Όποιος είδε τη διάσημη φωτογραφία των πολιτών, που στέκονται με το κινητό στο χέρι και το φλας αναμμένο για να απαθανατίσουν τη στιγμή που ένας συμπολίτης τους επιλέγει τον θάνατο ως καταφύγιο από τα προβλήματά του, μένει σοκαρισμένος να τους κοιτάει να χαμογελούν. Όταν μαθαίνει πως του φώναζαν ρυθμικά «πέσε», νιώθει ίσως την τρίχα να του σηκώνεται. Αν δε προσέξει το καρέ και παρατηρήσει το αηδιαστικό χαμόγελο ενός τύπου στο προσκήνιο και αρκετών ακόμα γύρω-γύρω, σαν να παρακολουθούν επιθεώρηση του Σεφερλή, δηλαδή το μόνο πράγμα που καταλαβαίνουν, τότε σίγουρα σκέφτεται πως η αγριότητα πια γύρω μας θυμίζει μια μετα-κοινωνία φτιαγμένη από ανθρώπους, μα όχι για ανθρώπους.

Άνω τελεία όμως, διότι οι γλαφυρές πνευματικές αναζητήσεις για απανθρωπιά και τον κανιβαλισμό της (ελληνικής) κοινωνίας γίνονται γραφικές, δίχως συνείδηση της πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας που στα ημέτερα δεν διαμορφώθηκε δα χθες προχθές, μα και ακόμα παλαιότερα.

Τότε που η Χρυσή Αυγή άκμαζε και πολλοί την κοίταζαν όχι απλώς παθητικά, μα σαν τη βροχή τον Ιούλιο: με απορία, σαν κάτι περίεργο που συμβαίνει και σύντομα θα φύγει, αφήνοντάς μας να το μνημονεύουμε. Δεν σημαίνει ότι όποιος υποδύθηκε τον αρχαίο Ρωμαίο στην Ομόνοια ψηφίζει Χρυσή Αυγή, αλλά οι αγριότητες διαπλέκονται.

Τότε που έφταναν χιλιάδες ψυχές με μια βάρκα ή με τα πόδια στην Ελλάδα, θύματα πολέμου, ως πρόσφυγες, ψάχνοντας μια καλύτερη ζωή και πολλοί τους υποδέχθηκαν με ρατσιστικά αντανακλαστικά, βία και αποστροφή. Δεν σημαίνει πως όποιος ήταν στην Ομόνοια έχει κακομεταχειριστεί πρόσφυγα, αλλά, ξανά, οι αγριότητες συμβιούν στον ίδιο χώρο.

Στα gay pride, τα οποία έβγαλαν πολλές «κρυφές» από τα ρούχα τους και για άλλη μια φορά το μίσος αποκαλύφθηκε. Δεν σημαίνει πως όσοι φώναζαν «πέσε» στον επίδοξο αυτόχειρα απεχθάνονται τους διαφορετικούς, αλλά να που η μια αγριότητα δεν χρειάζεται να ψάξει πολύ για να βρει την άλλη.

Στον Ζακ Κωστόπουλο, τον οποίον χαρακτήρισαν ως «πρεζάκι» σαν βρισιά, σαν να βίαζε παιδιά ή ηλικιωμένους, σαν να μην περιήλθε σ’ αυτή την κατάσταση από ανάγκη, αλλά από επιλογή. Εκεί η αγριότητα εμφανίστηκε πιο ωμή από ποτέ και μόνο τα ντεσιμπέλ τη διαχωρίζουν από το περιστατικό στην Ομόνοια.

Στον κοινωνικό αυτοματισμό στα χρόνια των μνημονίων και όχι μόνο, στην κρατική και θεσμική βία, στην καταστολή απέναντι σε διαδηλωτές και φοιτητές, στη λογική «με την κυρά μου και τον παρά μου», στο «στα παπάρια μου» που ακούγεται ως απάντηση στα πιο μεγάλα, τα πιο σπουδαία, τα πιο ουσιώδη από τα καθημερινά. Σε όλα αυτά που γεννούν τη βία λίγο-λίγο και καθιστούν την κοινωνία θεάματος κανονικό Κολοσσαίο, όπου όχι μόνο βλέπει κάποιος τη δυστυχία του άλλου, μα και επιχαίρει, γιατί έχει τα δικά του, ή έχει διαφορές να λύσει με τους πούστηδες, τους μαύρους, τους πρεζάκηδες, τα ρεμάλια και τους άνεργους.