Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι αριστεροί μετά τον εμφύλιο ήταν η δυσκολία να βρουν δουλειά. Γι’ αυτό ένα από τα πιο συνηθισμένα επαγγέλματα που διάλεγαν, ήταν πλασιέ βιβλίων. Έτσι κατάφερναν να ικανοποιήσουν τόσο την ανάγκη για βιοπορισμό, όσο όμως και την ανάγκη της Αριστεράς να εκφραστεί και να διαβάσει. Μία ανάγκη κυρίαρχη και φανερή από τα χρόνια του ΕΑΜ. Δεν είναι τυχαίο ότι το κεντρικό σύνθημα στο ανοιχτό Πανεπιστήμιο της Ελεύθερης Ελλάδας ήταν «αυτομόρφωση – αυτοάμυνα».

Οι πλασιέ δεν έβρισκαν μόνο ένα μεροκάματο. Οι διωγμένοι και κατατρεγμένοι αγωνιστές εξελίσσονταν σε αγγελιαφόρους των ιδεών της Αριστεράς. Στους ώμους τους κουβαλούσαν βιβλία από αριστερούς Έλληνες συγγραφείς και ποιητές, αλλά και προοδευτικούς λογοτέχνες από όλον τον κόσμο, όπως ο Χάουαρντ Φαστ, ο Ελία Έρενμπουργκ, ο Χόρχε Αμάντο, ο Τζον Στάινμπεκ.

Για τους κουβαλητές της γνώσης ο ιστορικός Σπύρος Ασδραχάς έγραφε το 2012 στο «Αρχειοτάξιο» των ΑΣΚΙ:

«Όταν γυρίζουν οι διωγμένοι από τις εξορίες και τις φυλακές, δεν είναι δεδομένο ότι θα μπορούνε με ελεύθερο τρόπο να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα και όταν ακόμα είχαν μία επαγγελματική ιδιότητα, γιατί θα έπρεπε φυσικά να έχουν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Ένας μεγάλος αριθμός αυτών των ανθρώπων, που απέφυγαν να γυρίσουν στις γενέτειρές τους και συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα, ασχολήθηκε με τη διάδοση του βιβλίου, με την πώλησή του, ήταν οι περίφημοι πλασιέ.

Το έργο τους ήταν να γράφουν συνδρομητές σε βιβλία που τα προμηθεύονταν από τους εκδοτικούς οίκους, να κρατούν δελτία και να εισπράττουν μηνιαίες εκδόσεις. Αυτά τα βιβλία ήταν κυρίως προϊόντα των νέων αριστερών εκδοτικών οίκων που σχηματίστηκαν τότε, γιατί, δίπλα στους πλασιέ, άλλοι που είχαν οικονομικές δυνατότητες στήσανε εκδοτικούς οίκους.

Κυκλοφόρησαν πολλά και πολλαπλού περιεχομένου βιβλία. Αναφέρω χαρακτηριστικό παράδειγμα τη σειρά των απομνημονευμάτων των αγωνιστών του 1821 του Γεωργίου Τσουκαλά. Αυτά σε μεγάλο βαθμό διακινούνταν μέσω των πλασιέ. Και οι πλασιέ έφτιαξαν ένα αναγνωστικό κοινό, πήγαν σε απίθανες περιοχές και βρήκαν απίθανους ανθρώπους. Ακραίο παράδειγμα, ένας πάρα πολύ ικανός πλασιέ έγραψε δοσάδες, όπως τους λέγανε στα Πετράλωνα τους γύφτους για την ιστορία του ελληνικού έθνους του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, που τότε είχε επανεκδοθεί από τις εκδόσεις Σεφερλή».

Η ιστορία του Ιωάννη Αναστόπουλου

Ο Ιωάννης Αναστόπουλος είναι σήμερα 91 ετών. Από τη δεκαετία του 1950 όργωνε την Αθήνα με μια τσάντα στην πλάτη και πουλούσε βιβλία. Την παράδοση συνεχίζει σήμερα ο γιος του Κώστας, που λειτουργεί τον εκδοτικό τους οίκο «Αλφειό». Τους συναντήσαμε στο βιβλιοπωλείο τους στην οδό Χαριλάου Τρικούπη 22, στο κέντρο της Αθήνας.

