του Λευτέρη Μπάιλα

Ο Πέτρος κοίταξε τον ορίζοντα. Το ιστιοφόρο είχε αρχίσει να φαίνεται πιο καθαρά. Ήταν προφανές, ότι μην έχοντας το φως του φάρου να προδίδει την θέση του νησιού, το καράβι ερχόταν προς το μέρος του. Όταν το πλήρωμα θα αντιλαμβανόταν την ύπαρξή του, θα ήταν πλέον πολύ αργά. Η σφοδρή κακοκαιρία, δεν θα έδινε περιθώρια για ελιγμούς και το πιο πιθανό ήταν ότι το σκαρί θα τσακιζόταν πάνω στα βράχια.

Η Αδεμόνη, απολάμβανε να τον κοιτάζει σαστισμένο καθώς ακροβατούσε ανάμεσα στις αποφάσεις. Μες την σπηλιά, ίσως και να τον περίμεναν απαντήσεις που έψαχνε καιρό. Απαντήσεις που θα ξέπλεναν τα μαύρα χρόνια που έζησε. Άλλωστε, ήξερε ότι όπως και να χει, το ότι ξανάβλεπε την μάνα του, έστω και νεκρή, δεν συγκρινόταν με καμία χαρά. Εδώ όμως κινδύνευαν ζωές. Ποιος ξέρει πόσες. Αν δεν δοκίμαζε να κάνει ότι μπορέσει, για να αποτρέψει ένα διαφαινόμενο ναυάγιο, ίσως ζούσε κάμποσα χρόνια ακόμη, κατηγορώντας τον εαυτό του, ότι είχε πάρει κι άλλες ζωές στον λαιμό του.

Η ώρα όμως περνούσε και οι ακροβασίες του Πέτρου, έφερναν το ιστιοφόρο όλο και πιο κοντά στο θάνατο.

“Δύσκολοι καιροί για φιλότιμους. Μπορείς αν θες, να διορθωθούν όλα μονομιάς. Αρκεί να διαλέξεις την σωστή πλευρά. Χάρισε μου την ψυχή σου και σώσε τις ζωές αυτών των ανθρώπων. Απόλαυσε την αιώνια ζωή με τους δικούς σου ή αλλιώς δες τους όλους να βυθίζονται στον αιώνιο πόνο και το έρεβος.”

Ο Πέτρος ετοιμαζόταν να λυγίσει. Τόσο είχε κουραστεί απ’ όλ’ αυτά, τις τύψεις, τις αποφάσεις και την απουσία των δικών του, που τα λόγια του δαίμονα ακούγονταν λυτρωτικά. Πριν προλάβει να πει κουβέντα, τα οστέινα χέρια του Θάνου, πρόβαλαν απ΄ το σκοτάδι της εισόδου της σπηλιάς, αρπάζοντας από πίσω την Αδεμόνη, κλείνοντας το στόμα της.

“Σταμάτα πια να την ακούς. Σε ελέγχει δεν το καταλαβαίνεις; Τρέχα. Σώσε αυτούς τους ανθρώπους. Μην αφήσεις τόσες ζωές να χαθούν. Εμείς είμαστε χαμένοι για χαμένοι. Σώσε την ψυχή σου. Σώσε τους.”

Ο Θάνος δεν πρόλαβε να πει τίποτε άλλο. Τα μάτια του δαίμονα πήραν φωτιά. Με ένα τίναγμα του χεριού της, τον πέταξε προς τα πίσω. Η γκροτέσκα φιγούρα του, έφυγε με τόση δύναμη, που καθώς προσέκρουσε πάνω στην είσοδο της σπηλιάς, σχεδόν διαλύθηκε. Η Αδεμόνη πήγε πάνω απ΄ τα συντρίμμια και αποτέλειωσε το έργο της, συνθλίβοντας με το γυμνό της πέλμα, ότι είχε απομείνει απ’ το κρανίο, πασαλείβοντας τα δάχτυλα του ποδιού της με τρίχες, βλέννα και πολτοποιημένα μαλακιοειδή και όστρακα που ξεχύθηκαν μέσα από το σπασμένο κόκαλο. Γύρισε το κεφάλι προς τη μεριά του Πέτρου, μα εκείνος ήταν άφαντος.

Καθώς έτρεχε, ένιωθε με μεγάλη ανακούφιση την άμμο να βουλιάζει κάτω απ’ τα πόδια του. Τα κόκαλα είχαν χαθεί. Δεν ήξερε πως και γιατί, αλλά αυτή την στιγμή, ούτε που τον ενδιέφερε. Πήγαινε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς τον φάρο. Ήταν σίγουρος πως ο δαίμονας βρισκόταν ξοπίσω του, μα δεν γυρνούσε να κοιτάξει, κάτι τέτοιο θα τον καθυστερούσε και το ιστιοφόρο ήταν πλέον τόσο κοντά που δεν υπήρχαν περιθώρια για άλλες καθυστερήσεις.

