Η Λουκία Πιστιόλα έχει χαράξει μια προσεκτική πορεία στον χώρο της υποκριτικής. Έγινε ευρέως γνωστή από την τηλεόραση αλλά οι πιο σημαντικές της δουλειές είναι στο θέατρο, όπως η φετινή στο Θέατρο Τέχνης και το «Περιμένοντας τον Γκοντό».

 

Είναι μια γυναίκα με πολύ ιδιαίτερο αέρα. Είναι όμορφη αλλά πιο πολύ είναι γοητευτική. Το πιο εντυπωσιακό είναι όμως ότι μπορεί να μιλάει με μεγάλη σοβαρότητα και για το θέατρο και τα μαθήματα που της έχει δώσει η ζωή και το επόμενο δευτερόλεπτο να γελάει σαν κοριτσάκι.

 

Mε συνέντευξη της 3pointmagazine.gr, μιλαει  για τις φετινές της δουλειές στο θέατρο, για τους ανθρώπους της, τη ζωή εντός και εκτός θεάτρου και για όσα της δίνουν ελπίδα.

 

Φέτος κάνετε δυο πολύ διαφορετικές δουλειές στο θέατρο. Πώς αποφασίσατε να τις συνδυάσετε;

Έχοντας αγαπήσει πολύ την παράσταση του «Περιμένοντας τον Γκοντό» και από την περσινή σεζόν και επειδή σπάνια βρίσκεις συνεργασία σαν αυτή που έχω εγώ με την Δήμητρα Χατούπη, την Κάτια Γέρου και την Μυρτώ Αλικάκη με μεγάλη χαρά δεχτήκαμε να συνεχίσουμε για 2η χρονιά  Δευτέρα και Τρίτη. Και βεβαίως επειδή είναι το σπουδαιότερο έργο του αιώνα πολλές φορές συζητάγαμε «Μετά τον Μπέκετ, τι;». Έχοντας παίξει σε αυτό το έργο όλα τα άλλα σου φαίνονται..οδοντόκρεμες. Θεωρώ ότι είναι μεγάλη ευλογία και μεγάλη τύχη που έπαιξα κάτω απ’αυτές τις συνθήκες στο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Και είναι και η πρώτη φορά που παίζεται από γυναίκες. Η παράσταση πέρσι είχε μεγάλη απήχηση και στην Αθήνα αλλά ειδικά στη Θεσσαλονίκη. Πρέπει να σου πω, αν μου έλεγες να διαλέξω ανάμεσα στον Μπέκετ ή σε οποιοδήποτε άλλο έργο, θα διάλεγα τον Μπέκετ. Τώρα, ήρθε και η πρόταση για το «La Nonna» από τον Δημήτρη Πιατά η οποία μου είχε γίνει και πριν από 15 χρόνια και είχα αρνηθεί. Και όταν φέτος ξαναήρθε η πρόταση σκέφτηκα ότι είναι πολύ να αρνηθείς 2 φορές έναν ρόλο. Όταν κάτι σε κυνηγάει, αυτό κάτι σημαίνει. Και έτσι το αποφάσισα. Βάλε και την κρίση μέσα.

 

Φαντάζομαι είναι δύσκολο καθώς και είναι δυο πολύ διαφορετικοί ρόλοι.

Είναι πολύ δύσκολο. Δεν το έχω ξανακάνει. Με κόπο αφήνω τον Πότζο(Περιμένοντας τον Γκοντό)  για να μπώ στη Μαρία( La Nonna). Κάθε φορά που παίζω έναν ρόλο, αυτός υπάρχει και ζει μέσα μου 24 ώρες το 24ωρο, Τώρα πρέπει 2 μέρες τη βδομάδα να ζω κάτι και τις υπόλοιπες κάτι άλλο. Δεν πίστευα ότι θα είναι τόσο δύσκολο αλλά είναι.

 

Άρα αυτό που λένε ότι ο ρόλος ακολουθεί τον ηθοποιό 24 ώρες το 24ωρο ισχύει;

Βεβαίως. Εγώ υποφέρω όταν τελειώνει κάποιος ρόλος μου. Για μένα δε, που ζω τη γέννα, τη ζωή και τον θάνατο του και θρηνώ κανονικά, είναι πολύ δύσκολο. Αλλά δε θα θυσίαζα επ’ουδενί τον Πότζο οπότε αποφάσισα να τα συνδυάσω.

 

Μιλάτε με μεγάλη αγάπη για αυτήν την παράσταση. Είναι η αγαπημένη σας συνεργασία ως τώρα;

Μετά την «Αγνή του Θεού» που είχα παίξει με την Εύα Κοταμανίδου και την Άννα  Κουτσαφτίκη, είναι η πιο αγαπημένη μου. Περιέργως στο θέατρο έχω τις καλύτερες σχέσεις εντός και εκτός σκηνής με γυναίκες. Και είναι σχέσεις που εξελίσσονται σε φιλίες χρόνων, σε σχέσεις ζωής.

 

Λέγεται ότι είναι δύσκολος χώρος όσον αφορά αυτό το κομμάτι.

