Να ξεγελάς την πραγματικότητα… όχι υπό την επήρεια παραισθησιογόνων ουσιών, αλλά με τον τρόπο που μπορεί να σκαρφιστεί ο καθένας, έστω και αν είναι χαζός τρόπος, όπως ο ρόλος μιας παραπληγικής- κωφάλαλης.

Έχει πάει έξι και είκοσι, έχω ανάψει τα φώτα του μπαρ στο τέρμα, έχω κλείσει τη μουσική… Τίποτα. Το ζευγαράκι, στο απέναντι τραπέζι, δεν έχει πάρει το μήνυμα.

Φιλιούνται και αγκαλιάζονται με τέτοιο πάθος, ώστε η φαντασία μου αρχίζει να οργιάζει: εκείνος φεύγει αύριο για να πάει να πολεμήσει στο μέτωπο και εκείνη θα μείνει πίσω πλέκοντας τις κάλτσες ή εκείνη πεθαίνει από μια σπάνια αρρώστια και απόψε είναι το τελευταίο της βράδυ. Μπα, απλώς είναι 18 χρονών και δεν έχουν τις δυσπιστίες της εμπειρίας. Είναι δέσμιοι του για πάντα και το για πάντα, όσο αόριστο και αν είναι, φαντάζει αήττητο.

Με πλησιάζει η σερβιτόρα και μου ψιθυρίζει εμφανώς εκνευρισμένη:
-Να τους δώσω ένα πενηντάρικο να πάνε σε κανένα ξενοδοχείο, να πάμε και εμείς σπίτια μας. Αλλιώς, δε θα φύγουν ποτέ.
– Άσε, καλύτερα θα τους το πω εγώ πιο διακριτικά. Παιδιά, τους φωνάζω από το μπαρ, να σας βάλω τα ποτά σας σε πλαστικά ποτήρια και να πάτε απέναντι στο πάρκο να συνεχίσετε το “Όσα παίρνει ο άνεμος”;
-Δηλαδή, δεν προλαβαίνουμε να πιούμε άλλο ένα; με ρωτάει παρακλητικά ο νεαρός.
-Μάλλον όχι, του απαντάω. Τη βλέπεις τη σερβιτόρα; Αν μείνετε άλλα πέντε λεπτά μας βλέπω από το “Όσα παίρνει ο άνεμος” να το γυρνάμε σε “Kill Bill”.

Ευτυχώς που πέσαμε σε σινεφίλ, γιατί το έπιασαν το υπονοούμενο, πληρώνουν τη σερβιτόρα και φεύγουν. Η σερβιτόρα μαζεύει τα τασάκια σε κλάσματα δευτερολέπτου, ανανεώνει το κραγιόν της και με ένα πλατύ χαμόγελο με καληνυχτίζει:
-Πάω και εγώ τώρα να ταλαιπωρήσω τις σερβιτόρες του αφτεράδικου. Αν θες έλα μετά.
-Πότε μετά; Σερβίρουν μεσημεριανό;
Πάλι καλά που έφυγε τρέχοντας και δεν άκουσε το άστοχο αστείο μου. Κρύο, πολύ κρύο…

Ξαφνικά, ακούγεται ένα μακρόσυρτο και παράφωνο κλάμα. Ζευγαρώνουν γατιά, σκέφτομαι τρέχοντας προς την πόρτα, ή μήπως κάποιος παίζει από το ηχοσύστημα του αυτοκινήτου του την τελευταία επιτυχία του Παντελίδη;

Μια γυναίκα ακουμπισμένη σε μια κολόνα θρηνεί, αγναντεύοντας το ξέχειλο κάδο ανακύκλωσης, σφίγγοντας στην αγκαλιά της ένα τελειωμένο μπουκάλι ουίσκι. Από την εμπειρία μου, το αγνάντι σκουπιδιών στις 6.30 τα ξημερώματα συνοδευόμενο από κατανάλωση μεγάλης ποσότητας αλκοόλ έχει μια πασίγνωστη αιτία. Αλλά πριν αρχίσω τις ατάκες πρωινάδικου: «δε σου άξιζε, είσαι πολύ καλύτερη του» και άλλα τέτοια παρηγορητικά τηλεοπτικής ευφυΐας, ας επιβεβαιώσω τη θεωρία μου:
-Όλα καλά; Χρειάζεσαι κάτι να σου φέρω;

Καμία απάντηση, δεν γυρίζει καν να με κοιτάξει. Παύση δευτερολέπτων, θεαματικός ολολυγμός και πέφτει στην αγκαλιά μου. Σαστίζω και αντανακλαστικά την πιάνω για να μη πέσει κάτω. Και ενώ ο αγκώνας της πιέζει τα πλευρά μου, προσπαθώ να μάθω την αιτία της δυστυχίας:

