Ένα αυτοβιογραφικό διήγημα με αφορμή την 28η Οκτωβρίου

Ο παππούς μου ο Βαγγέλης δεν ήταν κομμουνιστής. Όταν ήμουν μικρός, λόγω των μυθομανών διαστάσεων τις οποίες απέδιδα στους φοβερούς προγόνους μου που έζησαν σε μια ηρωική εποχή, μου άρεσε να λέω ότι γεννήθηκε πάνω στη βάρκα ενώ η οικογένειά του εγκατέλειπε άρον άρον τη φλεγόμενη Σμύρνη. Αυτό μάλλον θα το είχα διαβάσει σε κάποιο βιβλίο. Οι γονείς του ήταν όντως Σμυρνιοί αλλά δεν έφυγαν το ‘22. Πρόλαβαν και έφτασαν στην Aχαΐα λίγο πριν την Καταστροφή, μάλλον γύρω στα 1921 και ο παππούς μου γεννήθηκε στην ‘’Παλαιά Ελλάδα’’ 2-3 χρόνια μετά.. Μεγάλωσε στον Αλισσό, ένα μικρό χωριό 20 περίπου χιλιόμετρα από την Πάτρα, σε έναν παλιό μύλο, συνθήκες που μάλλον η παιδική μου φαντασία δεν θέλησε καν να επεξεργαστεί.

Η Σμύρνη καίγεται. 13 Σεπτεμβρίου 1922

Ο παππούς μου ο Βαγγέλης δεν ήταν κομμουνιστής. Η οικογένειά του, όπως και τόσες άλλες από τα 2 εκατομμύρια Μικρασιατών προσφύγων, έζησε στη νέα πατρίδα σαν μία ακόμα φτωχική, αγροτική οικογένεια. Αν μπορεί κανείς να διεκδικήσει την πολυτέλεια να αναζητήσει τις πολιτικές τάσεις αυτής της αγροτικής οικογένειας, σε μία περίοδο που το μόνο που μπορούσε να την νοιάζει ήταν αν θα βρέξει, αν θα χιονίσει ή αν θα κάνει καύσωνα, ήταν μάλλον δημοκρατικές.

Ο παππούς μου ο Βαγγέλης δεν ήταν κομμουνιστής. Ένα απόγευμα στα μέσα της Κατοχής, καθώς ο παππούς  μου που ήταν δεν ήταν 18 χρονών επέστρεφε από τα χωράφια, οι Γερμανοί, μαζί με τους χωριανούς συνεργάτες τους, έστησαν μπλόκο στην γέφυρα του ποταμού Πείρου. Πιθανότατα βρισκόμαστε στα 1943 αφού, πριν την κατάρρευση του Μουσολίνι, η Αχαΐα όπως και όλη η Πελοπόννησος βρισκόταν στην ιταλική ζώνη κατοχής. “Εγώ μόνο τους Ιταλούς θυμάμαι και ήταν καλοί αθρώποι’’ μου είπε συχνά η γιαγιά μου. Παλιότερα μου διηγιόταν που έβλεπε τους χαμογελαστούς Ιταλούς να περνούν χωρίς να προκαλούν την παραμικρή ένταση από το γειτονικό χωριό της, τα Αγιοβλασίτικα. Όταν τους παρατηρούσε να περνούν δεν ήξερε ακόμα ότι θα γίνει γυναίκα του παππού μου του Βαγγέλη που δεν ήταν κομμουνιστής, πόσο μάλλον ότι θα γινόταν γιαγιά μου.

