Βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση, εν μέσω μιας παγκόσμιας κρίσης, να ξεκινήσουμε έναν καινούριο κύκλο ιστοριών στο 3point, που θα μας κάνει λίγο να ξεχαστούμε από τα προβλήματα της καθημερινότητας και τον κατ’ οίκον περιορισμό λόγω της πανδημίας.

Ιστορίες από τους τόπους καταγωγής ανθρώπων έρχονται να φωτίσουν αθέατες πλευρές και άγνωστες στο ευρύ κοινό πτυχές της ιδιαίτερης πατρίδας του εκάστοτε φιλοξενούμενου μας, που με αγάπη μας αποκαλύπτει.

Υποδεχόμαστε με πολλή χαρά τον πρώτο μας καλεσμένο, τον Οδυσσέα Νασιόπουλο, ο οποίος μας μιλά για τα Τρίκαλα…       

                                         

“Γεννήθηκα στο δικό μου τόπο, σ’ ένα χωρίο στ’ ορεινά των Χασιών, αρχές φθινόπωρο, από βράδο, εντός της περιφέρειας Τρικάλων. Μεγάλωσα μέσα στα χρόνια μου, την αγάπη που  γίνονται βίωμα οι ομορφιές του τόπου μου, τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της πανέραστης αυτής τρίμορφης Τρίκαλα ή Τρίκκης πόλης. Γράφοντας στο φως με το μελάνι του ήλιου, ένωσα τους δρόμους απ’ τα πλακόστρωτα δρομάκια, τα παλιά στενά στο Βαρούσι, με τα λυγερά αρχοντικά, – όμοια καλλίμορφες κοπέλες – με τις περίτεχνες καμάρες, τ’αγιόκλημα και το αγιονέρι.

Και τις παλιές εκκλησίες κάτω από το αρχαίο, το Βυζαντινό κάστρο, το μεγαλοπρεπές, κι άπαρτο μες την μεγαλοσύνη του Φρούριο της πόλης που επιβλέπει τις απέραντες πεδιάδες της Θεσσαλίας. Και το ψηλό ρολόι, το γεμάτο απεραντοσύνη ν’ ανεμίζει τις ώρες, να σημαδεύει του χρόνου τις στιγμές, στις πράξεις και αιτίες των ανθρώπων της να γίνουν αιωνιότητα στις μακρινές λεωφόρους της ζωής.

Γεύτηκα την πολύμορφη ιστορία της. Ψηλάφισα τ’ αρχαίο Ασκληπιείο που ακόμη περιμένει ν’ αποκαλύψει τα μακραίωνα μυστικά του. Βούτηξα στον ποταμό της νύμφης Λήθης, στο Ληθαίο που ενώνει την πολυταξιδεμένη ιστορία της πόλης, δύση και ανατολή. Που όσο πήγαινες στων μονοπατιών τις όχθες, τις ακατάλυτες ροές του κατ’ μήκος, αν κοιτούσες, τα γαλήνια νερά, θα ‘βλεπες το παρελθόν, το παρόν κι μέλλον της που ενώνουν οι γέφυρες του, που υψώνουν το ανάστημα του ημίθεου θεραπευτή ψυχών και σωμάτων Ασκληπιού.

Κι όσο πήγαινες να την γνωρίσεις, θα ‘βλεπες την αρχαία, την λαογραφική, τη νέα, των μεγάλων λαϊκών μουσουργών, Α. Καλδάρας, Κ. Βίρβος, Σ. Κουγιουμτζής, ιστορία στα μουσεία της, κι αυτόν τον Β. Τσιτσάνη που απελευθέρωσε τις πρώην φυλακές της πόλης σε πολιτισμό με το μουσείο που φέρει το όνομα του, την ύψιστη τιμή. Κι από ‘κει στα σημεία, στα κτίρια που μεταλλάσσονται έργα ανθρώπων, όπως ο Μύλος Ματσόπουλος με τα καλλιτεχνικά εργαστήρια θεάτρου και ζωγραφικής, τα σινεμά όλων των εποχών του χρόνου, τα διάφορα φεστιβάλ, συναυλίες και θεματικά πάρκα, και το φυσικά αρμοσμένο κάλλος του.

Κι όλα αυτά και άλλα τόσα, θέλοντας μόνο αυτό ν’ ανακαλύψεις τα τρία μυστικά της ψυχής της, τα τρία καλά της πόλης μου. Που κανείς δ’ έμαθε, κανείς, δεν ξέρει, αν αληθινά δεν την περπατήσει, αν δεν την ζήσει.

