Ο Μπολσονάρο σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις παίρνει 56% στο δεύτερο γύρο. Αλλά κατά πάσα πιθανότητα δε θα είναι αυτό το αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου των εκλογών στη Βραζιλία και πολύ φοβάμαι ότι θα είναι πολύ χειρότερο.

Κι αυτό γιατί ο ακροδεξιός υποψήφιος στον πρώτο γύρο πήρε 46%, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που του έδινε κάθε δημοσκόπηση που είχε γίνει πριν από εκείνες τις εκλογές. Ο ακροδεξιός υποψήφιος ξεπέρασε κάθε πρόβλεψη και παραλίγο να βγει μάλιστα και από τον πρώτο γύρο, μια και πριν να ενσωματωθούν πλήρως τα αποτελέσματα από το βορειοανατολικό κομμάτι της χώρας που ψήφισε εναντίον του, έφτασε να παίρνει πάνω από 48%.

Και ποιος είναι ο Μπολσονάρο; Ένας πρώην στρατιωτικός που εκλέχτηκε βουλευτής και δεν έκρυψε ποτέ τα ακροδεξιά του αισθήματα. Στην ψηφοφορία για την αποπομπή της Ντίλμα Ρουσέφ, τον Αύγουστο του 2016, σηκώθηκε και με το χέρι στην καρδιά ψήφισε υπέρ της αποπομπής, τονίζοντας ότι το κάνει στο όνομα εκείνων των στρατιωτικών που έκαναν το πραξικόπημα του 1964 που ανέτρεψε τον εκλεγμένο πρόεδρο Ζοάο Γκουλάρντ. Για το λόγο του αυτό δέχτηκε το ατιμωτικό φτύσιμο κατά πρόσωπο από τον βουλευτή Jean Wyllys, τον μόνο ανοιχτά γκέι βουλευτή του βραζιλιάνικου κοινοβουλίου που ανήκει στην αριστερά.

Ο Μπολσονάρο δεν πτοήθηκε από την επίθεση και από τότε άρχισε να χτίζει την υποψηφιότητά του για το ύπατο αξίωμα της χώρας, το αξίωμα του προέδρου. Βοηθήθηκε σε αυτό από τα ΜΜΕ που τον υποστήριξαν χωρίς καμία αναστολή και παρά το γεγονός ότι ήταν διακηρυγμένα υπέρ της 25χρονης χούντας που τελείωσε το 1989 και είναι διάσημη για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα βασανιστήρια, καθώς και την εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού, όπου η χούντα της Βραζιλίας μαζί με τη χούντα του Πινοτσέτ και τη δικτατορία του Βιντέλα στην Αργεντινή, εφάρμοσαν πιστά. Εξάλλλου τα ΜΜΕ της Βραζιλίας κατά τη διάρκεια της χούντας του 1964-1989, γιγαντώθηκαν με δάνεια από τράπεζες και αντάλλαγμα στήριξη στο καθεστώς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το O Globo, το δίκτυο με τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως, που κάνει το CNN να ωχριά μπροστά του.

Μαζί με τα ΜΜΕ τον υποστήριξαν και η καθολική και η ευαγγελική εκκλησία, που έχουν τεράστια επιρροή στη χώρα. Η εκκλησία στη Βραζιλία εξάλλου δεν είδε ποτέ με καλό μάτι την επιρροή της αριστεράς και τις συνεχόμενες νίκες του Λούλα και της Ντίλμα Ρουσέφ.

Όμως για το αποτέλεσμα αυτό που περιμένουμε σχεδόν με βεβαιότητα στη Βραζιλία, μεγάλη ευθύνη φέρει και το κόμμα των Εργατών, το κόμμα του Λούλα και της Ντίλμα, που κυβέρνησε τη χώρα πάνω από μια δεκαετία. Ο Λούλα, έχοντας κερδίσει στο παρελθόν δύο προεδρικές θητείες, και έχοντας εφαρμόσει στην πράξη την πολιτική του, όπου μαζί με προγράμματα καταπολέμησης της φτώχειας και του αναλφαβητισμού, όπως είναι το Bolsa Familia και στέγασης των απόρων, όπως το Minha Casa, Minha Vida, εφάρμοσε μια πολιτική συμβιβασμού με πολλές επιλογές του κεφαλαίου και των μεγάλων εταιρειών. Στην πραγματικότητα η πολιτική του ήταν σε πολλά κομμάτια πολιτική ευνοϊκή προς αυτές. Μαζί με τη μεγάλη διαφθορά που άνθισε στη χώρα, που παραδοσιακά την ευνοεί, και το ξέσπασμα του σκανδάλου με τη διαφθορά σχεδόν ολόκληρου του πολιτικού συστήματος από τις εταιρείες Petrobras και Odebrecht (η πρώτη πετρελαϊκή και η δεύτερη κατασκευαστική), και το γεγονός ότι η χώρα μετά την αποπομπή της Ρουσέφ εφάρμοσε πολιτική σκληρής λιτότητας με περικοπές δαπανών και ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων, φάνηκε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός. Το κόμμα των Εργατών που είχε βγει με σημαία του την καταπολέμηση της διαφθοράς ως στοιχείου δομικού ενός φαύλου πολιτικού συστήματος, βρέθηκε το ίδιο να είναι μπλεγμένο σε αυτήν. Και όσο και αν η καταδίκη σε 12 χρόνια φυλάκιση του ίδιου του Λούλα ήταν τραβηγμένη από τα μαλλιά, για την αποδοχή υποτίθεται ενός διαμερίσματος ως δώρου για άλλα ανταλλάγματα, οι εντυπώσεις παρέμειναν.

