Πριν από λίγες μέρες, το Δημόσιο άσκησε έφεση κατά της δικαστικής απόφασης που έκρινε ένοχους δύο ένστολους για τον βαρύτατο τραυματισμό του δημοσιογράφου Μανώλη Κυπραίου το 2011, από ρίψη χειροβομβίδας κρότου λάμψης. Η πρωτόδικη απόφαση ελήφθη ύστερα από εννιά χρόνια δικαστικού αγώνα και αποτελεί μία από τις σπάνιες καταδικαστικές αποφάσεις για άσκηση αστυνομικής βίας.

Παρακάμπτοντας τον νομικό ορισμό της αστυνομικής βίας, που περιορίζεται στη χρονική στιγμή της τέλεσης σχετικών αξιόποινων πράξεων, εκτιμώ ότι, με γνώμονα τον αντίκτυπό της στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας, η αστυνομική βία καλύπτει δύο διαφορετικά χρονικά διαστήματα. Στο πρώτο, έχει ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και αντιστοιχεί στην έμπρακτη υιοθέτησή της από ένστολους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Στο δεύτερο, έχει θεσμικό χαρακτήρα και αντιστοιχεί στη διαχείρισή της από τη φυσική/πολιτική ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ και, ενδεχομένως, από το δικαστικό σώμα.

Η ανθρωποκεντρική διάσταση της αστυνομικής βίας παραπέμπει σε πολλά ερμηνευτικά πλαίσια. Εκ πρώτης όψεως, εκφράζει την έκνομη δράση ενστόλων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, αναδεικνύοντας την απόσταση που τους χωρίζει από τις επιταγές του νόμου και του Συντάγματος. Ως προς αυτό, οι δράστες είναι πρωτίστως επίορκοι και δευτερευόντως παράνομοι. Σε δεύτερο επίπεδο, δηλώνει την υφή του κινήτρου των δραστών. Όταν το κίνητρο είναι ιδεολογικό, η αστυνομική βία ασκείται ιδεοληπτικά σε άτομα που εκλαμβάνονται ως αντίπαλοι της κυβέρνησης ή των ίδιων των ενστόλων (διαδηλωτές, αριστεροί, αναρχικοί/αντεξουσιαστές, ακτιβιστές). Όταν το κίνητρο είναι αξιακό, ασκείται σε άτομα που θεωρούνται υποδεέστερης ανθρώπινης υπόστασης (Ρομά, μέλη της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ, μετανάστες, πρόσφυγες). Όταν το κίνητρο είναι προφυλακτικό, ασκείται σε φωτορεπόρτερ, δημοσιογράφους ή σε οποιοδήποτε άλλο άτομο που καταγράφει τις έκνομες πράξεις των δραστών και, κατ’ επέκταση, διακυβεύει την ατιμωρησία τους. Σε τρίτο επίπεδο, η αστυνομική βία αναδεικνύει τη νοσηρή ηδονή που αποκομίζουν οι δράστες κατά την άσκησή της – ηδονή που εκφράζεται λεκτικά κατά την ώρα της δράσης με απαξιωτικά ή προσβλητικά σχόλια για τα θύματα, χωρίς να αποκλείονται ακραίες μορφές ευτελισμού των θυμάτων, π.χ. με δημόσιο ξεγύμνωμά τους. Σε τέταρτο επίπεδο, η άσκηση αστυνομικής βίας αντανακλά τη βεβαιότητα των δραστών ότι οι πράξεις τους θα καλυφθούν εκ των υστέρων από την ιεραρχία τους. Η δειλία που υποτείνει την υπόρρητη διεκδίκηση αυτού του αιτήματος διαγράφεται σαφώς στη διαχρονική άρνηση των ενστόλων να φέρουν διακριτικά, ακόμα κι όταν αυτό απαιτείται ρητά από την πολιτική τους ηγεσία.