Παγωμένος, δυνατός αέρας, έκανε το τρέξιμο του δύσκολο. Πολλές φορές μες στο σκοτάδι, σκόνταψε σε πέτρες ή θάμνους με μπερδεμένα κλωνάρια και κινδύνεψε να σωριαστεί κατά γης. Κατάφερνε όμως να κρατάει την ισορροπία του και να που τώρα πλησίαζε το σβηστό κτήριο. Με φόντο τον συννεφιασμένο βραδινό ουρανό και την βροχή, ο φάρος έμοιαζε λιγότερο φιλόξενος από ποτέ. Ένας ψιλόλιγνος, σκοτεινός γίγαντας που έσκυβε από πάνω του όσο εκείνος έτρεχε προς το μέρος του.

Πέρασε με φόρα το νότιο τοιχίο μα σταμάτησε απότομα, αρκετά μέτρα μακριά από την είσοδο. Εκεί στα σκαλιά τον περίμενε ο σκύλος. Μα πως ήταν δυνατόν; Το σκυλί είχε πεθάνει μπροστά στα μάτια του! Έκανε να πλησιάσει μα το αίμα του πάγωσε καθώς άκουσε το σκυλί να γρυλίζει. Αυτό που πριν μερικές ώρες ήταν ο καλύτερος φίλος του, σήκωσε το κεφάλι απειλητικά. Δύο πυρωμένα μάτια τον κοιτούσαν μέσα από τις κόγχες τους. Το πλάσμα σηκώθηκε και άρχισε να περπατά αργά προς το μέρος του.

Καθώς προχωρούσε, κομμάτια σάρκας και δέρματος έπεφταν απ’ το κορμί του, αφήνοντας μεγάλες τρύπες, μέσα απ’ τις οποίες μπορούσες να διακρίνεις τα κόκαλα που περιέβαλαν τους πνεύμονές του, αλλά και τα εντόσθιά του που αναδεύονταν σε κάθε του βήμα. Η ορθωμένη ραχοκοκαλιά του, βρισκόταν στο μεγαλύτερο μέρος της σε κοινή θέα, ενώ απ’ τα τραβηγμένα του χείλη, πρόβαλαν τα αιχμηρά του δόντια, που σφίγγονταν καθώς έσταζαν παχύρευστες σταγόνες σάλιου και αίματος. Το σκυλί, φαινόταν σαν να βρισκόταν σε προχωρημένη αποσύνθεση κι όμως ήταν όρθιο και περπατούσε. Ο Πέτρος άρχισε να κάνει δειλά βήματα προς τα πίσω.

“Ήρεμα φίλε! Εγώ είμαι δεν με αναγνωρίζεις; Εγώ που σου έφτιαχνα φρέσκο φαγάκι και σε έπαιρνα μαζί μου βόλτες. Αυτό είναι λοιπόν το ευχαριστώ, μετά απ’ όσα έκανα για σένα;”

Ασφαλώς το πλάσμα δεν έδωσε καμία σημασία και συνέχισε να τον πλησιάζει μουγκρίζοντας, ακριβώς επειδή δεν ήταν πια το σκυλί που είχε γνωρίσει ο Πέτρος, αλλά κάτι το οποίο είχε βρει καταφύγιο στο κουφάρι του. Όλα έδειχναν ότι το πλάσμα ήταν έτοιμο να του επιτεθεί, όταν ο Πέτρος άκουσε μια φωνή να μιλά σαν να προστάζει, μόνο που εκείνος δεν είχε ξανακούσει αυτήν την γλώσσα και δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει τι ακριβώς έλεγε.

Την χροιά της όμως την είχε καταλάβει, καθώς μια τέτοια φωνή, δεν θα μπορούσε να φύγει ποτέ απ’ το μυαλό του. Ανήκε στην Αγγελική, που τώρα περπατούσε προς το μέρος τους, κοιτάζοντας το σκυλί. Αμέσως μόλις πρόφερε τα λόγια, το πλάσμα έπεσε στο χώμα με την πλάτη στο έδαφος και τα πόδια να κλωτσούν τον αέρα και άρχισε να σφαδάζει. Ο Πέτρος ένιωσε τεράστια ανακούφιση.

“ Επιτέλους! Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι με ξέχασες.”

“Σου είχα πει ότι θα με ξανάβλεπες. Βλέπω ότι απέκτησες αρκετούς μπελάδες.”

“Ελπίζω να συμπεριλαμβάνεις και εσένα σε αυτούς.”

