Με δύο βιβλία ήδη στο ενεργητικό του, ο Δημήτρης Δελέγκος ανήκει κι αυτός στη νέα, πολύ ενδιαφέρουσα γενιά λογοτεχνών που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά εκδοτικά πράγματα. Το δεύτερο βιβλίο του, γεμάτο αναφορές σε συγγραφείς όπως ο Μπουκόφσκι, αλλά και μουσικούς όπως ο Mark Lanegan κι ο Nick Drake, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Άπαρσις. Όπως διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο οπισθόφυλλο του «Πέρα από το Άπυρο»: «Ο Δημήτρης, επίδοξος συγγραφέας, πιάνει δουλειά σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο για να τα βγάλει πέρα. Την πρώτη του κιόλας μέρα στη Μαύρη Θάλασσα, ερωτεύεται κεραυνοβόλα την Έλλη. Ωστόσο, το επόμενο πρωί και μετά από ένα γερό μεθύσι, ξυπνά δίπλα στη Μαρία. Σύντομα, ο ήρωας θα κληθεί να βάλει σε τάξη τα συναισθήματά του για τις δύο κοπέλες, ενώ παράλληλα μαθαίνει να ισορροπεί ανάμεσα στην εργασιακή ρουτίνα, τις συζητήσεις με το αφεντικό του, την πραγματική ζωή και κάποια περίεργα όνειρα».

Με αφορμή αυτή την ιστορία γύρω τον έρωτα, τη διαδικασία της ενηλικίωσης, αλλά και την εμπειρία του να ασχολείσαι με τη συγγραφή, ο Δημήτρης Δελέγκος απάντησε στις ερωτήσεις του 3point:

Είσαι γεννημένος το 1990 και έχεις βγάλει ήδη δύο βιβλία. Πότε ξεκίνησες να ασχολείσαι με το γράψιμο;

Ξεκίνησα να ασχολούμαι με το γράψιμο το 2013, ενώ ήμουν ακόμα φαντάρος στη Χίο. Εκείνη την περίοδο μου είχε κολλήσει στο μυαλό μια φράση και δεν ήξερα τι να την κάνω. Από μαθητής έλεγα πως θέλω να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο. Αλλά την φράση εκείνη δεν ήξερα που να την κολλήσω σε ταινία, δεν μου ταίριαζε, και έτσι απλά την έγραψα σε μια ιστορία. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Ποιες θεωρείς πως είναι οι διαφορές –πέρα από τις προφανείς- μεταξύ της αυτοέκδοσης και του να βγάζεις βιβλίο μέσω εκδοτικού;

Η βασικότερη όλων είναι τα κανάλια διανομής και η προώθηση που μπορεί να σου προσφέρει ένας εκδοτικός οίκος με την εμπειρία που έχει στη διαχείριση μιας έκδοσης.

Σου δίνεται η ευκαιρία να μπεις στη βιβλιοθήκη κάποιου άγνωστου, κάποιου που μπορεί να μην συναντήσεις ποτέ. Αυτό μου φαίνεται πολύ όμορφο.

Επιπλέον γίνεται μια σωστή επιμέλεια κειμένου σε ορθογραφικά και συντακτικά λάθη. Στη δική μου αυτοέκδοση π.χ. υπάρχουν πολλά ορθογραφικά που δεν είχα το έμπειρο μάτι να εντοπίσω.