Ήθη κι έθιμα

Στον τόπο που μεγάλωσα, ο κύκλος των εποχών γράφει τις μοίρες των ανθρώπων, ορεινά, πεδινά, οι διαδοχές των γενεών φέρουν βαρύ το στίγμα του προσδιορισμού της καταγωγής. Οι ντοπιολαλίες συνενώνονται αρμονικά στα γύρω και πέριξ του Ληθαίου ποταμού, μαζί με τους ανθρώπους της, αυτόχθονες, φερμένοι, Χασιώτες, Βλάχοι, Σαρακάτσανοι, Ηπειρώτες,  Μικρασιάτες, Πόντιοι συμπληρώνουν το παζλ του γηγενούς πληθυσμού μιας πόλης απ’ τις δέκα αρχαιότερες της Ευρώπης, με πλούσια ιστορία που χάνεται στην αχλή του χρόνου 3.000 π.Χ. ετών και παραπάνω.

Ευνόητη είναι και η πλούσια παρακαταθήκη εθίμων και ηθών που ελάχιστα επιβιώνουν ως τα σήμερα της αλλοτρίωσης, της σύγχρονης ασύγχρονης ζωής που ισοπεδώνει τους παλιούς τρόπους των ανθρώπων. Πάρα ταύτα, στα χωρία κυρίως των Τρικάλων, αλλά και στην ίδια την πόλη, βρίσκαμε και βρίσκουμε, απαριθμώντας την αλλοτινή «γουρουνοχαρά» τα Χριστούγεννα, την παραδοσιακή «Βασιλόπιτα», που ήταν πίτα, αλλού με κρέας, αλλού με χόρτα, όπου τοποθετούσαν νόμισμα, ένα κομμάτι κλήμα, άχυρο ή χορταράκι, μία μικρή πέτρα όπως κι ένα σπόρο καλαμποκιού οι παλιές νοικοκυρές.

Μετά βλέπουμε τα «Ρογκαντζάρια», έθιμο πανάρχαιο που επιβιώνει τα Θεοφάνια, να ξορκίσουν το κακό του δωδεκαημέρου.

«Το έθιμο της Χάσκας», τις Αποκριές, όπου ο μεγαλύτερος σε ηλικία άνδρας του  σπιτιού δένει μία κλωστή στον πλάστη, και στην άκρη της κλωστής δένεται ένα ξεφλουδισμένο βραστό αυγό. Οι παρευρισκόμενοι  καθήμενοι οκλαδόν σε γύρο και στη μέση ο παππούς κουνάει σαν εκκρεμές το αυγό στα στόματα των μελών της οικογένειας, τα οποία έχουν τα χέρια τους στην πλάτη και προσπαθούν να χάψουν το αυγό. Αν φαγωθεί, όταν αυτό συμβεί, βάζουν φωτιά στην κλωστή και αν καεί ολόκληρη θεωρείται «καλός οιωνός» για την οικογένεια.

Τις Λαζαρίνες το Πάσχα, όπου ανήμερα του Λαζάρου, τα κορίτσια γυρνούν από σπίτι σε σπίτι με τα ανθοστολισμένα πασχαλιές καλαθάκια τους και τραγουδάν τον Λάζαρο.

Τον φανό της Αναστάσεως έθιμο σχεδόν ξεχασμένο, όπου σε πολλά χωριά των Τρικάλων, το βράδυ μετά την Ανάσταση και αφού δοθεί το Άγιο Φως, οι νεότεροι βάζουν φωτιά στον αφανό, δηλαδή σε έναν σωρό από θημωνιά και κέδρα που συμβολίζει τον Ιούδα.

Την Πουσπουρίτσα, στο Νεραϊδοχώρι Τρικάλων, στα Εισόδια της Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου), βράζουν σε τέντζερη διάφορα είδη δημητριακών καρπών (π.χ. σιτάρι, κριθάρι, βρίζα, φασόλια, κουκιά, ρεβίθια, φακές), τα οποία στη συνέχεια και τρώνε. Το έθιμο συμβολίζει ότι τα χωράφια θα κάνουν καλούς καρπούς και στο μέλλον.

Όπως επίσης, τα Συβάσματα ή αρραβωνιάσματα, παιχνίδι αποδοχής μεταξύ των μελλόντων νεονύμφων, και τον Παραδοσιακό γάμο στο ίδιο χωρίο με τις κουλούρες, τα μπραντίμια.

Όπως επίσης τον Βλάχικο γάμο.

Τα ετήσια ανταμώματα Βλάχων, Σαρακατσάνων σε επιλεγμένα μέρη του νομού την παραδοσιακή αναβίωση της καταγωγής.

Αναμνήσεις από παιδική ή εφηβική ηλικία σε σχέση με τα ήθη και τα έθιμα του τόπου.

Στον τόπο που περπάτησα τα πρώτα της γης, και ήλιου βήματα, όλα σου γίνονται βίωμα και σου πλάθουν χαρακτήρα και προσδιορισμό τρόπου ζωής. Σήμερα που η σύγκρουση παλιού και νέου είναι ανελέητη, οι αναμνήσεις όσων πρόλαβαν την αθωότητα μιας εποχής γεφυρώνουν το σεβασμό στον τόπο σου.