“Ακόμη λοιπόν πολεμάς φαντάσματα; Δεν μπορείς να δεις ότι και ο πόνος που πέρασες τόσα χρόνια νιώθοντας αμφιβολίες, αποδεικνύει ότι ποτέ δεν έκρυψες μίσος μέσα σου; Αν το είχες παραδεχθεί νωρίτερα, τώρα τίποτε απ’ αυτά δεν θα είχε συμβεί. Ακόμη όμως υπάρχει καιρός. Τίποτα δεν έχει χαθεί.”

Τα λόγια της, έμοιαζαν να τα παίρνει ο άνεμος. Ο Πέτρος ίσα που μπορούσε να την ακούσει. Μιλούσε με το βλέμμα κολλημένο στο πλάσμα που σφάδαζε, σαν να το κρατούσε με τα μάτια της καθηλωμένο σε εκείνη την θέση.

“Αυτές λοιπόν, απ’ ότι βλέπεις, είναι οι ψευδαισθήσεις που σπέρνουν οι άγγελοι, για να κερδίσουν τον αδύναμο κόσμο.”

Απάντησε απ’ το πουθενά η Αδεμόνη. Είχε πλησιάσει πίσω απ’ τον Πέτρο, χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο. Στα μάτια της έλαμπαν μικρά σμαράγδια.

“Σου ζητούν να ξεγελάσεις τον εαυτό σου. Να του πεις ψέματα, απλά για να νιώσεις καλύτερα. Γνωρίζουν ότι το να παραδεχτείς τις πράξεις σου, γεμίζει την ψυχή σου με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη, καθώς θα στρατολογείσαι στις ορδές μας. Σου δείχνουν έτσι, μόνο την κορυφή του παγόβουνου προκειμένου να σε πείσουν και αφού σε φέρουν με τα νερά τους, σε εγκαταλείπουν να τα βγάλεις πέρα μόνος σου με την πραγματικότητα.

Εμείς όμως σε δεχόμαστε γι αυτό που πραγματικά είσαι και είμαστε περήφανοι για σένα και την ειλικρίνεια που θα δείξεις. Το σκοτεινό βασίλειο είναι δυνατό, επειδή ακριβώς στηρίζεται σε καθαρές, συνειδητοποιημένες ψυχές, που δεν κρύβονται πίσω από δήθεν άσπιλους μανδύες.

Το όνομά μου είναι ΄Ασταροθ και είμαι έτοιμη να σε δεχθώ. Κάνε την επιλογή σου τώρα.”

Ο δαίμονας, άπλωσε το χέρι, περιμένοντας να τον καλωσορίσει.

“Οι καθαρές ψυχές, στρατολογούνται οικειοθελώς και κερδίζονται μόνο με σεβασμό. Μα στο τελευταίο, πρέπει να συμφωνήσω δυστυχώς. Πρέπει να πάρεις μιαν απόφαση γρήγορα. Πολλά εξαρτώνται από σένα. ”

Απάντησε η Αγγελική. Ο Πέτρος δεν άντεξε άλλο και ξέσπασε.

“Σεβασμό! Σεβασμό! Πού είναι λοιπόν ο σεβασμός; Πως μπορείτε να κάνετε λόγο για σεβασμό όταν παίζεται ένα τέτοιο παιχνίδι στα κεφάλια των ανθρώπων; Δείχνεται δήθεν συμπόνια, βάζετε διλλήματα, κατηγοριοποιείται τους ανθρώπους, φέρνεται τα ανυποψίαστα, «υποδεέστερά σας» όντα προ τετελεσμένων γεγονότων και ζητάτε να πάρουν αποφάσεις, ενώ έχετε αποκρύψει με σπουδή την αλήθεια.

Ω εσείς ανώτερες υπάρξεις που δεν έχετε το θάρρος να παρουσιαστείτε ενώπιον των κατωτέρων σας που τόσο εύκολα καταδικάζετε, γιατί φοβάστε ότι από την στιγμή που θα κάνετε γνωστή την παρουσία σας, θα κάνετε το παιχνίδι πολύ πιο δύσκολο για εσάς. Κρατώντας το μυστήριο, ποτίζεται το φόβο στις καρδιές των ανθρώπων και συνεχίζεται το έργο σας. Και αν κάποτε τύχει να διακινδυνεύσει η φήμη σας, χρησιμοποιείται δόλια μέσα, προκειμένου να προφυλαχθείτε.”

Η Αγγελική απόρησε.

“Ποτέ δεν θεωρήσαμε ότι πρόκειται για παιχνίδι. Είστε πολύτιμοι για μας και επειδή ενδιαφερόμαστε οι αποφάσεις σας να είναι ελεύθερες, γι’ αυτό και δεν ανακατευόμαστε στον κόσμο σας συνεχώς.”

“Ελεύθερες;”

Χασκογέλασε ο Πέτρος.

