Το τσιγάρο εφάρμοζε στο χέρι του σα δαχτυλίδι, καθώς από τη γόπα κρατούσε απόσταση ίση με μια ακόμα τζούρα. Κουβέντα παρά κουβέντα, έκανε μια ρουφηξιά όπως έπινε γουλιά γουλιά τον καφέ του το πρωί. Μιλούσε ακατάπαυστα στους διπλανούς του σε μπαρ του παλιού κέντρου, αλλά καμία ιστορία του δεν κατάφερε να εντυπωσιάσει.

Από το πρωί μέχρι το ξημέρωμα, όταν έβγαινε, από τη στιγμή που κρατούσε την κούπα με τον καφέ μέχρι εκείνη που έπιανε το τσιγάρο, του φαινόταν σαν να περνούσε αιώνας. Μεσολαβούσαν ατελείωτες ώρες απόλυτου κενού, που έσπαγε από κάποιες λοξές ματιές στο παρελθόν. Τότε που βρισκόταν στη σχολή, ή τότε που τα καλοκαίρια του στη Σαντορίνη έκανε τον μπάρμαν.

Τον ισοπέδωνε, ότι τώρα στα 35 είχε κυριαρχήσει απόλυτα πάνω του η ρουτίνα. Έκανε μια δουλειά που δεν ήθελε, όπως και οι δέκα ακόμα που ήταν μαζί του στο ίδιο γραφείο. Έπαιρνε ελάχιστα λεφτά, είχε ελάχιστες μέρες για άδεια και το χειρότερο, είχε χάσει κάθε αισιόδοξη σκέψη ότι μπορούσε κάποτε να αλλάξει τη ζωή του. Αυτό που λέμε η ελπίδα πέθαινε τελευταία, για τον Γιάννη είχε πεθάνει πρώτη.

Ο Γιάννης είχε μακριά μαλλιά, που μαζί με τα γυαλιά που φορούσε συμπλήρωναν το προφίλ του χίπη. Η μπροστινή αραίωση δεν τον αποθάρρυνε ποτέ να κρατήσει την αλογοουρά, αν και όλοι του έλεγαν “έλα βρε Γιάννη θα σου πηγαίνουν καλύτερα τα κοντά”. Ακλόνητος ο Γιάννης, επέμενε σε ένα στυλ που δήλωνε όλη του την αντίδραση στο σύστημα. Βέβαια η εποχή για τους ανεπρόκοπους μαλλιάδες έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Οι μαλλιάδες έχουν πια πέραση.

Το γραφείο του Γιάννη δεν είχε ούτε παιδικές ζωγραφιές, ούτε φωτογραφίες των δικών του. Υπήρχε μόνο απελπισία, που την έβλεπες να παίρνει σάρκα και οστά στα γουρλωμένα του μάτια, όταν είχε να βγάλει μία ακόμα υποχρέωση. Κι η υποχρέωση «βάραινε» τα γουρλωμένα μάτια, γεμάτα απελπισία και τα έκανε μίζερα. Η άδεια ζωή του Γιάννη δεν γέμιζε παρά μόνο από τα “ευχαριστώ” και τα “παρακαλώ” της σερβιτόρας που του έφερνε καφέ.

Η σερβιτόρα του Γιάννη, χαμογελούσε πάντα και σε όλους, αλλά εκείνος για κάποιο λόγο θεωρούσε ότι έπαιρνε ένα ξεχωριστό χαμόγελο, όπως το περιέγραφε το τραγούδι των Semisonic που σιχαινόταν γιατί είναι “φλώρικο”. Το “θέμα είναι να βαράνε”, έλεγε για τις μπάντες που ήθελε να ακούσει. Κι όσο “βαρούσαν” οι ντράμερ και οι κιθαρίστες, τόσο ο ίδιος ήθελε να βαρέσει λιγότερο τους διπλανούς του. Η σερβιτόρα όμως ήταν εξαίρεση. Ήταν αυτή που ανακούφιζε το σφιγμένο από θλίψη σώμα και βλέμμα του. Ήταν αυτή που δεν θα έβρισκε τις ιστορίες του βαρετές. Αλλά κι εκείνη που θα άπλωνε το χέρι της, για να βγει εκείνος από το τέλμα.

Ο Γιάννης πέθανε ενώ περπατούσε. Δεν είδε το διερχόμενο αμάξι, καθώς άλλη μια φορά διέσχιζε σκυφτός το δρόμο. Δεν είχε την όρεξη ούτε να κοιτάξει το απέναντι πεζοδρόμιο και το βλέμμα του ίσα που ξεπερνούσε τις μύτες των παπουτσιών του. Όπως και οι προσδοκίες του από τη ζωή.

Η σερβιτόρα άφησε εκείνο το πρωί στο γραφείο του, χωρίς να ξέρει, ένα σημείωμα στο πιατάκι του καφέ. Του πρότεινε να πάνε θέατρο, γιατί δεν είχε πάει ποτέ και πίστευε πως ο Γιάννης θα ήξερε από Τέχνη άρα θα έκανε και την καλύτερη επιλογή. Ο καφές έμεινε να αχνίζει, οι άλλοι εργαζόμενοι, πηγαινοέρχονταν δίπλα του και η καρέκλα του Γιάννη βρισκόταν στραβά τοποθετημένη κάτω από το γραφείο. Ο Γιάννης είχε πεθάνει, αλλά η καθημερινότητα που μισούσε, με την μοναδική της φωτεινή εξαίρεση, βρισκόταν εκεί και τον περίμενε με το πιο ευχάριστο μαντάτο.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Γεννήθηκε και ζει στα Εξάρχεια. Αγαπά τους τοίχους τους, τους αγώνες και τους ανθρώπους τους. Του αρέσει να φωτογραφίζει και να γράφει για όσα δεν μπόρεσε να φωτογραφίσει. Κυκλοφορεί από τα εννιά του με μια εφημερίδα στο χέρι και συνεχίζει να γράφει σε μπλοκάκι στα ρεπορτάζ. Ακούει ό,τι μακριά πολύ μακριά μας ταξιδεύει και διαβάζει ό,τι του γυαλίσει στις βιτρίνες της Καλλιδρομίου, της Ζωοδόχου Πηγής και της Θεμιστοκλέους. Αγαπά τα νησιά και κάποτε θέλει να ζήσει σε ένα από αυτά. Μέχρι τότε, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για μια διαφορετική δημοσιογραφία, με πολλά αυτοδιαχειριζόμενα 3point και γραφιάδες χωρίς περιορισμούς.

Σχετικά Άρθρα

X