«Όταν ήρθα στην Αθήνα, δεν είχε καθόλου δουλειά. Είχα τελειώσει ηλεκτροτεχνίτης αλλά δεν με έπαιρνε κανείς λόγω κοινωνικών φρονημάτων» θυμάται ο κ. Αναστόπουλος. Πριν έρθει στην Αθήνα είχε βρεθεί για 27 μήνες ως φαντάρος στη Μακρόνησο. Στο νησί έστελναν μόνο τους αριστερούς ή εκείνους που λογάριαζαν για αριστερούς με βάση την οικογένειά τους. Δεν υποβάλλονταν στα βασανιστήρια μεν των πολιτικών κρατουμένων, όμως η θητεία ήταν πολύ δυσκολότερη σε σχέση με ένα «κανονικό» στρατόπεδο.

Ο πατέρας του Ι. Αναστόπουλου ήταν αριστερός. «Ήταν μορφωμένος άνθρωπος και με συμμετοχή στο ΕΑΜ. Δεν ήταν κάποιος λόγιος, αλλά είχε κάποια σχέση με το βιβλίο. Για τα δεδομένα της υπαίθρου τα χρόνια εκείνα η μόρφωσή του ήταν αρκετά καλή από ό,τι ξέρω» θυμάται ο εγγονός του Κώστας.

Ο Ιωάννης Αναστόπουλος επίσης συμμετείχε στον αγώνα και στο δεύτερο αντάρτικο πολέμησε μέσα από τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού. Είχε ενταχθεί μαζί με τον εξάδελφό του «όταν ο Δημοκρατικός Στρατός ζητούσε από αριστερές οικογένειες ανθρώπους να πολεμήσουν». Στη συνέχεια αμφότεροι εκπαιδεύτηκαν ως δάσκαλοι και παρέδιδαν μαθήματα στο λαϊκό διδασκαλείο στα Τρόπαια Αρκαδίας.

Σε μια μάχη, όταν ο κλοιός είχε στενέψει απελπιστικά για τους εναπομείναντες αντάρτες, κατάφερε να διαφύγει προς το χωριό του, την Παπαδού Ηλείας. «Ένα μικρό χωριό από πλίνθινα σπίτια, το οποίο πλέον δεν υπάρχει».

«Πάμε να φύγουμε, γιατί δεν σωνόμαστε» θυμάται ο κ. Γιάννης να του λέει ο σύντροφός του και κατάφεραν να σωθούν περνώντας ανάμεσα από Κρέστενα και Ανδρίτσαινα. Για μέρες κρυβόταν μέσα στους θάμνους.

Αργότερα τον ζήτησαν για τη θητεία του από τη χωροφυλακή. Πρώτα τον πήγαν στην Καλαμάτα, μετά στον Πύργο και τέλος στην Πάτρα, στο γήπεδο της Παναχαϊκής. Το γήπεδο που είχε εγκαινιαστεί λίγα χρόνια πριν από το 1938, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου χρησιμοποιήθηκε από τον κυβερνητικό στρατό ως στρατόπεδο συγκέντρωσης ανταρτών κρατουμένων.

Μετά την Πάτρα τον πήγαν στη Μακρόνησο και, αφού τελείωσε τη θητεία του, επέστρεψε για λίγα χρόνια στο χωριό του και κατηφόρισε στη συνέχεια στην Αθήνα με την ελπίδα να βρει κάτι καλύτερο. «Ήρθα σε επαφή με κόσμο που γνώριζε για το βιβλίο και ξεκίνησα τη δουλειά».

Ο συνεταιρισμός, ο Βελουχιώτης, ο Βάρναλης

Χτίζοντας μέρα με τη μέρα το πελατολόγιό του, ο Ι. Αναστόπουλος κατάφερε να δημιουργήσει σύντομα ένα σημαντικό δίκτυο πιστών αναγνωστών και αγοραστών. Παράλληλα σχηματίστηκε ένα δίκτυο μεταξύ των ίδιων των πλασιέ, που ήταν άλλωστε και σύντροφοι, με κοινούς αγώνες, βιώματα, πληγές.

Ακολούθησε η δημιουργία συνεταιρισμού με το όνομα «Κυψέλη», κίνηση που συνέβαλε ώστε να διαδώσουν ευκολότερα τα βιβλία τους, αλλά και να προχωρήσουν σε σημαντικές εκδόσεις. Μετά από λίγο καιρό έβγαλαν πολύ σημαντικά βιβλία και διατηρούσαν συνεργασίες με σημαντικά ονόματα του χώρου όπως ο Κώστας Βάρναλης.