-Σου συνέβη κάτι; Έχω αρχίσει να ανησυχώ… Θες να πάμε μέσα να σου βάλω ένα σφηνάκι να ηρεμήσεις;
 Προχωράμε προς τα μέσα αγκαλιασμένες, έτοιμες να χορέψουμε ζεϊμπέκικο…

Κάθεται σ’ ένα σκαμπό. Μπαίνω πίσω από τη μπάρα και με την άκρη του ματιού μου την  παρακολουθώ, μην τυχόν αρπάξει το άβα για τα ποτήρια και το καταπιεί για να αυτοκτονήσει. Βέβαια, με μια δεύτερη, πιο προσεκτική ματιά, περισσότερο θα πρέπει να με προβληματίσει ότι δίπλα της ακριβώς βρίσκεται μια χατζάρα, που εγώ χρησιμοποιώ ως μαχαίρι για να κόβω λεμόνια. Βάζω γρήγορα τα σφηνάκια για να αποτρέψω μοιραίες εξελίξεις, το πίνει μονορούφι και με κοιτά στα μάτια:
– Είμαι μια αποτυχημένη! Δεν μπορώ, ποτέ δε θα μπορέσω… Δεν μπόρεσα να γίνω γαλάζιο κυκλάμινο! Όπως την προηγούμενη φορά δεν μπόρεσα να νιώσω σαν μπέικον ή λεκάνη τουαλέτας!

Μύξες και δάκρια κυλούν στο πρόσωπο της. Μεγάλη ποσότητα LSD θα μπορούσε να εξηγήσει το μπέικον και τα γαλάζια κυκλάμινα ή μήπως πρόκειται για απόσταγμα σοφίας που ένα ποταπό μυαλό, σαν το δικό μου, αδυνατεί να συλλάβει;
– Εμένα που με βλέπεις, συνεχίζει, είμαι ηθοποιός. Πριν καμιά δεκαριά χρόνια ήμουν πασίγνωστη. Ούτε μέχρι το περίπτερο δεν μπορούσα να πάω χωρίς να κουβαλάω αυτόγραφα. Εσύ δε θα με θυμάσαι, θα ‘σουν αγέννητη τότε…

LSD σίγουρα. Με βλέπει για δεκάχρονο… δεκάχρονο με τρία κεφάλια γιατί δεν εστιάζει, κιόλας.

– Έπαιξα στις μεγαλύτερες τηλεοπτικές παραγωγές! Το ντεμπούτο μου ήταν στο σήριαλ «Καληνύχτα Ζωή». Τι εποχές, τι ρόλοι, τι σενάρια! Δε γράφονται τέτοια αριστουργήματα πια. Έκανα την παραπληγική και κωφάλαλη κόρη ενός ταξίαρχου, που είχε εγκαταλειφτεί σε ένα ίδρυμα από την ναρκομανή μητέρα της. Μέχρι και το επεισόδιο 4.016 ο ταξίαρχος αγνοούσε την ύπαρξη της κόρης του, όμως με τη βοήθεια ενός νεαρού δημοσιογράφου, στο επεισόδιο 4.017, ανακάλυψε την εγκαταλελειμμένη κόρη. Πρέπει να δεις τη σκηνή της συνάντησης ταξίαρχου- παραπληγικής. Κάτσε να στο ερμηνεύσω: Βλέπω τον ταξίαρχο στην πόρτα, τον αναγνωρίζω, συνειδητοποιώ ότι μπορώ να μιλήσω, ψελλίζω «μπα-μπα», όλο μαζί «μπαμπά», συνειδητοποιώ ότι μπορώ και να περπατήσω, κοντινό στον ταξίαρχο με το ψεύτικο δάκρυ να μην κυλάει, σηκώνομαι, σπρώχνω μακριά το καρότσι, τρέχω στην αγκαλιά του ταξίαρχου, και ταυτόχρονα ερωτεύομαι το νεαρό δημοσιογράφο και εκείνος εμένα, φεύγω από την αγκαλιά του ταξιάρχου και πέφτω στην αγκαλιά του δημοσιογράφου, κοντινό σε μένα, και στα δυο μάτια ψεύτικα δάκρια και λέω την ατάκα, με την οποία έμεινα στην ιστορία: «Που ήσουν αγάπη μου; Σε περίμενα σ’ όλη μου τη ζωή».

LSD σίγουρα. Και αυτή και όλο το συνεργείο του «Καληνύχτα Ζωή», κυρίως ο σεναριογράφος.

