Κάθε περίοδος της ζωής μας γίνεται διακριτή από την προηγούμενη κι από την επόμενη, επειδή έχει το δικό της χρώμα, το δικό της άρωμα, τη δική της μελωδία…

Ένα παλιό τραγούδι μπορεί ν’ αποτελέσει την αφορμή για να κοιτάξουμε στο παρελθόν και να θυμηθούμε όλα εκείνα που μας συγκινούσαν κι όσα μας απογοήτευσαν, όσα μας απελευθέρωναν κι όσα μας καταπίεζαν, όλα μέσα στο πλαίσιο που αισθανόμασταν ότι βρίσκονταν. Η νοσταλγία μπορεί ν’ αποτελέσει με τη σειρά της την αφορμή για τη δημιουργία. Ένας φόρος τιμής σε αυτά που πέρασαν κι ένας προάγγελος όσων μας περιμένουν.

Παρέα αυτή τη βδομάδα με τον Δημήτρη Βεριώνη μοιραζόμαστε ιστορίες και κάνουμε οδοιπορικό στις αναμνήσεις.

Στο repeat…

Πάνος Μουζουράκης – Στόχος

«Μα ποιος θα σου πει τι είναι ωραίο,
τι είναι σωστό και ηθικό,
ποιος θα μου πει και τι να κάνω,
τι είναι κακό και τι καλό.
Άμα δε μάθεις ν’ αγαπάς
θα πρέπει να μάθω πρώτα εγώ»

Εκτός του ωραίου φιλμ που έφτιαξε, ο Κωστής Μαραβέγιας έγραψε κι ωραία λόγια. Θέτει προβληματισμούς, σκέψεις και διαπιστώσεις που καταλήγουν στο συμπέρασμα, ότι άνθρωπος χωρίς κουσούρι δεν υπάρχει. Ας του χαρίσουμε αγάπη και κατανόηση όπως θα θέλαμε να κάνει κι εκείνος για μας. Σεβόμενοι ο ένας τα όρια του άλλου, το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι λιγότερες ανασφάλειες, λιγότερες απόπειρες να αποδείξουμε ότι είμαστε πιο μάγκες από τους υπόλοιπους.


Music Stories…

verionis


Δημήτρης Βεριώνης:
Στον καινούριο μου δίσκο («Κάτω Απ’ το Ίδιο Φεγγάρι») η κεντρική-συνεκτική ιδέα πίσω από τα περισσότερα τραγούδια είναι η απώλεια και το μεγάλωμα,  θεμελιώδη ρόλο στο concept του δίσκου έχει «Το Σπίτι»: πρόκειται για ένα 12λεπτο τραγούδι που χωρίζεται σε τέσσερα μέρη και θέμα του είναι η έννοια του σπιτιού ως εστία, ως προορισμός και ως βάση ζωής και αγάπης.

Το πρώτο μέρος αναφέρεται στην παιδική γειτονιά: είχα την τύχη να μεγαλώσω σε ένα «χωριό» μέσα στην Αθήνα, στον Καρέα. Απομακρυσμένος από τον υπόλοιπο Βύρωνα, με έναν μικρό δρόμο να τον ενώνει με την υπόλοιπη Αθήνα, ο Καρέας των παιδικών μου χρόνων είχε όλα τα χαρακτηριστικά ενός χωριού, όπου όλοι ξέρουν όλους, τα σπίτια είναι κυρίως χαμηλά, στη ρίζα του βουνού. Ενθυμούμενος εκείνα τα χρόνια έχω την εντύπωση πως ήταν διαρκώς άνοιξη… Είχα, λοιπόν, την τύχη να έχω πολύ πλούσιες και ιδιαίτερες παιδικές εικόνες, όντας παιδί μιας αγαπημένης μέσης αστικής οικογένειας. Είχα όμως και την ατυχία να δω τη γειτονιά μου να αλλάζει, να εκσυγχρονίζεται, να αποκτά μοντέρνες πολυκατοικίες, να γεμίζει άσφαλτο, αστική ανάπτυξη και περιφερειακούς δρόμους. Εντούτοις, η παιδική αίσθηση παραμένει, ένα κοινό μυστικό σε όσους ζήσαμε τότε εκεί αρκεί να κλείσεις τα μάτια και θα ανοίξει η πόρτα που θα σε πάει πίσω σε άλλες εποχές, εκεί όπου ακόμα παραμένει αναλλοίωτη.


