Ελέγχαμε αν είχαμε πάρει το ντοσιέ, τα καλώδια, τις πένες και φεύγαμε από το σπίτι έχοντας δει μια τελευταία φορά «τις νέες επιτυχίες».

Παίρναμε μια μπύρα στο χέρι και μέχρι να φτάσουμε στο στούντιο ο ένας πείραζε τον άλλο για τα κομμάτια που έγραψε, και όχι μόνο, και τα οποία πηγαίναμε να προβάρουμε. Συνήθως αυτό το ξεκινούσα εγώ, αφού δεν έγραφα τραγούδια, και έτσι δεν είχα κάτι ώστε να κριθώ. Τίμιο… δε μπορώ να πω!

Όταν λοιπόν φτάναμε στο στούντιο, συνήθως περιμέναμε κάνα δεκάλεπτο τους προηγούμενους, που έκαναν αυτό που θα κάναμε εμείς σε λίγο. Χτυπιόντουσαν και γούσταραν.

Οπότε καθώς ήμασταν στην αναμονή, κάναμε ένα τσιγαράκι. Και ποιος «τα άκουγε» επειδή κάπνιζε; Ο τραγουδιστής φυσικά…

Λέει και καλά θα χαλούσα τη φωνή μου και δε θα μπορούσα να τραγουδήσω καλά. Βλέπετε, αγαπητοί αναγνώστες, τα άλλα μέλη της μπάντας νόμιζαν ότι είχα τη φωνή του Ozzy Osbourne ή του James Hetfield ή και ‘γω δε ξέρω τι…

Και αφού καπνίζαμε ήσυχα και ωραία έσκαγαν μύτη με τη σειρά τους και ο ντράμερ με το μπασίστα. Ο μπασίστας βέβαια, κιθάρα ήξερε να παίζει. Απλά γούσταρε να μπει στη μπάντα και μπήκε ως μπασίστας. Η ψυχή των προβών κατά τη γνώμη μου.

Καθώς σβήναμε το τσιγάρο, ερχόταν επιτέλους η ώρα μας… Δε θα ξεχάσω την «ωραία» μυρωδιά που είχε το στούντιο λόγω της προηγούμενης μπάντας. Βέβαια, όταν άρχιζες να παίζεις τίποτα δε σε ένοιαζε.

Αφού λοιπόν όλοι είχαν συνδέσει κιθάρες, μπάσο και τα άλλα μικρόφωνα, κάναμε μια ώρα να φτιάξουμε την ένταση στο δικό μου. Σε όποιο στούντιο και αν πηγαίναμε αυτό ήταν δεδομένο. Το μικρόφωνό μου θα είχε πρόβλημα.

Τελικά το φτιάχναμε, είτε μόνοι μας είτε με τη βοήθεια του παιδιού που ήταν στο στούντιο εκείνη την ώρα, και όλα ήταν έτοιμα να τζαμάρουμε!

Κατά τη διάρκεια της πρόβας τα ξεχνούσες όλα. Άφηνες πίσω τα προβλήματά σου. Μικρά και μεγάλα. Το μόνο που σε απασχολούσε ήταν να παίξεις τη σωστή συγχορδία, να πιάσεις  τη σωστή νότα και να μπεις στο σωστό χρόνο.

Πάντα με δυσκόλευε ο συγχρονισμός, οφείλω να ομολογήσω, όταν τραγουδούσα στη μπάντα. Πάντα είχα τα μάτια μου καρφωμένα σε έναν εκ των δύο κιθαρίστων, περιμένοντας να μου κάνει νεύμα. Και πάλι δεν ήταν σίγουρο ότι θα έμπαινα σωστά. Μόνος μου πάντως καλά τα καταφέρνω… δε μπορώ να πω.

Αλλά βέβαια όλα τα ωραία τελειώνουν κάποια στιγμή. Και έτσι έγινε και με τη μπάντα. Όσο ξαφνικά ξεκίνησε, τόσο ξαφνικά σταμάτησε.

Και σίγουρα μου λείπει πολύ. Πάρα πολύ. Όλη αυτή η τρέλα και η ενέργεια που έβγαζε. Είτε στις πρόβες στο στούντιο, είτε στα σπίτια. Είτε στα live… Λέμε τώρα. Ένα κάναμε όλο κι όλο.

Ωραία ήταν… Βασικά, τέλεια ήταν. Μου λείπουν και οι πρόβες, και οι σολάρες του Κάρα, και οι 60s ρυθμοί του Άλεξ, και η τρέλα του Χρήστου αλλά και τα πολλά κιλά μουσικής του Στέλιου. Σίγουρα, μου λείπουν και οι κομματάρες μας… Η φωνή μου δε μου λείπει. Καθημερινά την ακούω άλλωστε. ‘Ισως να λείπει στους groupies!

Αναμνήσεις σαν και αυτές είναι απίθανες. Μπορεί να έχω χαθεί με τους μισούς από τη μπάντα, αλλά ποτέ δε θα ξεχάσω όλες τις όμορφες στιγμές. Νιώθω τυχερός που έκανα αυτό που ονειρεύεται κάθε μαθητής που ακούει ροκ. Να έχει στα φοιτητικά του χρόνια μια μπάντα να εκτονώνεται.

Και εγώ είχα τους  Black Sheep!