“Αυτό δείχνει εκείνο το καράβι που οδεύει στον θάνατο; Ή μήπως και το γεγονός ότι ακόμη και οι δικοί μου άνθρωποι, μη μπορώντας να βρουν ησυχία, ακόμη και στον θάνατό τους, χρησιμοποιούνται τώρα εναντίον μου;”

“Τι θέλεις να πεις;”

“Θέλω να πω ότι αυτή την στιγμή, η νεκρή μητέρα και ο αδερφός μου, βρίσκονται στην σπηλιά στο Μανδράκι, χωρίς να γνωρίζω τι τους περιμένει, αν τυχόν πάρω μιαν απόφαση που θα δυσαρεστήσει κάποιους.”

H Αγγελική, γύρισε απότομα το βλέμμα και κάρφωσε με τα μάτια τον δαίμονα.

“Αυτό δεν θα επιτραπεί.”

“Δεν φημιζόμαστε ότι παίζουμε δίκαια.”

Απολογήθηκε ο δαίμονας.

Η όψη της Αγγελικής, άλλαξε. Το φόρεμά της χωρίστηκε στην μέση, αλλάζοντας μορφή. Τώρα δύο μεγάλα φτερά περιστεριού που αγκάλιαζαν το σώμα της, άνοιγαν διάπλατα στον ουρανό. Με ένα τίναγμά τους, βρέθηκε να αιωρείται λίγα μέτρα, πάνω απ’ το έδαφος, με τα μαλλιά της να αιωρούνται πάνω απ’ το κεφάλι της, σαν να επιπλέουν μες τον αέρα. Μέσα απ’ το γυμνό της σώμα αλλά και τα μάτια, έβγαινε ένα γαλάζιο φως.

“Είσαι ελεύθερος να επιλέξεις.”

Είπε στον Πέτρο και πέταξε γοργά προς το Μανδράκι. Αμέσως, μακριά προς το μέρος της σπηλιάς, ένα πελώριο κομμάτι βράχου, ξεκόλλησε πέφτοντας στην θάλασσα. Το σχήμα του ήταν ίδιο με αυτό του καραβιού. Τα πανιά του άνοιξαν πύρινα και το πέτρινο πλεούμενο άρχισε να ταξιδεύει με μεγάλη ταχύτητα προς το ιστιοφόρο που πλέον βρισκόταν πολύ κοντά στο νησί. Πάνω στην κουβέρτα του σέρνονταν αόμματα πλάσματα με ουρά φιδιού και σώμα ανθρώπου. Τα πρόσωπά τους, δεν είχαν στόματα, μα εκείνα τέντωναν τα σαγόνια τους και το μαύρο τους δέρμα, που υπήρχε στη θέση του στόματος, ξηλωνόταν, δημιουργώντας σχισμές από κει που δεν υπήρχαν με ξέφτια να κρέμονται ενώνοντας το πάνω με το κάτω χείλος τους. Από αυτές τις απαίσιες σχισμές, ξερνούσαν στριγκά ουρλιαχτά που έφταναν απόμακρα στ’ αυτιά του Πέτρου.

Η Αδεμόνη άλλαξε και αυτή όψη. Το μαύρο φόρεμα, μεταμορφώθηκε σε δύο διάτρητα, νυχτεριδίσια φτερά. Τα μάτια της πήραν φωτιά, ενώ το σώμα της ήταν καλυμμένο από μαύρα πούπουλα. Τα πόδια της έσπασαν προς τα πίσω στο ύψος του γόνατου, παίρνοντας την μορφή των ποδιών του τράγου, καλυμμένα με πυκνό μαύρο τρίχωμα, ενώ τα πέλματά της αντικαταστάθηκαν από σκληρές οπλές που γυάλιζαν καθώς έπεφτε πάνω τους το νερό της βροχής. Αιωρήθηκε για λίγο πάνω απ’ τον Πέτρο, με τα φτερά να χτυπούν τον αέρα και το νερό που έπεφτε.

“Κάνε την επιλογή σου άνθρωπε.”

Ακούστηκαν εκατοντάδες φωνές να μιλούν ταυτόχρονα σε μια φρικτά παράφωνη συμφωνία και χάθηκε με την σειρά της στον σκοτεινό ουρανό παίρνοντας στο κατόπι την Αγγελική. Η σφοδρή κακοκαιρία δεν φαινόταν να δυσκολεύει το πέταγμά της, όπως και της Αγγελικής νωρίτερα άλλωστε. Οι δυο τους χάθηκαν στο σκοτάδι βουτώντας κατά την μεριά της σπηλιάς.

