Τον Οκτώβριο του 2015, κυκλοφόρησε σε μορφή βιβλίου η διδακτορική διατριβή του Γιάννη Ν. Κολοβού στο τμήμα ΙΑΚΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με θέμα την αθηναϊκή σκηνή πανκ. Ο Γιάννης Κολοβός, εκτός από καθηγητής μέσης εκπαίδευσης και δημοσιογράφος, υπήρξε επίσης μουσικός (ντράμερ στην πανκ μπάντα Κοινωνικά Απόβλητα;) αλλά και εκδότης του φανζίν Β-23 (αργότερα Σκιές του Β-23, σε συνεργασία με τον Δημήτρη Αργυρόπουλο). Το εκδομένο βιβλίο, με τίτλο «Κοινωνικά Απόβλητα; Η ιστορία της πανκ σκηνής στην Αθήνα, 1979-2015» επεκτείνει την χρονική περίοδο που εξέταζε η αρχική διατριβή, φτάνοντας μέχρι το ίδιο το έτος έκδοσης. Το βιβλίο βασίζεται, εκτός από την επιστημονική βιβλιογραφία και διάφορα ντοκουμέντα από συναυλίες κτλ., σε προσωπικές αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν «από μέσα» την αθηναϊκή πανκ σκηνή.

Εκτός από το προφανές και αναμενόμενο ενδιαφέρον για το ίδιο το θέμα του πανκ, εκτός από την ανάγκη να φωτιστούν πτυχές μουσικής και άλλης δημιουργίας που έχουν εν πολλοίς μείνει στο σκοτάδι από τα μέινστριμ μέσα, το βιβλίο του Γιάννη Κολοβού έχει μια πολιτική πτυχή η οποία πιστεύω πως δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη, ειδικά σε ένα κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον όπου το αίτημα για αλληλεγγύη και συλλογική δράση είναι φλέγον.

Άλλωστε, μια φράση που επαναλαμβάνεται συχνά στο βιβλίο λέει πως «πανκ και πολιτική πηγαίνουν μαζί». Το βιβλίο, κατά τη γνώμη μου έχει έντονο το πολιτικό στοιχείο, γιατί δεν αφήνει απ’ έξω τα ιστορικά γεγονότα που συνέβαιναν παράλληλα με τη διαμόρφωση της αθηναϊκής πανκ σκηνής και απέναντι στα οποία αντιδρούσαν ή διαμόρφωναν την (όποια) πολιτική τους σκέψη οι αθηναίοι πανκς – δηλαδή, ο συγγραφέας δεν αποκόπτει τις πιθανώς σημαντικότερες πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας, τη μουσική και την πολιτική, τη μία από την άλλη.

punk-kol-01

Σε ένα άλλο επίπεδο, η επιλογή της μεθόδου της «προφορικής ιστορίας» είναι και αυτή μια επιλογή που δεν στερείται νοήματος, εφόσον ο συγγραφέας προσεγγίζει το θέμα μέσα από προσωπικές αφηγήσεις ανθρώπων που συμμετείχαν στην πανκ σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των 36 περίπου χρόνων. Δηλαδή, η έρευνα του Γιάννη Κολοβού δεν είναι μια απρόσωπη, ποσοτική έρευνα που δεν ενδιαφέρεται για τίποτα άλλο από την παράθεση στοιχείων, χρονολογιών, στατιστικών ούτε για μια από πάνω, ψυχρή θεώρηση του θέματος, που θα μπορούσε εύκολα να κυλίσει σε μια μονόπλευρη, απεικόνιση της σκηνής και των ανθρώπων που την αποτέλεσαν ή ακόμα χειρότερα στην καρικατούρα, στην ενίσχυση των «ηθικών πανικών» για τους οποίους επίσης κάνει λόγο συχνά ο Γιάννης Κολοβός κατά τη διάρκεια του βιβλίου του.