Επιστροφή στο μπλόκο. Οι Γερμανοί σκόπευαν να επισκευάσουν το αεροδρόμιο του Αράξου καθώς οι δίοδοι ανεφοδιασμού άρχιζαν να στενεύουν ασφυκτικά με την έναρξη της γερμανικής υποχώρησης σε όλα τα μέτωπα μετά τις συντριβές στο Στάλινγκραντ, στο Ελ Αλαμέιν και την αμερικανική εισβολή στη Σικελία. Το μπλόκο δεν στήθηκε για να εντοπιστούν κομμουνιστές – ο παππούς μου ο Βαγγέλης άλλωστε δεν ήταν- αλλά για να επιστρατευθούν εργάτες και να μεταφερθούν στον Άραξο ώστε να εργαστούν για την επισκευή του αεροδιαδρόμου. Ο παππούς μου, αν και όπως είπα δεν είχε να φοβηθεί τίποτα, μόλις αντίκρισε το πάνοπλο κλιμάκιο και -ίσως- άκουσε τα ουρλιαχτά των Γερμανών καθώς διέταζαν τους χωρικούς να συγκεντρωθούν, φοβήθηκε. Φοβήθηκε και άρχισε να τρέχει μέσα στα χωράφια για να ξεφύγει απ’ ό,τι είχε στο μυαλό του εκείνη την ώρα ότι μπορούσε να πάθει. Οι Γερμανοί πυροβόλησαν, δεν τον πέτυχαν κι αυτός είχε ήδη προδιαγράψει την τύχη του.

Ο παππούς μου ο Βαγγέλης δεν ήταν κομμουνιστής αλλά, μετά από το περιστατικό, γνώριζε ότι αν επέστρεφε θα του συμπεριφέρονταν σαν να ήταν. Το πιο πιθανό ήταν ότι θα τον εκτελούσαν επί τόπου. Άλλος δρόμος για να επιβιώσει δεν υπήρχε. Το βουνό και οι αντάρτες ήταν η μόνη επιλογή. Ο ΕΛΑΣ εκείνη την περίοδο είχε αναπτυχθεί σε όλους τους μεγάλους ορεινούς όγκους του νομού, από τον Ερύμανθο και το Παναχαΐκό, πάνω ακριβώς από την Πάτρα, μέχρι τον Χελμό και τα Καλαβρυτοχώρια. Το πιο κοντινό βουνό στο χωριό ήταν ο Ερύμανθος και προς τα εκεί υποθέτουμε ότι κατευθύνθηκε. Εκεί κατατάχθηκε στον ΕΛΑΣ, εκεί ορκίστηκε στο όνομα του λαού και από εκεί βρέθηκε στις μάχιμες μονάδες στην Πίνδο και συγκεκριμένα στην κορυφή ‘’Γκαμήλα’’, στις περιοχές όπου ο ΕΔΕΣ κυριαρχούσε μέχρι και την απελευθέρωση. Θυμάμαι τον πατέρα μου, κάθε φορά που κατευθυνόμασταν προς βορρά για Χριστούγεννα, να μας την δείχνει σε εμένα και τον αδερφό μου, μέσα από εκείνο το τεθωρακισμένο πεζό που αγκομαχούσε στις 5ωρες και 7ωρες διαδρομές στην παλιά εθνική προς Ζαγόρια και Καστοριά. Αλλά, όπως μας έλεγε από τότε,  ο παππούς ο Βαγγέλης δεν ήταν κομμουνιστής απλά δεν είχε κι άλλη επιλογή.

Φωτογραφία του ΕΛΑΣ στο Καλέντζι Αχαΐας, το ιστορικό χωριό στις πλαγιές του Ερυμάνθου, τόπο καταγωγής της πολιτικής οικογένειας των Παπανδρέου. Ο 7ος από αριστερά,  καθιστός στην πρώτη σειρά, ίσως και να είναι ο Άρης Βελουχιώτης.

Από την Γκαμήλα και την Πίνδο, ο παππούς μου ο Βαγγέλης, ναι, που δεν ήταν κομμουνιστής, βρέθηκε επικεφαλής Πολιτοφυλακής του ΕΑΜ στις Καμάρες Αιγίου. Αυτό τουλάχιστον λέει η μόνη φωτογραφία του που έχουμε από την αντίσταση. Στην απελευθέρωση ίσως να συντρόφευσε με την ομάδα του τις μονάδες του ΕΛΑΣ που μπήκαν στην Πάτρα, στις 4 Οκτωβρίου 1944, την μέρα που ο Άρης ίππευσε δίπλα στον Κανελλόπουλο. Κι από εκεί στον Αλισσό, όπου σύμφωνα με όσα λιγοστά είπε στον πατέρα μου, οι ΕΛΑΣίτες βαρούσαν τις καμπάνες με τα αυτόματα και έστησαν τρανό γλέντι.