Ο Πέτρος θυμήθηκε για ποιο λόγο είχε τρέξει όλον αυτό το δρόμο και ετοιμάστηκε να προχωρήσει προς τον φάρο, όταν μπροστά του ξαναβρήκε το σκυλί να γρυλίζει με τα χείλη τραβηγμένα προς τα πίσω και τα δόντια γεμάτα υγρά, έτοιμα να ξεσκίσουν την σάρκα του. Απελευθερωμένο από τα δεσμά του αγγέλου, τον απειλούσε και πάλι. Ο Πέτρος έκανε μερικά βήματα πίσω και καταλαβαίνοντας ότι οι προθέσεις του πλάσματος δεν επρόκειτο να αλλάξουν, γύρισε απότομα και άρχισε να τρέχει προς το τοιχίο.

Το πλάσμα τον ακολούθησε με τα πληγιασμένα του μάγουλα να βγάζουν αφρούς. Ο Πέτρος πέρασε ξανά το τοιχίο και έστριψε, πιστεύοντας ότι ο ελιγμός θα μπέρδευε για λίγο τον διώκτη του, χαρίζοντάς του ένα μικρό προβάδισμα. Το σκυλί όμως ούτε που έχασε το δρόμο του. Με σίγουρα δυνατά πατήματα και ακριβείς χειρισμούς του σώματός του, βρέθηκε μια ανάσα ξοπίσω του. Κατευθύνονταν και οι δύο προς το βορειοανατολικό τμήμα του νησιού.

Καθώς έτρεχαν, μια αναλαμπή φώτισε για λίγο τα πάντα γύρω. Η θάλασσα άστραψε, ο Πέτρος είδε γαλάζια βουνά να ορθώνονται στην επιδερμίδα της. Ύστερα έστρεψε το βλέμμα προς τον ουρανό, καθώς το φως φάνηκε να προέρχεται από κει πάνω. Τα ρούχα και τα μαλλιά του ήταν μουσκεμένα απ’ το νερό της βροχής. Περίμενε να ακούσει κάποια βροντή ακόμη, νομίζοντας ότι κάποιος κεραυνός είχε πέσει κοντά, ή κάποια αστραπή έσκισε τα σύννεφα. Μα το φως δεν ήταν φυσικό όπως διαπίστωσε.

Μαγεμένος, έβλεπε ότι σε ένα σημείο του ουρανού, τα σύννεφα φαίνονταν να έχουν ανοίξει, σαν κάποιος να τα είχε χαράξει με μαχαίρι. Μέσα απ’ το άνοιγμα, έβγαινε ένα απαλό γαλάζιο φως και μέσα στο φως ξεχώριζαν μικρές γαλάζιες κουκίδες που ξεχύνονταν απ’ τη ρωγμή και κατευθύνονταν προς το ιστιοφόρο. Ο αριθμός τους, πλήθαινε συνεχώς και σε λίγο ένα μεγάλο σμήνος βρισκόταν λίγα μέτρα πάνω απ’ την θάλασσα. Παρατηρώντας καλύτερα, καθώς αυτά τα γαλάζια φωτάκια έρχονταν πιο κοντά του, ο Πέτρος διαπίστωσε ότι δεν ήταν κουκίδες, μα ανθρωπόμορφα όντα.

Τα σώματά τους, ήταν διάφανα και έλαμπαν γαλανά. Τα κεφάλια τους ήταν απρόσωπα, χωρίς μαλλιά και τις πλάτες τους στόλιζαν γαλάζια φτερά. Πετώντας γοργά, περικύκλωσαν το πλοίο και άρχισαν να το απομακρύνουν απ’ το νησί, ενώ παράλληλα φαίνονταν να έχουν δημιουργήσει ένα είδος ασπίδας γύρω του. Έναν αδιαπέραστο κύκλο. Ομάδες τέτοιων πλασμάτων, συνέχιζαν να προβάλουν από την σχισμή στον ουρανό και τώρα κατευθύνονταν προς το πέτρινο πλοίο. Έπεσαν πάνω του με ορμή, προκαλώντας του πολλά ρήγματα, ανακόπτοντάς του την φόρα. Αμέσως άρχισε μια μεγάλη μάχη σώμα με σώμα, μεταξύ των όντων απ’ τον ουρανό και των πλασμάτων που σέρνονταν πάνω στο κατάστρωμα του κολασμένου πλοίου.

Ανατριχιαστικοί αλαλαγμοί, στριγκλιές και βρυχηθμοί ακούγονταν καθώς η μάχη μαινόταν. Οι ήχοι έμοιαζαν να προέρχονται μόνο από τα πλάσματα του πλοίου, καθώς οι διάφανες φιγούρες δεν φαίνονταν να έχουν καν φωνή. Είτε κέρδιζαν μια μάχη, είτε νικιόνταν απ’ τον εχθρό, δεν έβγαζαν άχνα. Έπεφταν κάτω και αμέσως εξαϋλώνονταν μέσα σε μια έντονα δυνατή ριπή φωτός. Στο κέντρο του πλοίου, η πέτρα ράγισε με πορτοκαλόχρωμες πληγές να εμφανίζονται. Από τις πληγές βγήκε μια κόκκινη παχύρευστη ουσία που σχημάτισε μια μικρή λίμνη γύρω της και μέσα από αυτήν, άρχισαν να αναδύονται μορφές.

