Γράφει η Μαρία Ντεντούση

Και κατάλευκο να ήταν, πάλι θα τον κράζανε κάποιοι. Ή θα βρίσκανε κάτι άλλο.
Και να μην φόραγε, το ίδιο.
Ό τι κι αν έκανε, το ίδιο.
Ό τι κι αν δεν έκανε, το ίδιο.

Και κάποιοι άλλοι θα κράζανε αυτούς που τον κράξανε και οι πρώτοι θ’ απαντούσαν και πάει λέγοντας, διότι δατς γουατ γουι ντου τον τελευταίο καιρό ειδικότερα -αλλά και γενικότερα- είναι κάποιου είδους διανοητικός ιδρυματισμός αυτός, ασύλληπτη μονοθεματικότητα που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της και κανείς μας δεν αντιλαμβάνεται τι μας κάνει και που μας οδηγεί.

Ο Τσιόδρας, λοιπόν, με τη γενικότερη αισθητική “κατάσταση” του οποίου μπορεί να συμφωνείς ή να διαφωνείς, βρέθηκε στη σέντρα σε μια πολωμένη κοινωνία, στην οποία οι μισοί τον έχουν για θεό (γουάτ;) και οι άλλοι μισοί για σάκο του μποξ (γουάτ; ξανά).

Καθένας ό τι έχει ανάγκη.
Άλλος είδωλο θρησκευτικού τύπου, άλλος κάποιον να απαξιώνει, με συνέπεια να χάνεται το μέτρο εκατέρωθεν.
Δεν φταίει ο Τσιόδρας γι αυτά, προβολές των άλλων είναι.
Ατομικές και συλλογικές, να σας βάλει σε σκέψεις αυτό για το που έχουμε φτάσει ως κοινωνία, ξαναλέω.

Προσωπικά, θα περιμένω λίγο (ή και πολύ), να περάσει το πολύ δύσκολο και να ακούσω τι θα έχει να μας πει.
Όχι τώρα. Τώρα έχει σημασία να πειστεί και ο τελευταίος να εμβολιαστεί, δεν είναι διαπραγματεύσιμο αυτό.
Αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει και άλλοθι εσαεί.
Κάποτε θα τελειώσει.

Και τότε, να μας πει.

Για όσα έγιναν πριν το καλοκαίρι:
Για τα σχολεία, τους εκκλησιασμούς, τον τουρισμό.

Για όσα είχε προτείνει εκείνος τοτε και τον έφεραν σε ρήξη με την κυβέρνηση.

Για το πώς διαχειρίστηκε τις διαφωνίες του με την κυβέρνηση.
Για το αν οι πολιτικές αποφάσεις αποδείχθηκαν σωστές ή λανθασμένες σε επιδημιολογικό επίπεδο.
Για το αν θα μπορούσαμε να είχαμε περιορίσει το δεύτερο κύμα και τις βαριές συνέπειές του.

Να μας πει επίσης γιατί επανήλθε.
Χωρίς ηθικολογίες και γενικόλογα και συγκινησιακού τύπου λογύδρια.

Πρακτικά πράγματα.

Να αναγκάσει την κυβέρνηση να δώσει απαντήσεις.
Πειστικές ή όχι, νοτ ιμπόρταντ.
Να αναγκαστεί, όμως, πλέον και χωρίς οδό διαφυγής, κάποιος να εξηγήσει σε ποια βάση πάρθηκαν οι αποφάσεις και αν τα οικονομικά/κοινωνικά/άλλα οφέλη ήταν τελικά εξισοροπητικά των προτάσεων των επιστημόνων.

Να πει τις αλήθειες, καλές, κακές, ευχάριστες ή δυσάρεστες.

Αυτή θα είναι η πραγματική ευκαιρία του Τσιόδρα για να μείνει στην ιστορία. όχι το φανελάκι του, ούτε ότι έψελνε, αλλά ούτε και ότι έκανε τη δουλειά του.

Δεν πιστεύω ότι θα το κάνει, δεν είναι εύκολο κιόλας.

Όπως δεν πιστεύω ότι θέλει κανείς να πάει σε εκλογές με έναν ανοιχτό απολογισμό και μια παραδοχή λαθών στα χέρια του, δεν μάθαμε ποτέ να λειτουργούμε έτσι πολιτικά.
Ούτε κοινωνικά.
Ούτε προσωπικά.

Να μην αναλύσω τώρα εδώ πόσο τεράστιο πράγμα είναι η ανάληψη της ευθύνης και πόσα κιλά θέλει, διότι θα ξημερώσουμε.

Το πρόβλημα, βλέπετε, δεν είναι ότι συνηθίσαμε να ζούμε με λερωμένα φανελάκια, αλλά με λερωμένες φωλιές.
Και να κάνουμε ότι δεν τις βλέπουμε.
Και να πηγαίνουμε απλώς παρακάτω, αναζητώντας τον επόμενο θεό, ή σάκο του μποξ.

Συχνά στο ίδιο πρόσωπο.

 

Διαβάστε από την άλλη την άποψη του Δημήτρη Τσίρκα:

Γιατί εξοργίζει η αυθόρμητη αντίδραση του κόσμου;