aggΓια τους φαν του Γιάννη Αγγελάκα, οι οποίοι δεν είναι και λίγοι, τόσο η ταινία αλλά όσο και το soundtrack της είναι κάτι παραπάνω από γνωστά, ίσως και αγαπημένα. Για το υπόλοιπο σινεφίλ και μη κοινό η εν λόγω ταινία φαίνεται να μην έχει κάνει αισθητή την παρουσίας της, ακόμα και πολλές φορές να δέχεται αρνητικές κριτικές. Πέρα από το εξαιρετικό της soundtrack, για το οποίο τα εύσημα ανήκουν στον Αγγελάκα, και μερικές στιγμές καλού χιούμορ αλλά και δράσης που σου κόβει την ανάσα, το υπόλοιπο σενάριο ακολουθεί την πεπατημένη χιλιάδων ανάλογων ταινιών.

Σε σκηνοθεσία του Νίκου Νικολαίδη, και γυρισμένη πριν από 10 περίπου χρόνια, η ταινία πραγματεύεται την αποσύνθεση και την κατάντια όχι μόνο της χώρας, αλλά και των ανθρώπων, οι οποίοι ζουν σε αυτή. Η Αθήνα δείχνει το πιο κακό, βρώμικο και σκοτεινό της πρόσωπο. Ναρκομανείς, πόρνες, επαγγελματίες δολοφόνοι και γενικότερα άνθρωποι περιθωριακοί και παρακμιακοί, βρίσκονται σε κάθε σοκάκι και σε κάθε πλάνο. Εξάλλου αυτοί οι χαρακτήρες είναι και οι πρωταγωνιστές της ταινίας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας παρακμιακός σαραντάρης. Ένας άνθρωπος εξαρτημένος από πάθη, εγωιστής και αδίστακτος, αλλά τόσο έξυπνος που στο τέλος καταφέρνει να κερδίσει αυτά που πάντα ονειρευόταν. Ο Γιάννης Αγγελάκας, ο οποίος κλήθηκε να ενσαρκώσει αυτό το ρόλο, σε αρκετές στιγμές της ταινίας προδίδει την ερασιτεχνική του φύση. Αλλά είναι πολλές οι φορές που πείθει και τον πιο σκληρό κριτή, ιδιαίτερα με το καυστικό του χιούμορ.

Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον φάνηκαν άρτιες και πειστικές, αν και ορισμένες φορές χαρακτηρίζονταν από την υπερβολή.

Ο κόσμος που προβάλλεται, μπορεί να είναι βρώμικος και άπληστος αλλά παρ’ όλα αυτά φαντάζει διασκεδαστικός και εύκολος ως προς το να επιβιώσεις. Μερικές φορές μάλιστα αναρωτιόμουν αν όντως το σενάριο ήθελε ένα τέτοιο αποτέλεσμα καθώς η κατάντια της Ελλάδας μπορεί να γινόταν εμφανής, αλλά με ένα σουρεάλ και διασκεδαστικό τρόπο. Η παρακμή εμφανίζεται με ένα ωραιοποιημένο και κινηματογραφικό τρόπο.

Μερικές φορές ακόμα και η ίδια η ταινία φαινόταν να βρίσκεται σε αποσύνθεση. Ορισμένες σκηνές άλλαζαν τόσο γρήγορα και βιαστικά, σαν να μην συνδέονταν με τις προηγούμενες. Η αλληλουχία φαίνεται σαν να χανόταν κάπου, όπως και το ίδιο το σενάριο, το οποίο δεν ήταν στο όλον του ξεκάθαρο και συγκεκριμένο.

Η τελευταία σκηνή, εντούτοις, σε αφήνει αισιόδοξο και χαμογελαστό. Η παρέα που πρωταγωνιστεί, αποδεικνύει ότι τα όνειρα κατακτιούνται , ακόμα και με τους πιο ανορθόδοξους τρόπους. Η αλήθεια είναι ότι η ταινία, θα έχανε μεγάλο μέρος του ενδιαφέρον της, αν σε αυτή δεν πρωταγωνιστούσε ο Γιάννης Αγγελάκας, ο οποίος σε κάθε σκηνή γίνεται ολοένα και καλύτερος.

Η εξαιρετική μουσική αλλά και ο  κυνικός παρακμιακός σαραντάρης, στο τέλος σου αφήνουν την αίσθηση ότι δύο ώρες δεν πήγαν σίγουρα χαμένες!