Ορθώνονταν και αφού έπαιρναν τις τελικές τους εικόνες, η ουσία υποχωρούσε στη λίμνη σαν να ξεπλενόταν και καινούργια όντα που θαρρείς ότι προέρχονταν απ’ τα σπλάχνα της πέτρας, ρίχνονταν στην μάχη, ενισχύοντας τους δαίμονες.

Ο Πέτρος, συνέχιζε να τρέχει με τον σκύλο να τον κυνηγά. Ήξερε ότι βρισκόταν πολύ κοντά του. Μύριζε την βρώμα του. Μπορούσε να ακούσει το κροτάλισμα που έκαναν τα δόντια του, καθώς τα σαγόνια του έκλειναν με δύναμη, στην προσπάθειά του να γραπώσει το πόδι του. Ευτυχώς για τον Πέτρο, μέχρι τώρα, το σκυλί είχε καταφέρει να δαγκώνει μόνο τον αέρα. Πηδούσε πάνω από πέτρες και θάμνους, τσαλαβουτούσε σε λασπωμένες λιμνούλες και τώρα η απογοήτευση τον κυρίευε, καθώς έβλεπε ότι ο δρόμος που είχε διαλέξει, τελείωνε μπροστά του.

Το πλάσμα, έκοψε την φόρα του, βλέποντας ότι το θήραμά του δεν είχε πια δρόμο διαφυγής και άρχισε να περπατά. Το λαχανιασμένο του στόμα, κάπνιζε συννεφάκια υδρατμών που σκόρπιζε η παγωμένη βροχή, λίγα χιλιοστά αφότου πρόβαλλαν απ΄ τα ματωμένα του χείλη. Ο Πέτρος, έχοντας χάσει πλέον κάθε ελπίδα, σταμάτησε κι αυτός να τρέχει. Περπάτησε κουρασμένος μέχρι την άκρη του γκρεμού. Κοίταξε από κάτω. Η θάλασσα άφριζε ανάμεσα σε μια σειρά κοφτερά βράχια, που γυάλιζαν κάτασπρα σε κάθε αστραπή, μαστιγωμένα από την δυνατή βροχή. Πιο μέσα, η μάχη είχε φουντώσει. Το πέτρινο κατασκεύασμα, πλησίαζε ολοένα προς το ιστιοφόρο, σπάζοντας αργά αλλά σταθερά τον γαλάζιο κλοιό. Στο κατάστρωμά του, έβλεπες λάμψεις παντού, απ’ τις μάχες και τα σώματα που εξαϋλώνονταν. Πόδια γεμάτα κοφτερά νύχια, πατούσαν πάνω σε νεκρές μαύρες φιγούρες και πράσινη γλίτσα που είχε χυθεί απ’ τα σώματα των στρατιωτών του σκότους.

Ο Πέτρος γύρισε προς τον διώκτη του. Προς μεγάλη του έκπληξη, το πλάσμα είχε καθίσει στα πισινά του πόδια, σαν υπάκουο κουτάβι και δεν έδειχνε καμία απειλητική διάθεση. Έμοιαζε περισσότερο με φρουρός. Αμέσως η έκπληξη του Πέτρου πήρε απάντηση, καθώς απ’ το σκοτεινό ουρανό, είδε την Άσταροθ να προσγειώνεται φτεροκοπώντας δίπλα στο σκυλί. Ο Πέτρος ένιωσε να χάνει τα μυαλά του. Τον έπιασε νευρικό γέλιο. Όλα είχαν χαθεί. Η προσπάθεια που είχε κάνει, είχε πάει στράφι.

“Ε λοιπόν, ποιος να μου το έλεγε ότι θα φιλοξενούσα τόσο κόσμο!”

Ο δαίμονας δεν φαινόταν να το διασκεδάζει και τόσο.

“Είδες τι προβλήματα δημιούργησες με τα καμώματά σου;”

“Ωραία είσαι εσύ! Εγώ δημιούργησα προβλήματα; Ποιος με ρώτησε εμένα αν ήθελα να συμμετάσχω σε αυτό το παιχνίδι; Κανείς. Αλλά πάντοτε αυτό κάνετε. Παίρνετε αυτό που θέλετε χωρίς να ρωτάτε κανέναν. Χωρίς καν να ξέρετε κι εσείς τι κάνετε. Βάζω στοίχημα ότι δεν ξέρετε που παν τα τέσσερα, έτσι δεν είναι;”

Ο δαίμονας τον κοίταζε αμίλητος.