«Η Παιδική Μου Γειτονιά»

Το δεύτερο μέρος αναφέρεται σε μια ονειρική επιστροφή στο σπίτι των παιδικών χρόνων, μέσα σε θαμπά χρώματα, σαν σε πολυκαιρισμένη ταινία. Όλοι οι δικοί σου άνθρωποι είναι εκεί, λαχταράς να χωθείς ξανά μέσα στην αγκαλιά τους. Να γίνεις πάλι το παιδί και να γιατρευτούν οι πληγές της ενηλικίωσης, μια δεύτερη ευκαιρία, να τα ξαναπάρεις όλα από την αρχή, όμως ήταν μόνο ένα όνειρο που έβλεπες με μάτια ανοιχτά… τα έκλεισες για μια στιγμή και «το σπίτι πια δεν υπάρχει»…

Το τρίτο μέρος μιλάει για το σπίτι της συμβίωσης, το σπίτι που προσδοκάς να είναι η εστία σου, το σπίτι του έρωτα και τελικά της απώλειας… Εδώ το σπίτι προσωποποιείται και αναζητά τους ανθρώπους που το κατοικούσαν, έρημο, παρατημένο, σκοτεινό, το σπίτι θυμάται τα φώτα, τις γιορτές, τις σκιές που σμίγανε… το σπίτι χαιρετάει για πάντα, δεν έχει βρει τίποτα από αυτά που κάποτε το έκαναν να είναι «Το Σπίτι μας».

Το τέταρτο και τελευταίο μέρος είναι η διαρκής αναζήτηση για το σπίτι που θα γίνει ο προορισμός, η εστία. Κοιτάς πίσω και αναρωτιέσαι «τι μένει από μένα», από όσα ήμουν και όσα έλπιζα. Ξέρεις πως σε αυτούς τους δρόμους που πας κανείς πια δε σε περιμένει, όμως κρατάς την ελπίδα ζωντανή καθώς «ο δρόμος ξεμακραίνει» και πάει μόνο μπροστά…

Ίσως φαίνεται παράξενη η ιδέα ενός τραγουδιού διάρκειας λίγο πάνω από τα 12 λεπτά. Κάθε μέρος όμως οδηγεί στο επόμενο και σε ένα τελείως διαφορετικό μουσικό χρώμα.

 

Ιnbox…

Paul Weller – You do something to me

You do something wonderful
Then chase it all away
Mixing my emotions
That throws me back again


Τίποτα δεν είναι τυχαίο…

 

* Μην ξεχνάτε να στέλνετε τις δικές σας προτάσεις στο papantoniou90@yahoo.gr. Ραντεβού την άλλη εβδομάδα

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Γεννήθηκε και ζει στα Εξάρχεια. Αγαπά τους τοίχους, τους αγώνες και τους ανθρώπους τους. Του αρέσει να φωτογραφίζει και να γράφει για όσα δεν μπόρεσε να φωτογραφίσει. Κυκλοφορεί από τα εννιά του με μια εφημερίδα στο χέρι και συνεχίζει να γράφει σε μπλοκάκι στα ρεπορτάζ. Ακούει Verve, Μπαλάφα και Grunge και διαβάζει ό,τι του γυαλίσει στις βιτρίνες της Καλλιδρομίου, της Ζωοδόχου Πηγής και της Θεμιστοκλέους. Αγαπά τα νησιά και κάποτε θέλει να ζήσει σε ένα από αυτά. Μέχρι τότε, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για μια διαφορετική δημοσιογραφία, με πολλά αυτοδιαχειριζόμενα 3point και γραφιάδες χωρίς περιορισμούς.

Σχετικά Άρθρα

X