Εξίσου πολυεπίπεδη είναι και η θεσμική διάσταση της αστυνομικής βίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την κατ’ αρχήν ανοχή της φυσικής/πολιτικής ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ. Εκ πρώτης όψεως, η ανοχή αυτή δηλώνει την πρόθεση της ηγεσίας να προστατεύσει το κύρος του θεσμού συγκαλύπτοντας τις έκνομες εκείνες πράξεις που αμφισβητούν την εικόνα μιας σύννομης αστυνομίας και, επιπλέον, θέτουν υπό συζήτηση τη δυνατότητα της ηγεσίας να ελέγξει το προσωπικό της. Περιττό να τονίσω ότι αυτή η πολιτειακά επικίνδυνη αντίληψη των σχέσεων Πολιτείας-πολίτη οδηγεί στη χάραξη μιας κοντόφθαλμης, αναποτελεσματικής στρατηγικής που πλήττει ουσιωδώς το κύρος του θεσμού που φαινομενικά προστατεύει και αποδυναμώνει την όποια εμπιστοσύνη των πολιτών προς την αστυνομία. Σε δεύτερο επίπεδο, η ανοχή της αστυνομικής βίας απορρέει από μια στρεβλά νοούμενη διοικητική ανάγκη τήρησης εσωτερικών ισορροπιών εντός της ΕΛ.ΑΣ μέσω της αποφυγής συγκρούσεων της ηγεσίας με το προσωπικό της. Σε τρίτο επίπεδο, αυτή η στάση της ηγεσίας καθιστά εμφανή μια ιεράρχηση προτεραιοτήτων που τοποθετεί σε υποδεέστερη μοίρα την τήρηση του νόμου και την κοινωνική συνοχή – γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση αυτόν καθαυτόν τον λόγο ύπαρξης της αστυνομίας. Σε τέταρτο επίπεδο, δεδομένης της σοβαρότητας πολλών περιστατικών αστυνομικής βίας, η ανοχή τους δηλώνει την υιοθέτηση ενός αξιακού συστήματος αδιάφορου για την αξία της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας. Ουσιαστικά, είμαστε μάρτυρες μιας απολύτως απαράδεκτης διαχρονικής διαγραφής των θυμάτων και της οδύνης τους, η οποία εγείρει οξύτερα το ερώτημα της θέσης της αστυνομίας εντός της κοινωνίας.

Η συνισταμένη αυτών των επιπέδων διαχείρισης της αστυνομικής βίας καθίσταται σαφής στην αναγνώριση της ευθύνης των δραστών. Πειθαρχικά μιλώντας, οι συστηματικά αρχειοθετημένες ΕΔΕ συνιστούν διακωμώδηση όχι μόνο της δικαιοσύνης αλλά και του κοινού αισθήματος δικαίου. Η επίκληση αδυναμίας ταυτοποίησης των δραστών απονοηματοδοτείται από την ανοχή της άρνησης των ενστόλων να φέρουν διακριτικά. Επιπλέον, η φαινομενική ανωνυμία των δραστών δεν αναιρεί επ’ ουδενί την ευθύνη του εκάστοτε διμοιρίτη τους. Εάν επιβάλλονταν πειθαρχικές κυρώσεις στους διμοιρίτες των ΥΑΤ και ΥΜΕΤ για τις πράξεις των μελών της διμοιρίας τους, τα περιστατικά αστυνομικής βίας θα μειώνονταν ραγδαία. Σε περίπτωση ταυτοποίησης των δραστών και διεξαγωγής ποινικής δίκης, η συχνή αθώωση ή επιεικέστατη καταδίκη των ενόχων, παρά τις προσκομιζόμενες καταθέσεις από αυτόπτες μάρτυρες ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δημιουργεί την εντύπωση ότι η στρεβλή αντίληψη της προστασίας του κύρους των θεσμών τυγχάνει της αμέριστης συμπαράστασης ορισμένων μελών του δικαστικού σώματος.

Η συνδυαστική διαχείριση της αστυνομικής βίας στο πειθαρχικό και το ποινικό επίπεδο αφήνει να διαφανεί μια ανθρωποκεντρική αντιμετώπιση του θύματος. Στην κατ’ αρχήν απρόσωπη εξέλιξη ενός μηχανισμού προστασίας του κύρους των θεσμών υπεισέρχεται ένα άδηλο στοιχείο εκδικητικότητας που εκδηλώνεται με τις παρελκυστικές πρακτικές κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης (π.χ. συνεχείς αναβολές), οι οποίες εξ ορισμού έχουν ψυχοφθόρο επίδραση στο θύμα. Πέρα από τη ψυχολογική και, ενδεχομένως, οικονομική εξουθένωση του θύματος, η υιοθέτηση αυτής της στρατηγικής αποβλέπει στην εκπομπή ενός αποτρεπτικού μηνύματος προς όλα τα μελλοντικά θύματα: η δικαίωσή τους είναι αβέβαιη και, ακόμα κι αν επέλθει, θα είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιων δικαστικών αγώνων με δεδομένο κόστος για τα θύματα. Κοινώς, αν τελικά καταφέρουν να αντιστρέψουν την αρχή της διαγραφής τους ως θύματα και φορείς οδύνης, η νίκη τους θα είναι πύρρειος.

Η απροθυμία της φυσικής και πολιτικής ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ να εκδημοκρατίσει τη λειτουργία της αστυνομίας αναδεικνύεται σαφώς στις διατάξεις του πρόσφατου νόμου περί επιτήρησης των δημόσιων χώρων, οι οποίες προβλέπουν μεν σωρεία συστημάτων επιτήρησης των διαδηλώσεων, με σκοπό την απώτερη ταυτοποίηση βίαιων διαδηλωτών, αλλά δεν επιβάλλουν την παράλληλη υποχρέωση ταυτοποίησης των ενστόλων μέσω των διακριτικών τους.

Διαβάστε επίσης;

Η ενίσχυση της επιτήρησης και η κοινωνική (μας) απάθεια

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X