Και ερχόμαστε στο τελευταίο μεγάλο λάθος του Λούλα και του κόμματός του, που ήταν το θέμα της υποψηφιότητας του πρώην προέδρου. Ο Λούλα, παρά την εμπλοκή του στο σκάνδαλο, παραμένει ακόμα και σήμερα ο πιο δημοφιλής πολιτικός της χώρας και αν κατέβαινε θα κέρδιζε τις εκλογές απέναντι στον οποιονδήποτε, τόσο μεγάλη είναι η δημοφιλία του. Όμως, όπως φάνηκε με την αποπομπή της Ρουσέφ, η πλειοψηφία και οι συμμαχίες της αστικής τάξης που σχηματίστηκαν, είναι μπετοναριοσμένες σε πολιτική, δικαστική και εκτελεστική εξουσία και δε στάθηκε ικανό τίποτα να τις ανατρέψει. Αυτές οι συμμαχίες ήταν βέβαιο από την αρχή ότι δε θα επέτρεπαν την υποψηφιότητα του Λούλα για την προεδρία, εκμεταλλευόμενες το γεγονός ότι αυτός θα καταδικαζόταν στο δικαστήριο και ότι ο νόμος της Βραζιλίας αφαιρεί το δικαίωμα του εκλέγεσθαι για το ύπατο αξίωμα σε έναν πολιτικό που έχει ποινική καταδίκη.

Ο Λούλα και το ΡΤ όμως επέμειναν να φτάσουν μέχρι το τέλος, ελπίζοντας ποιος ξέρει σε τι. Με αυτό τον τρόπο στέρησαν τη δυνατότητα να χτιστεί μια άλλη ισχυρή υποψηφιότητα απέναντι στον Μπολσονάρο. Με δεδομένο ότι η Βραζιλία είναι μια αχανής χώρα με τεράστια προβλήματα επικοινωνίας, μια τέτοια υποψηφιότητα χρειαζόταν πολύ χρόνο για να γίνει ισχυρή. Αυτός ο χρόνος όμως δε δόθηκε στον Φερνάντο Αντάντ, πρώην δήμαρχο του Σάο Πάολο, που είναι αύριο αντίπαλος του Μπολσονάρο.

Αύριο λοιπόν περιμένουμε το μοιραίο. Μετά τον Τραμπ, εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν αυθεντικό ακροδεξιό, υποστηρικτή της θανατικής καταδίκης, ομοφοβικό, μισογύνη και σεξιστή, υποστηρικτή της καμπάνιας για την κατοχή όπλων, όπου έφτασε να υποστηρίξει ότι η χρήση όπλων πρέπει να διδάσκεται ακόμα και σε μικρά παιδιά, βγάζοντας στην εξέδρα μιας ομιλίας του ένα κοριτσάκι με ένα αυτόματο στα χέρια! Και δε στάθηκε ικανό να ανακόψει την πορεία του ούτε το τεράστιο φεμινιστικό κίνημα που ξεσηκώθηκε στη χώρα και διεθνώς με το σύνθημα «Elle Nao» (Όχι αυτός). Ο Μπολσονάρο θα γίνει πρόεδρος της Βραζιλίας. Αν η χώρα θα εκτραπεί προς μια ακόμα δικτατορία μένει να φανεί. Σε κάθε περίπτωση τα κοινωνικά κινήματα θα είναι εκεί για να υπερασπιστούν τη δημοκρατία.

Διάβασε ακόμη:

Οι γυναίκες οι πρωταγωνίστριες στις εκλογές της Βραζιλίας

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X