Θα ήταν λάθος να πει κάποιος, κρίνοντας από τα παραπάνω, πως η εικόνα που προκύπτει είναι αποσπασματική. Μέσα από τις προαναφερθείσες αφηγήσεις, αλλά και μέσα από μια καίρια χρήση της πλούσιας, σε κάθε περίπτωση, βιβλιογραφίας, δίνεται μια γλαφυρή εικόνα του πώς έβλεπαν τη σκηνή – όπως και την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα που επικρατούσε γύρω της – οι ίδιοι οι άνθρωποι που την αποτέλεσαν, καθώς και το πώς οι άνθρωποι αυτοί βίωσαν τις σχέσεις, τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις με τον περίγυρό τους, τις οικογένειές τους, το σχολείο τους, τους θεσμούς εξουσίας.

Μετά από την παράθεση του θεωρητικού πλαισίου, ο Γιάννης Κολοβός μιλά για το πώς οι πρώτοι πανκς κάνουν την εμφάνισή τους στη δεκτική στη διαφορετικότητα, σε κάθε είδους υποκουλτούρες, Πλάκα και πώς περνούν σταδιακά στην περιοχή των Εξαρχείων. Οι πανκ υιοθετούν την «ακραία» εμφάνιση των βρετανών ομολόγων τους, εμπλεκόμενοι σε ένα κατά Dick Hebdige «σημειολογικό ανταρτοπόλεμο» ο οποίος πολλές φορές εκτρέπεται σε διενέξεις με αστυνομικούς, σκίνχεντς, αλλά και ανθρώπους που οι πληροφορητές του Γ.Κ. περιγράφουν ως «λαϊκούς» – δηλαδή, με ομάδες που βλέπουν στους πανκς μια πηγή ανατροπής.

afisa-punk-01

«Η αυτοπροσωπογραφία της ομάδας των πανκς συμπυκνώνει όλες τις εκδοχές του Άλλου, τις οποίες παρήγαγε ο σύγχρονος κόσμος: κουρελήδες πλάνητες, τρελοί – αφού δεν φέρονται ‘ομαλά’-, καβαλάρηδες της Αποκάλυψης, συμμορίτες, αντάρτες που επέδραμαν, κατέλαβαν την πόλη και αποχώρησαν, ξένοι – και μάλιστα ‘εξωγήινοι’ – αναρχικοί, ‘μπαχαλάκηδες’, χούλιγκανς, πιθανότατα ναρκομανείς, έκφυλοι – δύσκολα ξεχωρίζεις τα κορίτσια από τα αγόρια της παρέας – άεργοι, ορφανοί, βρώμικοι. Μοιάζουν να θέλουν να πάρουν εκδίκηση από την Ιστορία, στο όνομα όλων όσων εκείνη έσπρωξε στο περιθώριο και την καταστροφή» (σελ. 184).

Και όλα αυτά σε ένα πλαίσιο καταστολής, με γεγονότα όπως η δολοφονία Καλτεζά, η επιχείρηση «Αρετή», η επίσκεψη του Ζαν-Μαρί Λεπέν στην Αθήνα κ.ά.

Οι διώξεις που βίωναν οι πανκς από τις αρχές, η πολιτική/ιδεολογική σύγκρουσή τους με τους φασίστες και η ταυτόχρονη επιθυμία των πάνκηδων να παραγάγουν τα τεχνουργήματα που δίνουν υπόσταση και συνέχεια στη σκηνή τους – κυρίως τη διοργάνωση συναυλιών – φέρνει την εν λόγω σκηνή σε επαφή με τον αντιεξουσιαστικό/αριστερό χώρο, που διαθέτει τη σχετική εμπειρία και τεχνογνωσία.

Εκεί είναι που το αθηναϊκό πανκ αποκτά την πολιτική του συνείδηση, αλλά και εκεί υπεισέρχεται επίσης ένας βασικός παράγοντας της πανκ αισθητικής, και κυρίως της πανκ μεθοδολογίας και ιδεολογίας: το D.I.Y. – do it yourself. Το DIY είναι μια απόρροια των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών αλλά και της απόρριψης που βιώνουν οι πάνκηδες από εταιρειάρχες, μαγαζάτορες, διοργανωτές συναυλιών κ.ό.κ., αλλά επίσης και μια στάση ζωής, ένα μέσο ως πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα. Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Συλλογικότητα, πρακτική και όχι εικονική αντισυμβατικότητα, προστασία μέσω της δικτύωσης με τις δυνατότερες και πιο καταρτισμένες ως προς το τι σημαίνει ‘ανταγωνιστικό κίνημα’, ομάδες της αντικουλτούρας» (σελ. 214).