“Απάντησέ μου. Γιατί όλ’ αυτά; Ωραία. Μπορείτε και μας κάνετε ότι θέλετε. Κλέβετε τις ψυχές μας και γίνεστε δυνατότεροι. Σύμφωνοι. Και τι κερδίζεται εσείς από αυτό; Ποιο το νόημα να υπάρχετε; Ποιο το νόημα να υπάρχουμε κι εμείς, ή οτιδήποτε άλλο;”

“Πάρε την απόφασή σου άνθρωπε και μην ρωτάς πράγματα που δεν μπορείς να καταλάβεις.”

“Τελικά μάλλον έχω δίκιο ε; Σκατά ξέρεις τι σου γίνεται κι εσύ. Εντολές εκτελείς. Συνεχίζεις ένα έργο που βρήκες, χωρίς να ξέρεις γιατί το κάνεις.”

Ο Πέτρος κοίταξε πάλι τα γκρέμια, μένοντας σιωπηλός. Κάπου πιο πέρα, το πέτρινο πλοίο, ακουμπούσε πλέον την πλώρη του ιστιοφόρου. Εκεί μες την μάχη, η Αγγελική, πολεμούσε με δύναμη. Αποκρουστικά όντα, έπεφταν στο πέρασμά της. Ξαφνικά σταμάτησε. Σήκωσε το κεφάλι, με τις κόρες διεσταλμένες, σαν να άκουσε μια φωνή μέσα στο κεφάλι της. Κοίταξε προς το νησί. Στο φως της αστραπής, είδε δυο φιγούρες στην άκρη του γκρεμού. Η μία βρισκόταν άκρη άκρη και η άλλη διέθετε δύο μεγάλα φτερά. Η Αγγελική ψιθύρισε.

“Πέτρο!”

Ο δαίμονας περίμενε ατάραχος, την απόφαση του Πέτρου. Δεν ήξερε όμως ότι αυτό που θα επακολουθούσε θα τον δυσαρεστούσε ιδιαίτερα. Ο Πέτρος είχε κάνει την επιλογή του. Δεν ήθελε να ανήκει σε κανέναν. Η ψυχή του ήταν ελεύθερη και το δικαίωμα να ζει και να πεθάνει όπως θέλει αυτός, καθαρά δικό του. Ακόμη και οι τύψεις του ήταν δικές του. Και μόνο αυτό του έφτανε για να μην τις αποχωρίζεται. Μπορεί να είχε χάσει πολλά, αλλά ποτέ την ελευθερία του και ούτε αυτή την φορά θα άφηνε κανέναν να τον εκμεταλλευτεί εις βάρος της. Ανήκε μόνο στον εαυτό του.

Άσε που τα «ανώτερα» αυτά όντα, δεν φάνταζαν και τόσο ανώτερα μπροστά στα μάτια του. Ήταν ακόμη κάποια εγωιστικά παιδάκια που δεν μπορούσαν να δουν παραπέρα απ’ τις παρωπίδες τους. Ο καθένας τελικά, μέχρι εκεί που φτάνει. Οι άνθρωποι έβλεπαν κοντά, αυτά τα πλάσματα λίγο πιο μακριά και πάει λέγοντας. Κανείς όμως δεν βλέπει πραγματικά. Απλά βλέπει λίγο παραπάνω απ’ τους άλλους, μα όλοι είναι τυφλοί. Βαδίζουν στο ίδιο σκοτάδι, με διαφορετικούς μπούσουλες. Εξ’ άλλου, αυτά τα όντα, φαίνονταν να εξαρτούν την ύπαρξή τους, από πλάσματα όπως οι άνθρωποι, ίσως περισσότερο απ’ όσο οι τελευταίοι την δική τους ύπαρξη απ’ τους πρώτους.

Κοίταξε τον δαίμονα και ανατρίχιασε στην σκέψη ότι ένα βράδυ πριν είχε πλαγιάσει μαζί του.

“Ο χρόνος περνάει και δεν νομίζω ότι έχεις πολύ στην διάθεσή σου. Το καράβι σχεδόν μας ανήκει.”

Ο Πέτρος γέλασε.

“Γιατί δεν πας στον διάολο λέω εγώ καλύτερα;”

“Μα αυτό περιμένω τόση ώρα. Να φύγουμε μαζί.”

Τα μάτια του Πέτρου άστραψαν. Στο μυαλό του ήρθε το πρόσωπο της Αγγελικής που μεταμορφώθηκε σιγά σιγά σε αυτό της μητέρας του και ύστερα στου Θάνου. Τα χείλη του χάραξαν ένα αμυδρό χαμόγελο.

