Προσπάθησα να θυμηθώ ό,τι είχε κάνει στη ζωή του κι αν είχε κάτι στο παρελθόν του που να τον κάνει να υποψιάζεται για κάτι στο παρόν. Με αποφασιστικότητα και σταθερότητα επανέλαβα αυτό που είχα πει: «Έλα στη Νέα Υόρκη μαζί μου· έχω τα λεφτά». Τον κοίταξα· τα μάτια μου ήταν υγρά από συγκίνηση και δάκρυα. Τα μάτια του που δεν μ’ άφηναν, ήταν τώρα δίχως έκφραση και με διαπερνούσαν.

Ήταν πιθανόν η κρίσιμη στιγμή της φιλίας μας· κατάλαβε πως πρόσφατα είχα περάσει ώρες να τον σκέφτομαι αυτόν και τις δυστυχίες του και προσπαθούσε να το καταλάβει αυτό στις φοβερά μπερδεμένες και βασανισμένες σκέψεις του.. Κάτι άρχισε να γεννιέται ανάμεσά μας. Σ’ εμένα, ήταν μια ξαφνική έγνοια γι’ αυτόν τον άνθρωπο, που ήταν μικρότερος από μένα, πέντε χρόνια, και που η μοίρα του είχε μπλεχτεί με τη δική μου τα τελευταία χρόνια·

Γι’ αυτό δεν μπόρεσα να το συμπεράνω παρά μόνο απ’ τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του. Έγινε υπερβολικά χαρούμενος και δήλωσε πως το πράγμα ήταν έτοιμο. «Τι ήταν αυτό το βλέμμα;» ρώτησα. Πόνεσε που μ’ άκουσε να το λέω αυτό. Σούφρωσε τα φρύδια. Σπάνια ο Ντην σούφρωνε τα φρύδια. Κάτι μας άφηνε και τους δύο μπερδεμένους κι αβέβαιους. Όρθιοι στην κορυφή ενός λόφου μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα στο Σαν Φρανσίσκο, οι σκιές μας διαγράφονταν πάνω στο πεζοδρόμιο.

Απ’ το γειτονικό σπίτι της Καμίλ βγήκαν έντεκα Έλληνες, άντρες και γυναίκες, ο ένας πίσω απ’ τον άλλο, και παρατάχτηκαν στη σειρά για μια στιγμή πάνω στην ηλιόλουστη άσφαλτο, ενώ ένας άλλος ανέβαινε το στενό δρόμο πισωπατώντας και τους χαμογελούσε πίσω από μια φωτογραφική μηχανή. Κοιτάζαμε μ’ ανοιχτό το στόμα αυτούς τους αρχαίους ανθρώπους που γιόρταζαν τους γάμους ενός κοριτσιού τους, ο χιλιοστός ίσως κρίκος σε μια αδιάσπαστη μελαχρινή γενιά που χαμογελούσε κάτω απ’ τον ήλιο. Ήταν καλοντυμένοι κι αυτό τους έκανε να μοιάζουν παράξενοι. Για τον Ντην κι εμένα, όλ’ αυτά άξιζαν ένα ταξίδι στην Κύπρο. Στον σπιθηροβόλο αέρα γλάροι πετούσαν πάνω απ’ τα κεφάλια μας.

«Λοιπόν», είπε ο Ντην με πολύ ντροπαλή και πολύ γλυκιά φωνή, «πάμε;».

«Ναι», είπα, «πάμε στην Ιταλία». Κι έτσι μαζέψαμε τα μπαγκάζια μας, αυτός το μπαούλο με το γερό του χέρι κι εγώ τα υπόλοιπα, και πήγαμε παραπατώντας από το βάρος μέχρι τη στάση του τρόλεϋ· μια στιγμή αργότερα κατεβαίναμε τον λόφο, με τα πόδια μας να κρέμονται πάνω απ’ το πεζοδρόμιο, καθισμένοι στο ζυγοδοκάρι του τρόλεϋ, ξεπεσμένοι ήρωες της νύχτας της Δύσης.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X