον ήμουν βέβαιος γι’ αυτό.  Στο κάτω κάτω τι θα μπορούσε να μου στοιχίσει το να λέω το όνομά της τρεις φορές τρεις φορές την ημέρα για δύο βδομάδες;  Έτσι κι αλλιώς το σκεφτόμουν συνέχεια…  Και τι θα πείραζε αν κρατούσα τον αντίχειρα με τα υπόλοιπα δάχτυλα του αριστερού μου χεριού;  Αυτό ήταν το λιγότερο όμως.  Όλη αυτή η κωμωδία μπορεί να είχε μια βαθιά ουσία, πιο βαθιά από τις λέξεις που την περιέγραφαν και που η δυτική μου παιδεία τις έβρισκε γραφικές και παιδαριώδεις.  Θέλω να πω ότι όντως θα μπορούσα να είχα βρεθεί σε μια κατάσταση που συμβατικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με την εύκολη λέξη «μάγια».  Και όντως η επανάληψη του ονόματός της θα μπορούσε να με κρατάει σε επαφή με το μόνο ουσιαστικό πράγμα που είχε συμβεί στην άχρονη ζωή μου.  Και μόνο έτσι θα έβρισκα τη δύναμη να ξεφύγω από τη δίνη της κούρασης που ακύρωνε το κορμί μου και το βύθιζε στο σκοτεινό κέντρο μιας σπείρας.

Ή απ’ την άλλη…  Θα μπορούσε αυτός ο παθολόγος με το πτυχίο «καλώς», να είχε στοιχειώδεις γνώσεις ψυχολογίας και έχοντας μπροστά του έναν τύπο που το πρόβλημά του ήταν ότι είχε ένα πρόβλημα δίχως όνομα, να έκανε την πιο σωστή κίνηση.  Η διατύπωση της διάγνωσής του ήταν και η θεραπεία.  Μου έδινε έναν χειροπιαστό εχθρό να παλέψω.  Συγκέντρωνε τη σκόρπια αποσπασματική σκέψη μου σε ένα συγκεκριμένο σημείο.  Αυτός ή αυτή που μου είχε κάνει τα μάγια δε θα ήταν για μένα ο εχθρός αλλά ένα σημείο στήριξης.  Για κάποιο λόγο όλες αυτές οι σκέψεις ήταν μία σκέψη και όλες οι λέξεις μία λέξη.  Το όνομά της.

Ένιωσα εντάξει με τη φάση και ετοιμάστηκα να φύγω.  Ρώτησα τι χρωστάω κι εκείνος με ρώτησε αν θέλω απόδειξη.  Του είπα όχι και μου ζήτησε 60 ευρώ.  Αυτό προφανώς δεν το είχε εμπνευστεί από τους γερμανούς συναδέλφους του, τα επιτεύγματα των οποίων περιέγραφε με θαυμασμό και δέος λίγα λεπτά πριν.  Πριν φύγω όμως μου έδωσε και ένα τελευταίο tip.  Ότι θα βοηθούσε πολύ αν έπαιρνα μεγάλη ποσότητα καθημερινά βιταμίνης C.

Δεν υπήρχε κάτι άλλο να ειπωθεί κι έτσι έφυγα από το ιατρείο.  Πριν κλείσω την πόρτα πίσω μου έριξα μια τελευταία ματιά στη γραμματέα που κάτι κοιτούσε στην οθόνη.  Στην αριστερή της παλάμη κρατούσε κάτι που φαινόταν να παίζει με αυτό.  Κάτι σαν τον κύβο του Rubik.  Δεν μπόρεσα να καταλάβω ακριβώς τι ήταν γιατί ο χρόνος ήταν περιορισμένος και το βλέμμα μου παγιδεύτηκε στο σκίσιμο της στενής της φούστας.  Βγήκα στο δρόμο και είχε αρχίσει να νυχτώνει.  Επέστρεψα σπίτι και είδα το Καζαμπλάνκα.  Ο Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ έπαιζε καλύτερα από κάθε άλλη φορά που είχα δει αυτή την ταινία.

Και τώρα που είπα «ταινία», νομίζω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να μπω και στην ουσία και το λόγο που με έκανε να γράψω ό,τι στ’ αλήθεια μου συνέβη…