Οι γυναικοκτόνοι ούτε «φύτρωσαν» σήμερα, ούτε είναι «σφάλματα» της φύσης, τρελοί, ψυχοπαθείς.

*Γράφει η Συραγώ Λιατσίκου (Κουτί της Πανδώρας)

Δεν είναι άλλο ένα έγκλημα που συγκλόνισε το πανελλήνιο.

Δεν είναι άλλη μια οικογενειακή τραγωδία.

Δεν την σκότωσε γιατί την αγαπούσε.

Δεν είναι ούτε η υπόθεση μιας κοπέλας με ψυχολογικά προβλήματα, όπως τις τελευταίες ώρες καλλιεργείται.

Είναι ξεκάθαρα, άλλη μια γυναικοκτονία.

Ο άντρας – αφέντης αποφάσισε να στερήσει τη ζωή από μια γυναίκα που αντιλαμβανόταν ως ιδιοκτησία του. Ακόμα και αφού τη σκότωσε, όσο υποκρινόταν τον απαρηγόρητο, ο γυναικοκτόνος έδειξε ξανά τα δόντια του, με τις λέξεις του δήθεν αποχαιρετισμού του να είναι «για πάντα μαζί». Ή αλλιώς, ούτε νεκρή ελεύθερη.

Η γυναικοκτονία της 20χρονης Καρολάιν έβγαλε στην επιφάνεια με τον πιο σκληρό και τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το γιατί το να υπάρχεις ως γυναίκα σε αυτόν τον κόσμο, είναι μια συνθήκη επικίνδυνη.

Επικίνδυνη τη νύχτα, τη μέρα, στο δρόμο, στη δουλειά, αλλά και μέσα στο σπίτι. Ακόμα και στο ίδιο κρεβάτι.

Αν δεν είσαι γυναίκα, δεν έχεις νιώσει ποτέ αυτό το συναίσθημα της απειλής, δεν είναι βίωμα, δεν μπορείς να το καταλάβεις. Γι’ αυτό λοιπόν, αν είσαι άντρας και αυτές τις μέρες βλέπεις απλά μια δολοφονία που δεν έχει φύλο, κάνε ένα βήμα πίσω και προσπάθησε να ακούσεις τι έχουν να σου πουν αυτές που έχουν επιβιώσει από τις διάφορες εκφάνσεις της πατριαρχικής καταπίεσης.

Η πατριαρχία δεν είναι μια έννοια μεταφυσική, ούτε ξεπερασμένο τσιτάτο των φεμινιστριών, όπως θα ξεστομίσουν κάποια alt-right σκουπίδια αυτού του τόπου, που έχουν το θράσος σήμερα να μιλούν για «ανδροκτονίες».

Είναι το κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε, και την εξουσία την έχουν παντού άντρες. Διαπερνά από την κυβέρνηση μέχρι την καθημερινότητά μας. Είναι ιδεολογία βαθιά εμποτισμένη σε θεσμούς, συνειδήσεις και αναπαράγεται μέσα από τα κυρίαρχα πρότυπα, αλλά και από τον καθένα μας.

Η εξουσία είναι στα χέρια του άντρα, του πατέρα, του συζύγου, του αδερφού, του αφεντικού, του «ιδιοκτήτη».

Η ελληνική κοινωνία αποδεικνύει σε κάθε αφορμή ότι βλέπει τη γυναίκα ως μηχανή αναπαραγωγής, έναν β’ ρόλο στο μεγάλο κυνήγι της ευτυχίας, που δεν είναι άλλη από τον μονόδρομο της ετεροκανονικής οικογένειας. Που της υποδεικνύει πως θα ντυθεί, πως θα φερθεί, με ποιους θα κάνει σεξ, με ποιους θα κάνει παιδιά, με ποιους θα κάνει παρέα.

Οι γυναικοκτόνοι ούτε «φύτρωσαν» σήμερα, ούτε είναι «σφάλματα» της φύσης, τρελοί, ψυχοπαθείς. Εδώ, τους μεγαλώνει η ελληνική οικογένεια. Απέναντι, η τουρκική. Οι πρακτικές τους ίδιες παντού, τα θύματα νεκρά.

Οι επιζήσασες, όλες οι άλλες που είμαστε εδώ, έχουμε γεμίσει με οργή.

Για κάθε φορά που σιωπήσαμε, για κάθε φορά που δεν βρήκαμε το κουράγιο, για κάθε λεπτό που αφήσαμε τον φόβο να περάσει μπροστά.

Για όλες αυτές τις στιγμές που είδαμε αδερφές μας να κακοποιούνται, να δολοφονούνται και νιώσαμε ενοχή, γιατί δεν κάναμε τίποτα, κι ας μην τις γνωρίσαμε ποτέ.

Για όλες αυτές τις θηλυκότητες που ντύθηκαν όπως ήθελαν, για όλες αυτές που είπαν δεν ξέρω, για όλες αυτές που φώναξαν όχι. Και για πολλές άλλες που δεν βρήκαν ποτέ το κουράγιο να πουν τίποτα.

Για όλες τις φορές που κάποια γυναίκα ένιωσε ότι το σώμα της δεν της ανήκει.

Για όλα αυτά και πολλά περισσότερα έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς με τους Μπάμπηδες αυτού του κόσμου.

Αυτούς που μας θέλουν σκυφτέςεξαρτημένεςιδιοκτησία και τρόπαιο. Και συνεχίζουν να μας κοιτούν με έπαρση, επειδή νιώθουν την υπεροχή, ότι δεν τους αγγίζει τίποτα.

Από όλες τις τραγικές ιστορίες γυναικοκτονιών, μας μένει μονάχα μια πικρή γεύση στο στόμα και μια υπόσχεση, να θυμόμαστε. Τις δολοφονημένες που λείπουν. Και γι αυτό πάντα θα είμαστε μισές. Μέχρι να μην υπάρξει άλλη.

 

Διαβάστε επίσης:

Σκάσε, και μάθε να ακούς