Βασικός προμηθευτής του ήταν ο εκδοτικός οίκος «Μέλισσα» που ιδρύθηκε το 1952 και ήταν προσανατολισμένος στο ιστορικό βιβλίο. Διακινούσαν επίσης το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, το Κομμουνιστικό Αλφάβητο, το πρώτο βιβλίο για τον Άρη Βελουχιώτη. Το γραφείο – αποθήκη του κ. Αναστόπουλου βρισκόταν στην Κιάφας. Ήταν συνήθης τακτική να νοικιάζουν οι πλασιέ αποθήκες και από εκεί να παίρνουν τα βιβλία τους και να πηγαίνουν να τα πουλάνε.

Το 1963 ο Ι. Αναστόπουλος έκανε το βήμα παραπάνω και δημιούργησε τον εκδοτικό οίκο «Αλφειός», για να τιμήσει το ποτάμι του τόπου του. «Το βιβλίο είχε μεγάλη άνοδο εκείνα τα χρόνια. Υπήρχαν πολλές εκδόσεις, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν φροντισμένες από ανθρώπους που ανήκαν στην Αριστερά» σημειώνει ο Κώστας Αναστόπουλος. Σημειώνεται ότι το 1958 στον χώρο των εκτυπώσεων – εκδόσεων καταγράφονται 1.400 καταστήματα με μέση ετήσια απασχόληση 9.619 άτομα. Το 1978 τα καταστήματα ανέρχονται σε 2.848 και η μέση ετήσια απασχόληση σε 17.285 άτομα.

Κατά τη διάρκεια της χούντας ο Ι. Αναστόπουλος κυνηγήθηκε ξανά. Τον συνέλαβαν μαζί με τον Γιώργο Δαρδανό, ιδρυτή των εκδόσεων Gutenberg. Τον κράτησαν στην Ασφάλεια, «σ’ ένα υπόγειο για 28 μέρες». Κάποιος αστυνομικός επιχείρησε να τον εξαγοράσει για να καταδώσει κόσμο. Εκείνος γέλασε. Γέλασε περισσότερο ακόμη με την αντίδραση του αστυνομικού: «Μα, εσείς οι κομμουνιστές είσαστε προδότες!». Δεν ενέδωσε ποτέ.

Η ιστορία του Κώστα Γκόγκογλου

«Όταν ο Παπανδρέου έδωσε αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους, πολλοί από αυτούς στράφηκαν στο βιβλίο και στη διακίνησή του. Άνθρωποι της Αριστεράς, δεν προωθούσαν κακής ποιότητας εγκυκλοπαίδειες και τσελεμεντέδες, αλλά συνέβαλαν στο να διαδοθούν ποιοτικά βιβλία. Επιτελούσαν ένα έργο μέσα στα κομματικά και ιδεολογικά τους πιστεύω» λέει στην «Αυγή ο Βασίλης Γκόγκογλου, γιος του Κώστα Γκόγκογλου, πλασιέ βιβλίων που είχε βραβευτεί για τη συνεισφορά του στη διάδοση του καλού βιβλίου και του πολιτισμού. Ο Κ. Γκόγκογλου πέθανε το 2011 πλήρης ημερών και αγώνων σε ηλικία 96 ετών.

«Συνεργαζόταν ως επί το πλείστον με τους αριστερούς οίκους της εποχής, όπως ήταν η ‘Μέλισσα’. Αργότερα συνεργάστηκε και με τη Νανά Καλλιανέση που είχε τον ‘Κέδρο’. Στον ‘Κέδρο’ που βρισκόταν επί της Πανεπιστημίου, η Νανά του είχε παραχωρήσει ένα ντουλάπι για να βάζει την πραμάτεια του. Μέσα από αυτούς τους εκδότες ο πατέρας μου πήγαινε ως επί το πλείστον συστημένος από αριστερούς σε αριστερούς».

