Το έτος 1839, κατά τη διάρκεια μιας κοινής συνέλευσης της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών και της αντίστοιχης των Καλών Τεχνών, έγινε για πρώτη φορά δημόσια λόγος για τη μέθοδο που επινόησε ο ζωγράφος και εφευρέτης Λουί Νταγκέρ, και η οποία πήρε το όνομά του. Η δαγκεροτυπία ή νταγκεροτυπία, ίσως ο πιο γνωστός πρόδρομος της φωτογραφίας, αποτελούσε ένα ακόμη βήμα στην προσπάθεια αιώνων από την πλευρά καλλιτεχνών και επιστημόνων να συλλάβουν εικόνες με μηχανικό τρόπο (η πρώτη από αυτές ήταν η περιβόητη Camera Obscura των αναγεννησιακών χρόνων). Η Σούζαν Σόνταγκ αναφέρεται στη δαγκεροτυπία ως την «πρώτη εφαρμόσιμη (ενν. σταθερά και επαναλαμβανόμενα) μέθοδο φωτογράφισης». Βέβαια, και ο ίδιος ο Νταγκέρ είχε λάβει σημαντική βοήθεια προκειμένου να τελειοποιήσει το μέθοδό του, από τον «πατέρα» μιας παρόμοιας, τον Νικηφόρο Νιέπς, που είχε εφεύρει την ηλιογραφία (ο Νταγκέρ δεν πατένταρε ποτέ την εφεύρεσή του, αλλά συμφώνησε με το Γαλλικό κράτος ώστε ο ίδιος και ο γιος του Νιέπς, Ισίδωρος, να λαμβάνουν σύνταξη εφ’ όρου ζωής). Παράλληλα με τον Νιέπς και τον Νταγκέρ, ο Βρετανός Γουίλιαμ Φοξ Τάλμποτ, εργαζόταν πάνω σε παρόμοιες μεθόδους, αν και η δημόσια ανακοίνωση των δικών του επιτευγμάτων ήρθε καθυστερημένα, σε σχέση με αυτή που αφορούσε τον Νταγκέρ.

 

Ο Λ. Νταγκέρ, σε δαγκεροτυπία του Jean-Batiste Sabatier-Blot

Αλλά η πραγματική πρωτοπορία του 1839 (εντάξει, πλάκα κάνω) ήρθε όταν ο Αμερικανός Robert Cornelius έβγαλε την -εξ όσων γνωρίζουμε- πρώτη selfie όλων των εποχών, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της δαγκεροτυπίας. Προκειμένου να το καταφέρει αυτό, χρειάστηκε να τρέξει από το σημείο όπου βρισκόταν ο φακός έως το κάδρο, να ποζάρει για τρία με δεκαπέντε λεπτά και μετά να κλείσει το καπάκι του φακού. Μια από τις πρώτες καταγεγραμμένες mirror selfie ήταν αυτή που έβγαλε η έφηβη πριγκίπισσα Αναστασία της Ρωσίας, το 1914. Από τότε έως την εποχή των smart phones, οι selfies έχουν καλύψει μια μεγάλη πορεία, συνδεδεμένη, θα έλεγε κανείς, κυρίως με θέματα ναρκισσισμού και επιδειξιομανίας (και, ενίοτε, με πραγματικούς, τραγικούς θανάτους). Ο Zachary Davis αναφέρει, βέβαια, πως οι selfies μπορούν να αποτελέσουν και εργαλείο αυτοενδυνάμωσης, διεκδίκησης ορατότητας, αλλά και αποπομπής των επικρατούντων προτύπων ομορφιάς. Οι selfies, όμως, όπως και οι αυτοπροσωπογραφίες, σχετίζονται επίσης και με μερικούς από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες των τελευταίων δεκαετιών.

Η πρώτη καταγεγραμμένη «selfie», από τον Robert Cornelius

 

Ανάμεσα σε αυτούς και οι Beatles. Πρωτοπόροι με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, οι Fabs είχαν γνήσιο ενδιαφέρον για τα εικαστικά, θεωρώντας τα πηγή έμπνευσης αλλά και βασικό . Ο John Lennon είχε φοιτήσει στο Liverpool College of Art, ο Ringo ήταν δεινός φωτογράφος, ενώ ο Paul McCartney  είχε εξασφαλίσει, μέσω του γκαλερίστα Robert Fraser και του Αλέξανδρου Ιόλα, τη χρήση μιας εικόνας του Ρενέ Μαγκρίτ για το λογότυπο της εταιρείας Apple (το ανέφερε σε μια πρόσφατη δημόσια συζήτηση με τον Jarvis Cocker των Pulp). Η Linda Eastman (μετέπειτα McCartney) ήταν μια από τις καλύτερες ροκ φωτογράφους της γενιάς της, ενώ η Yoko Ono, αγαπητή ή μισητή, συγκαταλέγεται δικαίως στους πρωτοπόρους της εννοιολογικής τέχνης. Παράλληλα με τα παραπάνω, το συγκρότημα είχε συνεργασίες με εικαστικούς όπως ο Peter Blake, o Richard Hamilton, ο Klaus Voorman (που παίζει και μπάσο σε διάφορους σόλο δίσκους του Lennon και του Harrison), η κολεκτίβα The Fool.

 

Το αρχικό εξώφυλλο για το White Album, όταν αυτό είχε τον τίτλο εργασίας Music From A Doll’s House. Έργο του John «Patrick» Byrne, χρησιμοποιήθηκε τελικά για τη συλλογή Beatles Ballads.