Θυμάμαι, Χριστούγεννα, τα κάλαντα, στο χωριό, την πόλη, την γουρουνοχάρα στο χωριό, όπου σύσσωμη η οικογένεια έσφαζε το καλοταϊσμένο χοίρο, όπου θα την θρέψει για ένα ολάκερο χρόνο.

Θυμάμαι, αποκριές στην πόλη και τα ξέφρενα καρναβάλια και μασκαρέματα στις πλατείες.

Θυμάμαι, τις Καθαροδευτέρες στην εξοχή το πέταγμα του χαρταετού ψηλά κόντρα και πρίμα στους ανέμους.

Θυμάμαι, τις πασχαλιές και τα κάλαντα της Μ. Παρασκευής.

Θυμάμαι, τις Πρωτομαγιές με τα πλεγμένα στεφάνια στα χωράφια.

Θυμάμαι, τα καλοκαιρία, μικρός και άβγαλτος στο χωριό που μαζεύαμε τα σπαρτά σε θημωνιές.

Θυμάμαι, το δειλό φιλί της στα σκαλιά κάτω απ’ το φρούριο, κάτω απ’ την ολόγιομη πανσέληνο.

Θυμάμαι, τις πυγολαμπίδες τα θερινά βράδια στο χωριό, σαν μικρά άστρα στην αυλή που κυνηγούσα, να τα πιάσω.

Θυμάμαι, μια εποχή που χάνεται, μια εποχή που σβήνει στο έλεος της νέας βαρβαρότητας, που ποτέ δεν εξαλείφθηκε στον κόσμο, όσα σύγχρονα ρούχα και τεχνουργήματα κι αν επινοήσει, που αλυσοδένουν πιότερο τον ανελεύθερο άνθρωπο.

Πώς διασκεδάζουν οι άνθρωποι και ποια μουσική προτιμούν

Στο τόπο που γνώρισα, οι μουσικές, τα τραγούδια, οι χοροί, έχουν την ποικιλία που αρμόζει σε μια σύγχρονη επαρχιακή πόλη. Οι ρίζες όμως είναι βαθιές και δεν έπαψαν ποτέ να μεταδίδουν από γενιά σε γενιά άλλοτε πιότερο, άλλοτε λιγότερο τους ρυθμούς των παλιότερων. Οι αρμονίες και δυσαρμονίες στα νυκτερινά στέκια πλέκονται ανάλογα και δημιουργούν ένα αμάλγαμα για όλα τα γούστα.

Ροκ μελωδίες ελληνικές και ξένες, ελαφρά έντεχνα ελληνικά και ξένα, τζαζ μουσικές μέχρι λάτιν και ραπ επιλογές για τους πολύ νεότερους συμπληρώνουν τις προτιμήσεις στις διάφορες πίστες της πόλης, στα κλαμπ, μπαρ, και τις πολυπληθείς καφετέριες της Ασκληπιού και όχι μόνο, μέχρι τις ταβέρνες στην γνωστή συνοικία των Μανάβικων με τα λαϊκά και ρεμπέτικα να δίνουν το έναυσμα στην διασκέδαση.

Με τις επίσης κατά καιρούς συμμετοχές γνωστών και άγνωστων ανά την Ελλάδα συγκροτημάτων και καλλιτεχνών όλου του φάσματος της τέχνης να δίνουν ένα τόνο πολιτιστικής άνθισης ανοιχτή σε όλους. Οι χοροί καλά κρατούν στις διάφορες σχολές χορών εκμαθήσεις όλων των ειδών χορού, από σύγχρονο μέχρι λάτιν. Με τον παραδοσιακό χορό να είναι το Α και το Ω στην χορευτική παιδεία των παιδιών, ένας θεμέλιος λίθος που ενώνει όλα τα ετερόκλητα στοιχειά του ομότροπου, και ομαίμον της κοινής Ελληνικής λαλιάς.

Βέβαια δεν λείπει το Θέατρο με προεξέχον το Δημοτικό Θέατρο να συγκεντρώνει παιδιά και ενήλικες στην τέχνη του θεάτρου και υποκριτής με αξιόλογες παραστάσεις. Όχι μόνο βέβαια αυτού του ιδίου, αλλά και των ιδιωτικών θεατρικών και χορευτικών σκηνών να στήνουν αξιοζήλευτες παραστάσεις σε όλο των τεχνών, μέχρι και εκθέσεων από συλλόγους ζωγραφικής, φωτογραφικής και γενικά εικαστικής τέχνης.