«Πολλοί πελάτες ήταν δημοσιογράφοι από ‘Τα Νέα’»

«Ένας πρώτος μεγάλος κύκλος πελατών ήταν οι πολιτικοί μηχανικοί του Πολυτεχνείου. Στήριζαν επίσης δικηγόροι που ήταν ευκατάστατοι και ήθελαν να βοηθήσουν. Όταν γύρισε το 1971 από τη δεύτερη φορά που ήταν εξόριστος, συνέχισε να κάνει την ίδια δουλειά. Εμπορευόταν μαρξιστικά βιβλία από τις εκδόσεις «Θεμέλιο», τα οποία ήταν απαγορευμένα. Τα είχε πάρει η Ασφάλεια, αλλά κάποιος ασφαλίτης τα είχε πουλήσει στη συνέχεια και κάπου αυτά βρέθηκαν.

Είχαν πολλή ζήτηση. Ο κόσμος είχε ριζοσπαστικοποιηθεί και τα επιζητούσε. Φυσικά, ο πατέρας μου προωθούσε και λογοτεχνικά βιβλία για να μπορεί να ξεπερνά το εμπόδιο της λογοκρισίας. Στη συνέχεια διεύρυνε κι άλλο το κοινό του, που ήταν ως επί το πλείστον δημοσιογράφοι, ιδιαίτερα στα ‘Νέα’. Δούλευαν τότε αρκετοί προοδευτικοί άνθρωποι εκεί».

Ο Κώστας Γκόγκογλου γεννήθηκε στο Ροδολίβος Σερρών. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 εντάχθηκε στην Αριστερά και το 1940 πολέμησε στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως έφεδρος λοχίας. Το 1942 γύρισε στο χωριό του και είδε τον αδελφό του να δολοφονείται από Βούλγαρους φασίστες και το σπίτι του να καίγεται. Κυνήγησαν όλη του την οικογένεια.

Έλαβε μέρος στην οργάνωση των πρώτων αντάρτικων ομάδων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στο Παγγαίο. Από το 1944 έως το 1946 ζούσε σε Καβάλα και Κομοτηνή παράνομα. Όταν τον συνέλαβαν, δικάστηκε στο στρατοδικείο Σερρών, όπου όμως αθωώθηκε λόγω έλλειψης στοιχείων. Τελικώς τον εκτόπισαν στον Άγιο Ευστράτιο και από εκεί στη Μακρόνησο.

Το 1951 μεταφέρθηκε εκ νέου στον Άγιο Ευστράτιο, όπου παρέμεινε έως το 1961. Από εκεί μεταφέρθηκε στην Αθήνα για λόγους υγείας, ωστόσο δεν μπορούσε να φύγει εκτός της πόλης. Για να μπορέσει να επιβιώσει και να ζήσει την οικογένειά του έγινε πλασιέ βιβλίου.

«Διάβαζε. Σε κάνει πιο ανεκτικό με τους άλλους και με τον εαυτό σου»

“Μετέφερε με τα χέρια του τόνους ολόκληρους βιβλία σε σπίτια και χώρους εργασίας. Τον συνέλαβαν πάλι το 1967 και τον εξόρισαν στο Παρθένι Λέρου. Επιστρέφοντας συνέχισε τη δουλειά ως πλασιέ βιβλίου όλων των θεμάτων με πελάτες δεκάδες επώνυμους δημοσιογράφους, διανοούμενους, αλλά και εκατοντάδες ακόμη πολίτες της Αθήνας» μας λέει ο Βασίλης Γκόγκογλου.

Το 2001 ο Κώστας Γκόγκογλου τιμήθηκε από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών – Βιβλιοπωλών για τη συμβολή του στη διάδοση του καλού βιβλίου και του πολιτισμού. Την ίδια χρονιά έδωσε συνέντευξη στη Νατάσα Μπαστέα από τα «Νέα» για τη στήλη της, όπου παρουσίαζε πρόσωπα μέσα από 30 ερωτήσεις. Σε απάντησή του ποιο είναι το καλύτερο επιχείρημα για να διαβάζει κανείς, είπε: «Διάβαζε. Σε κάνει πιο ανεκτικό με τους άλλους και με τον εαυτό σου».

Αντίστοιχα πολύτιμο ήταν το συμπέρασμά του για τα δύσκολα χρόνια που πέρασε και τα 17 χρόνια στην εξορία, όπου επικαλέστηκε ένα στίχο του Ρασούλη: «Τίποτα δεν πάει χαμένο». Καταλήγοντας είχε πει ακόμη: «Είναι ωραία η ζωή και μπορεί να γίνει ωραιότερη».

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτα στην Αυγή

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X