Σε σχέση με άλλους όχι. Σε σχέση με τον χώρο των γιατρών, των δικηγόρων που γνωρίζω, των επιχειρηματιών κ.λπ., όχι. Πρόκειται περί αγγέλων. Εντάξει είναι λίγο γκρινιάρηδες, πολύ νάρκισσοι αλλά και μόνο ότι κάθε βράδυ βγάζουνε την ψυχή τους στο πιάτο και σου την προσφέρουνε είναι πολύ σημαντικό.

 

Επανέρχομαι στον Πότζο. Είναι αντρικός ρόλος, πολύ ιδιαίτερος και απαιτεί μεγάλη μεταμόρφωση. Πόσο δύσκολο ήταν για σας ειδικά που σας έχουμε συνηθίσει σε ρόλους γυναίκας- ντάμας ;

Είναι μια μεγάλη ευκαιρία για μια γυναίκα που υπήρξε αρκετά νάρκισσος και στη ζωή και στη σκηνή όπως εγώ, να φύγει από αυτό. Ένα πράγμα που είναι περίεργο, είναι ότι αυτός ο ρόλος χτίστηκε ευκολότερο από κάθε άλλον. Που το αποδίδω αυτό; Στο ότι το «εγώ» που έχει ο άνθρωπος και ο ηθοποιός δεν λειτούργησε καθόλου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ήθελα να εξυπηρετηθεί ο ρόλος, η παράσταση και οι συνάδελφοί μου. Δεν πίστευα ότι θα τα καταφέρω αλλά ο Κωστής Καπελώνης επέμενε και είπα ναι. Η επιτυχία ήταν ότι ελάχιστα σκέφτηκα τον ρόλο. Ακολούθησα αυτό που λέει ο Μπέκετ, αυτό που λέει ο σκηνοθέτης μου, αυτό που μου έδιναν οι συνάδελφοί μου και ο ρόλος βγήκε χωρίς να το καταλάβω.

 

                                                  pistiola2


Ποιος είναι τελικά ο Πότζο;

Ο Πότζο εκφράζει την εξουσία. Όποια μορφή κι αν έχει. Την κρατική εξουσία, την εξουσία που ασκείται σε κάθε είδους σχέση.

 

Γιατί οι αντρικοί ρόλοι στην παράσταση παίζονται από γυναίκες;

Γιατί είναι άνθρωποι. Δεν έχουν φύλο οι ήρωες του Μπέκετ. Επίσης, ο χώρος και ο χρόνος καταργούνται. Ο χωροχρόνος είναι συμπαντικός. Είναι ένα βαθειά ανθρωπιστικό έργο, το θέμα και οι ήρωες του είναι ο άνθρωπος όχι ο άντρας ή η γυναίκα. Αυτή ήταν η σκέψη. Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε είναι να μην δηλώνεται το φύλο τους. Και νομίζω αυτό έχει πετύχει στην παράσταση.

 

Έχει πολιτική διάσταση το έργο;

Κάθε βαθειά ανθρώπινο έργο έχει. Όλη μας η ζωή έχει πολιτική διάσταση. Κάθε πράξη που κάνουμε είναι πολιτική πράξη. Είμαστε κοινωνικά και πολιτικά όντα.

 

Τελικά το έργο είναι απαισιόδοξο ή αισιόδοξο. Οι απόψεις διίστανται.

Για μένα είναι ένα αισιόδοξο έργο. Με την έννοια του να μην περιμένουμε μια σωτηρία να έρθει από τον ουρανό. Αν έρθει καλώς. Αλλιώς, σε αυτή την κοινωνία που ζούμε το μόνο που μας μένει είναι να ακουμπήσουμε ο ένας στον άλλον. Μέσα από το έργο του Μπέκετ προκύπτει ότι η σχέση σου με τον συνάνθρωπό σου είναι αυτή που θα σε βοηθήσει να διαβείς αυτό το σκοτεινό τούνελ που είναι η ζωή όσο γίνεται πιο εύκολα. Ο Πότζο τυφλώνεται και δυστυχεί διότι η σχέση του με τον Λάκυ είναι σχέση εξουσίας άρα και βίας. Αυτό που κρατάει τον Εστραγκόν και τον Βλαντιμίρ είναι η σχέση τους. Λέει ο Εστραγκόν κάποια στιγμή: «Μείνε κοντά μου, μείνε μαζί μου. Μη μου μιλάς, μη με ρωτάς, μείνε μαζί μου.» Η ζωή για τον Μπέκετ και για όλους μας όπως διαπιστώνεις όσο μεγαλώνεις, είναι ένα πολύ δύσκολο πράγμα. Ο Μπέκετ έγραψε το έργο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά από μια καταστροφή. Η ιστορία κάνει κύκλους. Έρχονται συνέχεια καταστροφές και ο άνθρωπος είναι ένα θηρίο που ψάχνει συνέχεια τρόπους να επιβληθεί στον άλλον. Μόνο η αλληλεγγύη και η συμπόνια, η αληθινή σχέση με τον άλλον μπορεί να βγάλει σε έναν δρόμο πιο φωτεινό. Και στο έργο του Μπέκετ αυτό υπάρχει καθαρά. Λέει στο τέλος: «Τι είναι η ζωή; Γεννιόμαστε καβάλα σε έναν τάφο.» Το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι ο θάνατος. Το φώς λάμπει για μια στιγμή και μετά νύχτα και πάλι. Το σημαντικό είναι αυτό το πέρασμά μας να έχει όσο γίνεται περισσότερο φως και εκεί είναι η αισιοδοξία.