Στο βιβλίο υπάρχουν διάφορα περιστατικά που αφορούν την τριβή του πρωταγωνιστή με το εκδοτικό/λογοτεχνικό σινάφι (η σκηνή του ονείρου με τους συγγραφείς και τους παράγοντες του εκδοτικού κόσμου -σελ. 41-45- ή η τυπική απορριπτική επιστολή από τον εκδοτικό στη σελίδα 58 και διάφορα άλλα). Ποια ήταν η προσωπική εμπειρία σου από τη γνωριμία σου με αυτόν τον κόσμο; Πώς βλέπεις το τοπίο της νεοελληνικής λογοτεχνίας τα χρόνια;

Νομίζω πως και το σινάφι του λογοτεχνικού κόσμου, όπως και κάθε σινάφι άλλωστε, αποτελεί μικρογραφία της κοινωνίας. Υπάρχουν σωστοί επαγγελματίες (είτε σε απορρίπτουν είτε όχι) και υπάρχουν αγενείς άνθρωποι που π.χ. μπορεί να στείλεις έντυπο το κείμενο σου και να μην λάβεις καμιά απάντηση. Γενικά νομίζω πάνω από όλα θέλει πολλή υπομονή και επιμονή η όλη διαδικασία. Και τύχη φυσικά.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, βλέπω αρκετά θετικά το γεγονός ότι εμφανίζονται  νέοι συγγραφείς και ότι ο κόσμος συνεχίζει να διαβάζει, παρά τη νέα τάξη πραγμάτων όπου τα πάντα, ακόμα και η μεταξύ μας επικοινωνία, έχουν γίνει fast food.

Και είναι ιδιαίτερα σημαντικό πως πολλοί νέοι συγγραφείς μιλάνε για θέματα επίκαιρα, για καθημερινές ιστορίες που συμβαίνουν δίπλα μας. Ένα καλό παράδειγμα είναι ο Χρήστος Οικονόμου, και δεν τον αναφέρω γιατί αναφέρεται σε πολλές ιστορίες του στην οικονομική κρίση.

Πώς θα εξηγούσες σε έναν πιθανό αναγνώστη τον τίτλο του βιβλίου;

Πέρα από το Άπυρο με ύψιλον, δηλαδή πέρα από την απουσία φωτιάς, πάθους, πίστης.
Στο δικό μου μυαλό είναι η τάση που οφείλει να αναπτύξει ο καθένας μας προσπερνώντας τις διαχωριστικές γραμμές που τον χωρίζουν από τις ζώνες ασφαλείας του και να λάβει το οποιοδήποτε ρίσκο για να αλλάξει κάτι.  Από τη μια πλευρά λοιπόν έχουμε το φόβο και τη δύναμη της συνήθειας και από την άλλη έχουμε κάτι άγνωστο που μπορεί όμως να είναι καλύτερο. Ίσως να είναι χειρότερο, να μην πετύχει κάτι που θα δοκιμάσουμε. Αλλά είναι σημαντικό να μπορούμε να ελπίζουμε σε κάτι καλύτερο και να μην παραιτούμαστε από αυτό.

Mark Lanegan, The Sound, Nick Drake, David Bowie: αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους μουσικούς που «παρελαύνουν» στο βιβλίο. Τι μουσικές άκουγες ενώ έγραφες το βιβλίο;

Άκουγα σίγουρα το Seer των Swans, οτιδήποτε από Nick Drake και Godspeed You Black Emperor, που είναι από τα μόνιμα ακούσματά μου, και το Imitations του Lanegan. Και αν θυμάμαι καλά άκουγα και τα Nocturnes του Chopin και το Requiem του Mozart (αν και σκράπας από κλασσική μουσική).

Σκέφτηκες ποτέ να ασχοληθείς με τη μουσική, είτε σαν στιχουργός είτε μουσικός;

Είχα πει πως θα έκανα για πλάκα συγκρότημα με ένα φίλο και θα το λέγαμε Dance to the radio (από το Transmission των Joy Division). Το πρόβλημα ήταν ότι κανείς από τους δυο μας δεν ήξερε κάποιο όργανο ή είχε καλή φωνή. Οπότε έμεινε στα λόγια.

Πέρα από την έλλειψη μουσικής παιδείας θα είχα και θέμα με ποιο είδος μουσικής να ασχοληθώ. Μου αρέσουν πολλά διαφορετικά.

