Αν μπορώ να πω ότι κατά τη διάρκεια της προβολής, η σκέψη μου λειτουργούσε έστω και λίγο, το μόνο πράγμα που μου έμεινε ως ένας απλοϊκός συλλογισμός ήταν το εξής.  Όπως προσπάθησα να εξηγήσω και πιο πάνω, ίσως επειδή ακριβώς κάποιος μου είχε κάνει μάγια, είχα βρεθεί σε αυτή την εξωφρενική  κατάσταση μέσα στην αίθουσα.  Αυτό δηλαδή που είχα υποστεί σα συνέπεια της μαγείας ήταν ότι ερχόμουν αντιμέτωπος ξαφνικά με όλες τις επιλογές της ζωής μου που δεν έκανα.  Όλες οι πιθανές αποφάσεις που θα μπορούσα να έχω πάρει σε κομβικά σημεία της ζωής μου και θα με είχαν κάνει να αλλάξω προοπτική και κατεύθυνση εμφανίζονταν τώρα μπροστά μου.  Και η ευγενική παρουσία της ταξιθέτριας δεν ήταν κάτι άλλο, παρά ένα άλλο πνεύμα των Χριστουγέννων που ήρθε για να με βγάλει από την παγίδα τού να ζω άλλη ζωή απ’ αυτή που διάλεξα.

Σε αυτή την περίπτωση όμως-και εδώ κάπου άρχισε να φρενάρει ο υποτυπώδης αυτός συλλογισμός-θα σήμαινε ότι αυτός που μου είχε κάνει τα μάγια στην ουσία ήθελε το καλό μου.  Ήταν άραγε έτσι;  Και μήπως αυτό που ο γιατρός είχε διαγνώσει ως θέμα που έπρεπε και μπορούσε να λυθεί, μήπως δεν ήταν παρά μια ανεμόσκαλα που μου είχε πετάξει κάποιος (ποιος άραγε ευεργέτης;) για να με βγάλει από το σκοτάδι που με είχε ρίξει αυτό το άγονο ego trip της ενήλικης ζωής μου;

Τότε αυτός που μου είχε κάνει τα μάγια δε θα μπορούσε να είναι άλλος από εκείνη.  Από εκείνη που το όνομά της θα με έβγαζε από αυτή τη μαυρίλα που είχε ντυθεί το μεσοκαλόκαιρο.  Δεν είχα παρά να γυρίσω κοντά της και να διεκδικήσω τη ζωή που μου ανήκει εκεί.  Σε αυτό το σημείο η σκέψη σταμάτησε σε αυτό το άδοξο σχήμα λόγου «να διεκδικήσω τη ζωή που μου ανήκει».  Μου θύμισε σύνθημα πολιτικής νεολαίας ή κάποιου τραγουδιού διαμαρτυρίας με τη θολή αντίληψη ότι κάτι δεν πάει καλά και πρέπει να αλλάξει.  Αυτό το «πρέπει» είναι αντίθετο στη ζωή και τη φύση και αυτό το «πρέπει» με έβγαλε από αυτό το λήθαργο της ορθολογιστικής σκέψης και ένιωσα πολύ πιο άνετα μέσα στην παραδοξότητα της κατάστασης που βίωνα εκείνη τη στιγμή.

Όταν έφυγα με το ταξί, ήξερα ακριβώς τι συνέβαινε.  Είχα καταλήξει στο ποια από όλες τις εκδοχές ήταν η σωστή.  Ο παθολόγος ήταν σωστός στη διάγνωσή του.  Όντως κάποιος ή κάποια μου είχε κάνει μάγια και όντως η αγωγή που μου υπέδειξε ήταν η κατάλληλη για τη θεραπεία μου.  Το κορίτσι με την τσάντα στον ώμο ήταν η ταξιθέτρια που κατά σύμπτωση συνάντησα 3 φορές μέσα σε λίγες μέρες.  Το ποτάμι της δικής της ζωής έτεινε να συναντήσει το δικό μου αλλά αυτό ήταν μια άλλη ιστορία, και το αν τελικά αυτό γινόταν και τα δύο ποτάμια ενώνονταν θα ήταν μια ιστορία ακόμα.  Το μόνο που μπορώ να πω γι αυτή την ιστορία είναι ότι ούτε «πρέπει», ούτε «δεν πρέπει» να συμβεί.

Τις 20 ζωές μου που αναγνώρισα μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα με αυτό τον απελπιστικά σχηματικό τρόπο, ήταν απλώς κάτι που έπρεπε να δεχτώ ως μία πραγματικότητα.  Από την προσχολική μου ηλικία έχω αναγκαστεί να συμβιβαστώ με τόσα πράγματα που στην πρώτη επαφή μαζί τους μου φάνηκαν εντελώς παράλογα και εξωφρενικά.  Ένα ακόμη δε θα πείραζε.

Ωστόσο είχα πάρει τις αποφάσεις μου…  Δεν πίστευα ποτέ στην αλλαγή που θα μπορούσε να φέρει μια και μόνη απόφαση, όσο δυνατή κι αν ήταν αυτή, όσο απόλυτη κι αν ήταν η συνειδητοποίηση που την προκάλεσε, ακόμα κι αν τη συνόδευε μια μαγική δύναμη.  Αν μπορούσε να αλλάξει κάτι αυτό θα γινόταν με αμέτρητες μάχες στην καθημερινότητα.  Κάθε ήττα και κάθε αποτυχία θα ήταν ένα ακόμα βήμα , ένα ακόμα σκαλοπάτι για να φτάσω εκεί που ήθελα.  Να ένα ακόμη σύνθημα πολιτικής νεολαίας.  Δε μου έκανε ούτε αυτό.

Ήμουν σίγουρος πως ήθελα να βγω από αυτή την κατάσταση.  Είχα πια καταλάβει πόσο είχα απομακρυνθεί από αυτό που ήμουν και πόσο ήθελα να αλλάξει όλο αυτό και να δώσω  μια ευκαιρία στον εαυτό μου να ζήσει ξανά.  Χρειαζόμουν όμως μια πραγματική λύση.  Χρειαζόμουν τη βοήθεια της επιστήμης που σε αυτή την περίπτωση ήμουν σίγουρος πως δε θα σήκωνε τα χέρια ψηλά. Όταν λοιπόν μπήκα στο ταξί και αποφάσισα να μην κοιτάξω πίσω είχα πάρει και μια ακόμα απόφαση.  Η παραδοσιακή κλασική ιατρική που ήξερα και εμπιστευόμουν όλη μου τη ζωή θα έδινε τη λύση που ήθελα.  Από την επόμενη κιόλας μέρα θα έκανα τις απαραίτητες κινήσεις.   Χρήματα είχα, και η ιδιωτική ασφάλεια θα με κάλυπτε σε πολλά.  Ήταν δύσκολο αλλά αν πήγαιναν όλα καλά, ως τον Οκτώβριο θα είχαν όλα μπει στη θέση τους.

Αυτό που χρειαζόταν να γίνει ήταν να αλλάξω εκείνο που είχε χαλάσει και δεν μπορούσε πια να επισκευαστεί.  Ούτε η συνειδητοποίηση της αλήθειας και η λήψη της οριστικής απόφασης, ούτε οι μικρές καθημερινές μάχες μπορούσαν να διορθώσουν τη ζημιά που είχε γίνει.  Θα μπορούσε όμως ο καρδιολόγος…