 

Βασανίζεστε και εσείς από αυτά τα υπαρξιακά θέματα του Μπέκετ; Ή τα έχετε λύσει; Έχετε συμβιβαστεί;

Δεν συμβιβάζεται κανένας ποτέ με το ότι η ζωή του τελειώνει. Κάποτε είχαμε πάει με τον γιό μου σε ένα εξαιρετικό έργο της Ξένιας Καλογεροπούλου, το «Οικογένεια Νώε». Όπου ο Νώε παίρνει ζευγάρια από τα είδη των ζώων έτσι ώστε το είδος να συνεχιστεί. Το μόνο που ξεχάσανε να πάρουν το ζευγάρι του είναι το καημένο το χαχούνι γι’ αυτό και δεν συνεχίστηκε το είδος. Όταν βγήκαμε ο 7χρονος γιός μου, μου είπε: «Tώρα καταλαβαίνω γιατί δεν φοβάσαι τον θάνατο. Γιατί το είδος σου θα συνεχιστεί αφού έχεις παιδιά..» Όταν νιώσεις ότι είσαι μέρος, ένας κόκκος  αυτού του συστήματος και έχοντας παιδιά, παύεις να φοβάσαι. Όσο και αν ακούγεται συναισθηματικό, εγώ από την ώρα που απέκτησα παιδιά έπαψα να φοβάμαι τον θάνατο.

 

Τι κάνει έναν άνθρωπο να ακολουθήσει την τέχνη και όχι οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα;

Η ψυχή του. Συγκεκριμένα οι ηθοποιοί είναι πλάσματα ανίκανα να ζήσουν την πραγματική ζωή, αν κρίνω από τον εαυτό μου δηλαδή. Φοβούνται την πραγματικότητα. Τους είναι πιο εύκολο να κρύβονται πίσω από ρόλους. Τουλάχιστον για μένα ήταν καθοριστικό αυτό. Νομίζω είναι δειλά πλάσματα με πολλές ανασφάλειες. Η πραγματική ζωή τους φαίνεται πολύ σκληρή. Για παράδειγμα, εμένα δεν μου άρεσαν ποτέ τα ταξίδια, οι εκδρομές..προτιμούσα να τα ζω μέσα από τους ρόλους μου. Υπήρχε μια αίσθηση ματαιότητας από όταν ήμουν μικρή, μια αίσθηση ανικανοποίητου. Η φύση των ηθοποιών είναι ιδιαίτερη. Μικρή δεν θα το έλεγα αλλά πια στα χρόνια  που είμαι μπορώ να πω ότι αισθάνομαι ευλογημένη που κάνω αυτή τη δουλειά. Νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο.

 

Τι σας αρέσει πιο πολύ σ’ αυτή τη δουλειά;

Το ότι μου δίνει τη δυνατότητα να ξεφεύγω από τον εαυτό μου.

 

Εάν γυρνούσατε στα 20 σας χρόνια, θα ακολουθούσατε την ίδια πορεία; Θα παρατούσατε δηλαδή τη Νομική σχολή για την Δραματική;

Βέβαια. Εξάλλου η Νομική ήταν η πρόφαση για να κάνω θέατρο. Τότε οι γονείς δεν θεωρούσαν ότι αν γίνει το παιδί του ηθοποιός είναι κάτι σημαντικό. Τότε ο ηθοποιός ήταν ο τελευταίος τροχός της αμάξης – όπως είμαστε κανονικά δηλαδή!(γέλια)

 

Τι σας φοβίζει περισσότερο στην κατάσταση που ζούμε σήμερα;

Η έλλειψη της ελπίδας. Το ότι τα νέα παιδιά δεν έχουν τη δυνατότητα να ονειρεύονται και να ελπίζουν. Στερούν από τους νέους το όνειρο. Αυτό είναι που όχι απλώς με φοβίζει, μου έχει κόψει τα πόδια.

 

Τι σας δίνει ελπίδα;

Τα παιδιά μου. Και όχι μόνο τα δικά μου. Τα παιδιά, οι νέοι άνθρωποι. Σήμερα άκουσα στο θέατρο για μια ομάδα παιδιών από τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης που έγραψαν και ανεβάζουν ένα έργο και πήρα μεγάλη χαρά γιατί είδα να ονειρεύονται και ελπίζουν μέσα σ’ αυτή τη δυστυχία που ζούμε. Η δυνατότητα των παιδιών να ονειρεύονται και να προχωράνε παρά τις δυσκολίες είναι το μόνο πράγμα που μου δίνει ελπίδα.

Η Λουκία Πιστιόλα πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν (περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ) και «La Nonna» στο θέατρο Ακάδημος.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X