Βρισκόμαστε περίπου στη μέση του προγράμματος. Ο Παύλος λέει ότι θα παίξουν τις “Ακτές του Παραδείσου”, ενώ το συγκεντρωμένο πλήθος μπροστά από τον stage δεν σταματά να χειροκροτά. Πιο πίσω, σ’ ένα από τα λίγα ανοίγματα που έχουν μείνει, αρκετοί χορεύουν. Μια κοπέλα με κλειστά μάτια, ανοιχτά τα χέρια ζει σε ρυθμούς απόλυτης ελευθερίας. Θα ορκιζόσουν ότι κάνει το ίδιο μόνη στο σπίτι της.

Η μουσική των Παυλίδη & Β-Μοvies είναι προσωπική. Ένα ταξίδι διαφορετικό για τον καθένα σ’ αυτά που νοσταλγεί, σ΄ αυτά που περιμένει, σ’ αυτά που τον πονούν. Έτσι προκύπτει κι ένας προσωπικός χορός όπως της κοπέλας δίπλα, που δεν υπολόγιζε τα γύρω βλέμματα, αλλά είχε “χαθεί” σε μελωδίες και στίχους.

Έβλεπες και αγκαλιασμένες παρέες. Να σηκώνουν τους αναπτήρες και όχι τα iphone όπως βλέπουμε συνέχεια τελευταία. Οι αγκαλιές “έσπαγαν” όταν ανέβαινε και το tempo επί σκηνής. O Παυλίδης έδινε το παράδειγμα κι εκμεταλλευόμενος το χώρο στο stage, χοροπηδούσε σαν 20αρης.

Άσε να μπει λιγάκι φως σ’ αυτό το σπίτι,
τόσα μερόνυχτα που έμενε κλεισμένο.
Όσοι το βλέπανε το λέγαν στοιχειωμένο,
πέταγαν πέτρες να του σπάσουν το φεγγίτη.

Οι στίχοι ακούγονται δυνατά μετά από ένα ατελείωτο τζαμάρισμα πάνω στο “Στοιχειωμένο σπίτι”, με τους Τόλη Δεληγιάννη (μπάσο), Αλέξο Σπανίδη (τύμπανα), Ορέστη Μπενέκα (πλήκτρα), Θανάση Τζίνγκοβιτς (ηλ. κιθάρα) και φυσικά τον Παύλο να “δίνουν” όπως στις στουντιακές πρόβες. Λόγος τρέλας η “φάση” για τους από κάτω που κορυφώθηκε με κομμάτια από τα Ξύλινα. Μπουκάλια με νερό στον αέρα, μπλούζες που ανέμιζαν, κοπέλες ανεβασμένες σε ώμους φίλων συνέθεταν εικόνα αυθεντικής ελληνικής ροκ.