Όπως επίσης, τους αξιόλογους λογοτέχνες που κοσμούν την πόλη εντός και εκτός των συγγραφικών ορίων της – σε μια πόλη που το ταλέντο ξεχειλίζει και σπάει τα δεδομένα μιας επαρχιακής πόλης, που έχει τον πολιτισμό ως σημείο αναφοράς.

Ποιο είναι το χαρακτηριστικό φαγητό του τόπου σου που θα πρότεινες να δοκιμάσει ένας νέος επισκέπτης;

Στον τόπο που ανέθρεψα, η τοπική κουζίνα, συνδυάζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της καταγωγής, όσων αφορά τις γευστικές αναλογίες καθενός και βέβαια όλα συνενώνονται στα κοινά σημεία της καθαρής Ελληνικής κουζίνας, με τα όσπρια, το ελαιόλαδο, τα χόρτα ή λαχανικά στο ημερήσιο πιάτο της παλαιότερης οικογένειας, σήμερα να βρίσκουν χάριν των γρήγορων ρυθμών της σύγχρονης εποχής λιγότερη εφαρμογή.

Πολλά μπορείς να γευθείς σε μια πόλη που η τοπική γευσιγνωσία ήταν και είναι τρόπος ζωής. Ένα παραδοσιακό έδεσμα που βρίσκεται σχεδόν σε κάθε σπίτι είναι οι πίτες, λαχανόπιτες, τραχανόπιτες, κρεατόπιτες, η «μπατσίνα»(πίτα με κριθαρένιο αλεύρι και κολοκύθα), και το «πλαστό»(πίτα όμοια με κριθαρένιο αλεύρι και χόρτα), και άλλες παραλλαγές, τα μανιτάρια με το παραδοσιακό λουκάνικο ψημένο στα κάρβουνα, το χοιρινό στιφάδο σε πήλινη γάστρα. Τον τρικαλινό χαλβά, τα ντόπια μοναδικά λευκά τυριά, τα εκλεκτά κρεατάκι. Και τόσα άλλα, που είναι αδύνατο να σταθείς σε κάποιο και να μην το δοκιμάσεις στις ταβέρνες και εστιατόρια της Τρίκαλης πόλης μου.

Του τόπου μου, του τόπου που αγάπησα να ζω με τα ευχάριστα και δυσάρεστα, όμοια και διάφορα με της μοίρα μιας κοινής χώρας. Μιας πόλης ζωντανής, που ακολουθεί το ρεύμα και τις διαθέσεις του Ληθαίου ποταμού της ψυχής της.

 

Βιογραφικό Οδυσσέας Νασιόπουλος:

Ὁ Ὁδυσσέας Νασίοπουλος γεννήθηκε τὸ Σεπτέμβρη τοῦ 1982, σ ‘ἕνα ὁρεινό χωριό τῆς ἐπαρχίας Καλαμπάκας-Τρικάλων, ὀνόματι Κακοπλεύρι. Μαθήτευσε στην Καλαμπάκα, οἱ σπουδές του στὸ Τ.Ε.Ι. Κοζανής Ἡλεκτρολογίας, ἔμελλαν να μείνουν ἀνολοκλήρωτες, λόγῳ δυσμενῶν οἰκονομικῶν συγκηριῶν, και στροφῆς του προς τὸ γράψιμο, και δὴ τὴν ποίηση, διήγημα, σενάριο.Ἡ ἀδιάλλειπτη και συνεχής μελέτη τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν και τὸ διάβασμα, τὸν βοήθησαν, ὡς προς την βελτιώση τοῦ τρόπου γραφῆς. Ἔχει συμμετάσχει σὲ πλῆθος λογοτεχνικῶν διαγωνισμῶν πανελλήνιων και διεθνῶν ἀποσπώντας πολλά βραβεία, ἐπαίνους και τιμητικές διακρίσεις, ὅπως ἐπίσης καὶ συμμετοχές σ’ ανθολογίες και Λογοτεχνικά-Καλλιτεχνικά ἡμερολόγια. Ἡ «Ματαιοπονία», εἶναι ἡ πρώτη του ὁλοκληρωμένη ποιητικὴ συλλογή ποῦ ἔχει ἐκδοθεῖ, ὡς ἀποτέλεσμα, Α΄Βραβείου Πανθεσσαλικοῦ λογοτεχνικοῦ διαγωνισμοῦ τῶν Ἑκδόσεων Ἥρα Ἑκδοτική το 2012, στὸ Βόλο. Ζεῖ και ἐργάζεται στὰ Τρίκαλα, βοηθώντας στην οἰκογενειακή ἐπιχείρηση Ἀρτοποιεῖο. Ἡ «Πάλη για ἥλιο» εἶναι ἡ δεύτερη ποιητική του συλλογή που ἐκδίδεται, ἀπ’ τις  Πρότυπες Ἑκδόσεις Πηγή, Θεσσαλονίκη 2016.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X