Όσο για τους στίχους δεν νομίζω να μου ταίριαζε. Θέλει ομοιοκαταληξίες και δεν θα έλεγα πως είναι το δυνατό μου σημείο.

Πέρα από τις αναφορές στον Μπουκόφσκι, το βιβλίο θυμίζει αρκετά και αμερικανικό ανεξάρτητο σινεμά, από θεματολογικής άποψης. Συμφωνείς με αυτό; Παρακολουθείς κινηματογράφο; Θεωρείς πως επηρεάζει τη γραφή σου;

Συμφωνώ με τις επιρροές που αναφέρεις.

Γενικά έχω δει πολύ σινεμά, ειδικά παλαιότερα, και προσπαθώ και σήμερα όσο μπορώ να παρακολουθώ. Ο κινηματογράφος με επηρεάζει ως προς την περιγραφή. Έχω συνηθίσει να σκέφτομαι με κινηματογραφική γλώσσα. Έχω στο μυαλό μου μια εικόνα χωρίς λέξεις και μετά προσπαθώ να την περιγράψω.

Από την Αμερικάνικη σχολή ίσως με έχει επηρεάσει η έννοια του αντιήρωα και το στοιχείο παρακμής που μπορεί να περιβάλλει τους ήρωες μιας ιστορίας. Τουλάχιστον είναι σίγουρα τα στοιχεία που μου αρέσουν σε αυτές τις ιστορίες. Δηλαδή ήρωες χειροπιαστοί, που είναι δίπλα μας, που τους βλέπουμε κάθε μέρα ή ακούμε για αυτούς. 

Επίσης μου αρέσει πολύ η απλή γλώσσα και είναι κάτι που προσπαθώ να πετύχω. Δηλαδή όχι μακρόσυρτες φράσεις που φτάνουν στο τέλος της σελίδας και τις διαβάζεις και δεν θυμάσαι τι έλεγε στην αρχή. Π.χ.  ο Κάρβερ στον «Καθεδρικό Ναό» κλείνει με τη φράση «Όντως είναι κάτι». Τρεις απλές καθημερινές λέξεις. Και όμως έχουν γραφτεί έτσι που είναι αδύνατον να μην σε συγκινήσουν.

Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετές αναφορές στο κέντρο της Αθήνας. Ποια σχέση έχεις με αυτό σαν άνθρωπος και σαν συγγραφέας;

Το κέντρο της Αθήνας είναι το μέρος που μου αρέσει να κυκλοφορώ γενικά και είναι μεγάλο κομμάτι της πραγματικής μου ενηλικίωσης. Μου αρέσει πολύ γιατί βλέπεις κάθε λογής πράμα. Είναι ένα μείγμα ιστορίας και παρόντος. Κάθε γωνιά του αποτελεί μια έκπληξη είτε θετική, είτε αρνητική. Νομίζω ότι συνολικά αφυπνίζει. Δηλαδή αν δεις κάποιον άνθρωπο να κοιμάται στο δρόμο, τότε είναι προφανές πως κάτι πάει στραβά. Και τότε ίσως θελήσεις να κάνεις κάτι για αυτό με κάποιο τρόπο. Ή αν δεις από την άλλη ένα ζευγάρι να πηγαίνει χέρι- χέρι, σε μια τόσο αφιλόξενη για τους ανθρώπους εποχή, τότε ίσως και να υπάρχει ελπίδα για κάτι καλό.

Τέλος θα ήθελα να σε ρωτήσω αν γράφεις κάτι αυτόν τον καιρό.

Υπάρχει μια κεντρική ιδέα για ένα επόμενο βιβλίο, αλλά για την ώρα παραμένει στα σκαριά. Γράφω καμιά μικρή ιστορία που και που όμως και ίσως τις συγκεντρώσω όλες μαζί για μια συλλογή με διηγήματα. Ποιος ξέρει; Θα δούμε!

 

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X