Μέσα σε όλη αυτή τη λίστα, έχουμε παραλείψει να αναφέρουμε τον άνθρωπο που αποτελεί και την αφορμή για αυτό το άρθρο. Ο Harrison γεννήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου του 1943. Ήταν ο τρίτος από το κλασσικό lineup των Beatles που έγινε μέλος του group – το 1958, όταν λέγονταν ακόμη Quarrymen. Ο Stuart Sutcliffe (πολύ πιο ταλαντούχος σαν ζωγράφος παρά σαν μουσικός, μπήκε στο γκρουπ μάλλον χαριστικά, λόγω της φιλίας του με τον Lennon, και έχασε τη ζωή του πολύ νέος), ο Pete Best και ο αντικαταστάτης αυτού, ο Ringo Starr, ήρθαν αρκετά αργότερα. Παρότι ο Lennon και ο McCartney γνώριζαν εξαρχής τις ικανότητές του στην κιθάρα, χρειάστηκαν δύο οντισιόν προκειμένου να πειστούν (και ειδικά ο πρώτος) ότι μπορούσε να παίξει μαζί τους. Οι αρχικοί ενδοιασμοί τους είχαν να κάνουν με το ότι ήταν μικρότερός τους, ένα γεγονός που θα τους εμπόδιζε για χρόνια να τον δουν σαν ίσο τους και συνθετικά. Παρόλα αυτά, ο Harrison συνέβαλε καθοριστικά στον ήχο και γενικώς το στυλ του συγκροτήματος, και όχι μόνο λόγω της ικανότητάς του ως κιθαρίστα. Υιοθέτησε πρώτος το κούρεμα moptop, ο πρώτος που «έβγαλε γλώσσα» στο ένα από τα δύο πατρικά πρότυπά τους, τον George Martin, ο πρώτος που ταξίδεψε –ινκόγκνιτο- στις ΗΠΑ και ο πρώτος που έπαιξε επαγγελματικά μουσική εκεί, έστω και με άλλη μπάντα, ο πρώτος που στράφηκε προς τη μουσική και τη γενικότερη φιλοσοφία της Ινδίας, ο μόνος που ταξίδεψε στην Καλιφόρνια για να πάρει μια γεύση από το «Καλοκαίρι της Αγάπης», ο πρώτος που πειραματίστηκε με το σιτάρ αλλά και το συνθεσάιζερ, έβγαλε σόλο δίσκους παράλληλα με τους Lennon και McCartney. Ήταν αυτός που ξεχώριζε από όλους τους Beatles ο Bob Dylan, αλλά και ένας από τους πρώτους ροκ σταρ που σκέφτηκαν να χρησιμοποιήσουν τη μουσική και τη διασημότητά τους για έναν συγκεκριμένο κοινωνικό σκοπό πέρα από το γενικό και αόριστο Peace and Love, διοργανώνοντας τις συναυλίες για το Μπαγκλαντές. Ήταν επίσης και ο δεύτερος από τους Beatles που επιχείρησε –αποτυχημένα- να φύγει από το γκρουπ όταν το έτερο πατρικό πρότυπό τους, ο Brian Epstein, είχε πλέον πεθάνει και είχαν όλοι τους μείνει κάπως μετέωροι (είχε προηγηθεί η απόπειρα αποχώρησης του Ringo, επίσης αποτυχημένη, αλλά, αυτός που έδωσε το οριστικό τέλος ήταν ο Paul, προλαβαίνοντας πιθανώς τον Lennon).

 

Το ενδιαφέρον του Harrison για την Ινδία τον οδήγησε όχι μόνο στο να λάβει μαθήματα από τον Ravi Shankar, αλλά και να ταξιδέψει πρώτος από τους υπόλοιπους Fabs, στη χώρα, το 1966. Εκεί, πειραματιζόμενος όπως και πολλοί σύγχρονοί του μουσικοί με τη φωτογραφία (οι φορητές φωτογραφικές και κινηματογραφικές μηχανές ήταν πλέον πολύ πιο διαδεδομένες), έβγαλε μερικές από τις ωραιότερες selfie της προ smart phone εποχής, με την πιο γνωστή από αυτές να αποτυπώνει όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και το αρχιτεκτονικό θαύμα που ονομάζεται Taj Mahal. Πέρα από την ιδιαίτερη, ψυχεδελική ατμόσφαιρά τους, το χαρακτηριστικό των φωτογραφιών είναι η χρήση των fisheye, μιας από τις παραλλαγές των ευρυγώνιων φακών (που επανήλθαν πρόσφατα στην επικαιρότητα χάρη στο The Favourite, του Γιώργου Λάνθιμου).

 

 

Νωρίτερα, αλλά και μετά από αυτό το ταξίδι, ο Harrison πειραματίστηκε αρκετά με τη φωτογραφία, ακολουθώντας το παράδειγμα και άλλων ροκ σταρ της εποχής, του Ringo, του Mick Fleetwood, του Graham Nash, αλλά και του Allen Ginsberg, του Stanley Kubrick, του αστροναύτη Buzz Aldrin και του Andy Warhol (για να παραθέσουμε πρόχειρα μερικούς μόνο).

 

 

 

 

Αλλά εκείνες οι φωτογραφίες στην Ινδία, πέρα από την τεχνική τους δυσκολία και τους παράξενους φακούς με τους οποίους τραβήχτηκαν, διατηρούν μια μοναδική μυστηριακή ατμόσφαιρα που δύσκολα μπορεί να αναπαραχθεί – αλλά και το βλέμμα, έστω και στο πλαίσιο της selfie, ενός πραγματικού καλλιτέχνη.

 

 

Πηγές:

Ειρήνη Γιανναρά

The Culture Trip

The Mirror

Susan Sontag

Wikipedia

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X