Και: «Οι καθαρά αυτοοργανωμένες ‘Do It Yourself’ εκδηλώσεις και η ‘διασκέδαση με σκοπό να μαζέψουνε κόσμο που έχουνε κοινά πολιτικά ενδιαφέροντα και κοινωνικά και να λειτουργήσουνε τον ίδιο χώρο χωρίς κέρδος’, σύμφωνα με την αφήγηση του Τάκη. Δηλαδή, να παραμείνει η σκηνή μακριά από τα ΜΜΕ και τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας» (σελ. 215).

Σύμφωνα με το βιβλίο, η δεύτερη γενιά αθηναίων πανκ επιβάλλει μια νέα προσέγγιση, που δεν έχει να κάνει τόσο με τον τσαμπουκά (τόσο εντός όσο και εκτός της σκηνής), αλλά με τη δημιουργικότητα και τη συνεργασία. «Πανκ είναι αυτός που κάνει πράγματα» είναι επίσης μια από τις φράσεις-κλειδιά του βιβλίου. Για τους πληροφορητές του Γιάννη Κολοβού δεν νοείται πανκ που να μη βοηθά δρώντας (και όχι απλώς καταναλώνοντας τα τεχνουργήματα ή απλώς υιοθετώντας ένα συγκεκριμένο ενδυματολογικό στυλ) στην επιβίωση και συνέχιση της σκηνής. Οι πανκ της Αθήνας στεγανοποιούν, όπως σημειώνει ο Γιάννης Κολοβός, τη σκηνή τους και δρουν, δημιουργούν και διανέμουν τα τεχνουργήματά τους εκτός του κυκλώματος των μεγάλων δισκογραφικών, συχνά παρέχοντάς τα δωρεάν στο κοινό. Όταν προσεγγίζουν δισκογραφικές, αυτές είναι μικρές, ανεξάρτητες, που λειτουργούν στο ίδιο πνεύμα – όπως, π.χ., η ιστορική πειραιώτικη εταιρεία Wipe Out. Αυτή είναι άλλωστε και η κατακλείδα του βιβλίου: «πιστεύω ότι εκείνο που ανέδειξε η έρευνά μου είναι ο ρόλος που παίζουν στο σύγχρονο μητροπολιτικό περιβάλλον αυτές οι μικρές συλλογικότητες και τα δίκτυα κατοχύρωσης της ετερότητας, τα οποία διεκδικούν τη χειραφέτησή τους από την επίσημη κοινωνική αφήγηση, και ο δυναμικός τρόπος που το πέτυχαν αυτό» (σελ. 580, η τελευταία του κειμένου).

villa-punk-01

Μαζί με τα παραπάνω θίγονται πολλά ακόμα σημαντικά θέματα, όπως ο κεντρικός ρόλος της Villa Amalias στην αθηναϊκή πανκ σκηνή, το ζήτημα του φύλου, το πώς βιώθηκε το πανκ στην επαρχία (χαρακτηριστική είναι η ιστορία ενός «βετεράνου» πανκ, ο οποίος, ζώντας πλέον στο Γύθειο, αντιτίθεται στην υποκρισία και τον υπερσυντηρητισμό μελών της εκεί κοινωνίας, με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, χρησιμοποιώντας πανκ «εργαλεία»), τον «επαγγελματικό προσανατολισμό» των πανκ, το αν και πώς βιώνουν σήμερα τον εν λόγω υποπολιτισμό οι πανκς των δεκαετιών του 1970 και 1980. Μέσα σε όλα αυτά, ακριβώς επειδή το βιβλίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην προφορική ιστορία, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με μερικές πολύ ενδιαφέρουσες αφηγήσεις ζωής από ανθρώπους που εγώ προσωπικά σίγουρα θα ήθελα να συναντήσω. Και ακόμα, πληροφορείται την ύπαρξη (αν δεν την γνωρίζει ήδη) κάμποσων σπουδαίων τραγουδιών, ανεξαρτήτως του αν είναι πανκ ή όχι.

(Το βιβλίο είχαμε τη χαρά να το παρουσιάσουμε πριν από λίγο καιρό στη Μεσοποταμία, παρουσία του συγγραφέα.)

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X