“Αντίο!”

Ψιθύρισε.

Ο δαίμονας κατάλαβε αργά τις προθέσεις του Πέτρου. Το μόνο που πρόλαβε να κάνει, ήταν να αφήσει μια κραυγή απόλυτου μίσους και θυμού, που έκανε τα πάντα να παγώσουν γύρω, καθώς ο Πέτρος αφέθηκε να πέσει στο κενό.

Η Αγγελική, πετούσε με όλη της την δύναμη και απείχε λίγα μόλις μέτρα όταν είδε την φιγούρα του Πέτρου να γκρεμίζεται. Εκείνος, ένιωθε τον παγωμένο αέρα να του χαϊδεύει το πρόσωπο. Στα λίγα δευτερόλεπτα που διήρκησε η πτώση του, έκλεισε τα μάτια και είδε τον εαυτό του μες στο νερό, δίπλα στην βάρκα. Ο Θάνος μόλις είχε πατήσει από τους ώμους του στην βάρκα και τώρα το μεγάλο ψάρι ερχόταν με ορμή προς το μέρος του. Βλέποντας το ο Πέτρος χαμογέλασε, απλώνοντας τα χέρια να το υποδεχτεί. Ένιωσε το σκληρό σαν ξίφος ρύγχος του να βυθίζεται στην καρδιά του και το μεγάλο ψάρι να τον παίρνει μαζί του στην άβυσσο. Εικόνες άστραφταν μπροστά στα μάτια του. Τα σύννεφα που έτρεχαν στο φως του φεγγαριού, η νεκρή μορφή του Θάνου να κάθεται στην αυλή, η φιγούρα του κρεμάμενου πατέρα του στο δειλινό, η έξαψη της επαφής με την Αδεμόνη, τα μάτια της Αγγελικής.

Το τελευταίο πράγμα που είδε πριν το κεφάλι του αγγίξει τα βράχια, ήταν η νεκρή φιγούρα της μάνας του που στεκόταν πάνω τους, βρεγμένη από την φουρτούνα και την βροχή, καθώς περίμενε να τον αγκαλιάσει με τα χέρια διάπλατα ανοιχτά. Έμοιαζε ζωντανή, όπως την θυμόταν.

“Καλώς όρισες γιέ μου.”

Ένιωσε έναν σύντομο, γλυκό πόνο στον αυχένα, καθώς οι πέτρες έκαναν θρύψαλα το κρανίο του. Μετά σιωπή. Σκοτάδι. Η Αγγελική έμεινε μετέωρη, μην μπορώντας να πιστέψει αυτό που μόλις είχε συμβεί. Ένα δάκρυ, κύλισε στο μάγουλό της. Στερεοποιήθηκε στον αέρα και κατέληξε ένα μικρό γαλάζιο διαμάντι που φώτιζε αχνά, καθώς βυθιζόταν στο νερό.

Τώρα όλα γύρω ήταν ήσυχα.

Ο έναστρος ουρανός, συνέχισε να ταξιδεύει στο άπειρο. Η θάλασσα πάφλαζε απαλά, ήρεμη μες την άπνοια, σαν να μην είχε ποτέ φυσήξει. Ένας γρύλος ακουγόταν μονάχα μες την σιγαλιά της νύχτας πάνω στο έρημο νησί, καθώς οι φωτεινές δέσμες του φάρου σάρωναν το σκοτάδι, δείχνοντας τον δρόμο σε κάποιο ιστιοφόρο που φώτιζε μακριά στο πέλαγο ενώ απομακρυνόταν. Όλα ήταν γαλήνια. Δεν υπήρχε κανείς πουθενά.

Μονάχα εκεί, στην βορειοανατολική πλευρά του νησιού, κάτω από τα γκρέμια, πάνω στα βράχια, κείτονταν το άψυχο σώμα του Πέτρου ξημερώματα πρωτοχρονιάς. Η θάλασσα το χάιδευε απαλά, προσπαθώντας να το πάρει μέσα της. Τελικά γλίστρησε αργά και άρχισε να βυθίζεται στο σκοτάδι της. Καθώς ακουμπούσε στο βυθό, ένα γαλάζιο φωτεινό διαμαντάκι, προσγειώθηκε πάνω στο στέρνο του.

 

 

 

 

Επίλογος.

 

 

Την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς, τα Γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στην Πολωνία. Ένας απ’ τους μεγαλύτερους πολέμους στην ιστορία της ανθρωπότητας ξεκινά.

Σε αυτό το φρικιαστικό γεγονός, χάνονται περίπου πενήντα πέντε εκατομμύρια  ζωές.

Πενήντα πέντε εκατομμύρια, ανυποψίαστες ψυχές!

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια