Δεν έχω να πω πολλά ακόμα.  Λίγες μέρες μετά την έξοδό μου από το νοσοκομείο πήγα στο συνεργείο και πήρα το αυτοκίνητό μου που ήταν κι εκείνο έτοιμο.  Το ανταλλακτικό του είχε έρθει, η επισκευή είχε γίνει, και τώρα θα κυκλοφορούσαμε και οι δύο με καινούρια καρδιά.  Μένει μόνο να σας διηγηθώ εκείνο το όνειρο όπως σας υποσχέθηκα λίγο πριν.  Ήταν από τα πρώτα όνειρα που είδα μετά την επέμβαση και μου έχει εντυπωθεί σα να συνέβη στ’ αλήθεια.

Είδα λοιπόν ότι βρισκόμουν μέσα σε ένα φωτεινό μικρό σαλόνι στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας.  Καθόμουν σε ένα χαμηλό σκαμπό.  Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν ανοιχτή και πολύς κόσμος μπαινόβγαινε.  Μου ήταν πολύ ευχάριστη η αίσθηση της πολυκοσμίας και δε με άγχωνε καθόλου ούτε μου προκαλούσε την παραμικρή ανησυχία.  Άλλοι έμπαιναν για λίγο, άλλοι καθόντουσαν στο πάτωμα και με κοιτούσαν, και άλλοι άραζαν σε ένα καναπέ στην άκρη του δωματίου και δε μου έδιναν σημασία.   Βέβαια η αίσθηση που είχα ήταν ότι δεν ήμουν εγώ.  Το όνειρο ήταν πολύ ζωντανό και ρεαλιστικό σε όλες του τις λεπτομέρειες.  Έβλεπα τον εαυτό μου να κάθεται στο σκαμπό, όμως δεν ήμουν εγώ.  Ήμουν μάλλον εκείνος ο τύπος με την κιθάρα που είχα δει λίγο καιρό πριν εκείνο το απόγευμα του Ιουλίου.  Εκείνος που φορούσε τα ακουστικά και σιγοτραγουδούσε μέσα στην αίθουσα του κινηματογράφου.

Κρατούσα στα χέρια μου μια κιθάρα και μπροστά μου είχα ένα μεγάλο τετράδιο με χοντρό εξώφυλλο.  Το εξώφυλλο είχε ένα έντονο κίτρινο χρώμα.  Μέσα έγραφα και μουτζούρωνα σχέδια.  Άφηνα το στυλό και έπαιζα κιθάρα.  Άφηνα την κιθάρα και έγραφα.  Κόσμος μπαινόβγαινε και μου έγνεφε.  Τους έγνεφα κι εγώ.  Κάποια από τα πρόσωπα που πέρασαν ήταν γνώριμα και άλλα όχι,  όλα όμως στο τέλος με πλησίαζαν και μου έλεγαν το καθένα το μυστικό του.  Εγώ τα άκουγα κι ένιωθα ότι όλα τα μυστικά ήταν ένα μυστικό που το ήξερα πριν μου το πουν.  Το έγραψα στο κίτρινο τετράδιο κι έπειτα το έκανα τραγούδι  «ξέρω, ξέρω το μυστικό σου..». Η εφηβική μου καρδιά χτυπούσε με ενθουσιασμό.

Δεν ήταν όμως μόνο αυτό το τραγούδι που μουτζούρωσα στο τετράδιο.  Το όνειρο άρχισε να γίνεται πιο πολύπλοκο όμως μέσα στην ομιχλώδη πλοκή του κάποια πράγματα ήταν ξεκάθαρα.  Μαζί μου στο δωμάτιο υπήρχε ένας άλλος τύπος, περίπου στην ηλικία μου με τον οποίο φαινόταν να υπάρχει μεγάλη οικειότητα και να μας συνδέει μια δυνατή φιλία.  Τον έλεγαν Χρήστο και αυτός έπαιζε μαζί μου.  Ακορντεόν και κρουστά.  Με βοηθούσε να κάνω τα τραγούδια που  έγραφα, να ακούγονται καλύτερα.  Κυρίως όμως με βοηθούσε να νιώθω ωραία μ’ αυτό που κάναμε μαζί.

Ο χρόνος περνούσε και μέσα στο όνειρο αυτό χώρεσαν αρκετοί μήνες που εγώ έγραφα τραγούδια με μήλα, λιοντάρια και 20 ζωές.  Σχεδόν αισθάνομαι ακόμα όπως θυμάμαι το όνειρο, εκείνη την παιδική χαρά που ξέσπαγε μέσα μου όταν έβαζα στη σειρά δυο λέξεις ή δυο νότες και το αποτέλεσμα ηχούσε όπως ήλπιζα ότι θα ακούγεται.  Είδα μάλιστα ότι τραγουδούσα τα τραγούδια που έγραφα.  Έπειτα, μέσα σε αυτό το σαλόνι του 5ου ορόφου βρέθηκε ένα σύστημα ηχογράφησης και αρχίσαμε με τον Χρήστο να ηχογραφούμε.  Ξαφνικά, όπως γίνεται στα όνειρα, ήξερα τι να κάνω.  Χωρίς να ξέρω πώς το ήξερα.

Κάποια στιγμή τα πράγματα άρχισαν να γίνονται πιο συγκεκριμένα.  Στο δωμάτιο βρέθηκε ένας άλλος κύριος που λεγόταν Άγγελος και φάνηκε να του αρέσει αυτό που ηχογραφούσα.  Το όνειρο άρχισε να γίνεται πιο ρεαλιστικό, λιγότερο ομιχλώδες και τα τραγούδια που ηχογραφούσα απέκτησαν και παραγωγό.  Τον Άγγελο.   Οι λεπτομέρειες άρχισαν να γίνονται ακόμα πιο ξεκάθαρες και το όνειρο να γίνεται όμορφο σαν πραγματικότητα.  Ένας πέμπτος τύπος, ψηλός που φαινόταν να γνωριζόμαστε από παλιά, ο Αντρέας, πήρε τα τραγούδια που είχα ηχογραφήσει και έβαλε όλα τα όργανα και τις φωνές στις σωστές εντάσεις.  Έκανε τη μίξη δηλαδή.

Κάποια στιγμή μεταφέρθηκα σε έναν άλλο χώρο που δεν είχα ξαναδεί ποτέ κι εκεί, από κάτι ηχεία ακουγόταν ένα ραδιόφωνο που έπαιζε ένα δικό μου τραγούδι που λεγόταν «20 ζωές».  Ο Χρήστος ήταν δίπλα μου σε όλη αυτή τη διαδρομή.

Κάποια στιγμή με αυτόν τον μαγικό τρόπο που γίνεται στα όνειρα, ο δίσκος τελείωσε και ίσως κυκλοφόρησε κιόλας, όχι σε δισκοπωλείο όμως αλλά σε βιβλιοπωλείο!  Η χαρά μου ήταν τόση που ξύπνησα μη νιώθοντας βάρος στα μέλη μου ούτε κάποια έννοια στο μυαλό μου.  Η αναπνοή μου ήταν αργή, βαθιά και σταθερή σαν μόλις να είχα κολυμπήσει 3 χιλιόμετρα.  Ακόμα στ’ αυτιά μου ηχούσε εκείνο το τραγούδι που «ξέρει το μυστικό σου».  Λένε ότι όταν τα όνειρά έχουν ήχο είσαι στ’ αλήθεια ερωτευμένος.

Κάπου εδώ λοιπόν τελειώνει η ιστορία.  Είπα για μια ακόμα φορά την αλήθεια και ένα ακόμα βάρος έφυγε από πάνω μου.  Ευχαριστώ τον Κώστα για την πρότασή του να δημοσιευτεί η ιστορία αυτή στο 3pointmagazine και έτσι να μπορέσω να τη μοιραστώ μαζί σας.  Καλό καλοκαίρι!
Βαγγέλης