– Ακολούθησαν μεγαλύτερες επιτυχίες στην τηλεόραση: έκανα μια διευθύντρια πολυεθνικής, σκληρή και αυταρχική, που, όμως το βράδυ είχε βίτσιο να κάνει πεζοδρόμιο, αλλά τελικά γνώρισε έναν παπά και μπήκε στον ίσιο δρόμο του Χριστού. Άλλος ρόλος μου ήταν μια φτωχή, πλην τίμια γυναίκα, που σκούπιζε σκάλες γιατί το πρώτο παιδί της είχε καρκίνο, το δεύτερο είχε μπλέξει με σατανιστές και το τρίτο ήταν σε συμμορία με όπλα.

Αχ! Και τα καλοκαίρια! Τα καλοκαίρια με θιάσους περιοδείες στην επαρχία… Είχα παίξει στην τεράστια εισπρακτική επιτυχία «Ένας Παπανδρέου δε φέρνει την άνοιξη. Τρεις τη φέρνουν;» Και σινεμά έχω κάνει, πιο παλιά, τη θρυλική εποχή της βιντεοκασέτας. Μεγάλη επιτυχία μου το «Χτυποκάρδια στη γαλαρία του σχολικού». Και τώρα, κοίτα τώρα πως κατάντησα…

LSD σίγουρα. Αλλά αν είναι να συνεχίσει η εξιστόρηση της καριέρας της θα χρειαστώ και εγώ λίγο.

– Κρίση λένε. Αυτή φταίει για το ξεπεσμό της εγχώριας τέχνης. Στην τηλεόραση μόνο τούρκικα πια βλέπεις. Στο σινεμά γυρίζουν μόνο μικρού μήκους ταινίες. Αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ μου! Δηλαδή θα πάει ο άλλος στο σινεμά για να δει ένα τέταρτο ταινία; Και τι θα καταλάβει σε ένα τέταρτο; Και στο θέατρο; Ασ’ τα! Μόνο μεταμοντέρνο. Αυτό είναι για τους κουλτουριάρηδες. Αφού μόνο αυτοί έχουν λεφτά για να πληρώσουν το εισιτήριο. Όσα περισσότερα δεν καταλαβαίνουν από αυτό που βλέπουν, τόσο πιο κουλτουριάρικο είναι, και τόσο περισσότερο τους αρέσει.

Ε, τι να ‘κανα και εγώ πήρα σβάρνα τις οντισιόν για τα κουλτουριάρικα. Ο ένας σκηνοθέτης μου ζήτησε να νιώσω σαν μπέικον και να εκφράσω αυτό το συναίσθημα, προσπάθησα, τίποτα. Ο άλλος μου είπε ότι είμαι ένα γαλάζιο κυκλάμινο, προσπάθησα αλλά βγήκα κόκκινο, λέει, και όχι γαλάζιο. Καλά να μην σου περιγράψω τον αυτοσχεδιασμό για τη λεκάνη της τουαλέτας…

Και εγώ που νόμιζα ότι ευρεία χρήση LSD έκαναν μόνο τη δεκαετία του ’60 στην Αμερική!

– Γι’ αυτό, σου λέω, είμαι μια αποτυχημένη! Και θα νομίζεις ότι είμαι ένα ψώνιο που νοιάζεται για τη δόξα και τα λεφτά. Όχι, όμως, δε με νοιάζει που δε δίνω αυτόγραφα στο δρόμο και ότι δεν έχω λεφτά να πάω μέχρι το Λονδίνο για ψώνια. Με νοιάζει που έχω παγιδευτεί στον αποτυχημένο εαυτό μου. Δε μου δίνουν πια καμία παραπληγική- κωφάλαλη, καμία διευθύντρια πολυεθνικής για να ονειρευτώ, να ξεφύγω από αυτό που είμαι. Τόσοι ρόλοι, τόσες διαφορετικές ζωές, είναι σα να ξεγελάς την πραγματικότητα…

Να ξεγελάς την πραγματικότητα… όχι υπό την επήρεια παραισθησιογόνων ουσιών, αλλά με τον τρόπο που μπορεί να σκαρφιστεί ο καθένας, έστω και αν είναι χαζός τρόπος, όπως ο ρόλος μιας παραπληγικής- κωφάλαλης.
Κλείνω τα φώτα και κλειδώνω την πόρτα του μπαρ. Απέναντι στο πάρκο, συνεχίζεται το «Όσα παίρνει ο άνεμος». Η φαντασία μου αρχίζει, πάλι, να οργιάζει: το ζευγαράκι συναντιέται κρυφά στα πάρκα, επειδή οι οικογένειες τους είναι θανάσιμοι εχθροί. Οι δυο πιο πλούσιες οικογένειες της Βερόνα…

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X