Όμως, οι μέρες εκείνες μόνο γλέντια δεν εγκυμονούσαν. Όπως και σε όλες τις περιοχές που επικράτησαν, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ είχαν εντολή να αφοπλίσουν και να συγκεντρώσουν τους δηλωμένους συνεργάτες των Γερμανών, τις συμμορίες τους αλλά και γενικώς κάθε αντιεαμικό θύλακα. Για όσους από αυτούς είχαν αποδοθεί κατηγορίες και είχαν συγκροτηθεί ανταρτοδικεία, γνώριζαν ότι δύσκολα θα επέστρεφαν στις εστίες τους.

Ο Βελουχιώτης και οι μαυροσκούφηδές του δίπλα στον Αχαιό  συντηρητικό πολιτικό ηγέτη Παναγιώτη Κανελλόπουλο κατά την απελευθέρωση της Πάτρας, 4 Οκτωβρίου 1944. Ο Κανελλόπουλος εξελίχθηκε σε μία από τις βασικές πολιτικές προσωπικότητες του εμφυλιακού και μετεμφυλιακού καθεστώτος.

Στο χωριό μου, που δεν υπήρχαν πολλοί δοσίλογοι, η εντολή αυτή σήμαινε γενικώς δεξιούς με επιρροή. Ένας από τους καλούς φίλους του παππού μου, ο Σ., γόνος σχετικά εύπορης οικογένειας και παραδοσιακά αντικομμουνιστικής, ήταν θεωρητικά ο Νο1 στόχος του ΕΛΑΣ. Ο παππούς μου, που δεν ήταν κομμουνιστής, τον αφόπλισε μυστικά και τον έκρυψε μέχρι να αποχωρήσει ο ΕΛΑΣ από το χωριό. Δεν μπορώ να υποθέσω την τύχη του Σ. στην περίπτωση που ο παππούς μου τον παρέδιδε ως επικεφαλής της ομάδας του στους ανωτέρους του. Ο Σ. ήταν άνθρωπος δίκαιος, όσο οι περιστάσεις της εποχής το επέτρεπαν, και αυτό το επιβεβαίωσε στην πορεία.

Ήρθαν τα Δεκεμβριανά και η Βάρκιζα και ο Σ. ανέλαβε τις εκκαθαρίσεις στο χωριό, αυτή τη φορά για την πλευρά των νικητών. Ο φίλος του, ο παππούς μου, ήταν αδύνατο να αποφύγει την εξορία. Ήταν όμως εφικτό να αποφύγει την εκτέλεση ή τα αντίποινα της λευκής τρομοκρατίας που επικράτησε στην ύπαιθρο αμέσως μετά την υπογραφή της παράδοσης του ΕΛΑΣ. Ο Σ. ζήτησε προσωπικά τον οπλισμό του παππού μου ο οποίος διέθετε πια ένα μόνο πιστόλι το οποίο και του παρέδωσε. Ο Σ. φαίνεται ότι το εξαφάνισε και εμφάνισε στους δικούς του τον παππού μου σαν να είχε ήδη θέσει εαυτόν αυτοβούλως εκτός της σύγκρουσης. Η Μακρόνησος, τα βασανιστήρια και οι ξυλοδαρμοί όντως δεν αποφεύχθησαν όπως και το ακόμα χειρότερο που ακολούθησε.

Μακρόνησος. Ο χαρακτηρισμός της ως ‘’Νέος Παρθενώνας’’ αποδίδεται στον Κανελλόπουλο αν και αυτό δεν έχει εξακριβωθεί απολύτως.

Από την Μακρόνησο, ο παππούς μου που δεν ήταν κομμουνιστής, στάλθηκε στο Γράμμο με τον Εθνικό Στρατό, μάλλον το καλοκαίρι του 1949. Αυτή η περίοδος αναγράφεται στην πίσω πλευρά των λιγοστών φωτογραφιών που σώζονται: οι τελευταίες ημέρες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας και του Εμφυλίου. Ποιος ξέρει πόσους πρώην συμμαχητές του αντίκρισε σε μάχες; Ποιος ξέρεις πόσους αναγκάστηκε να τουφεκίσει στα εκτελεστικά αποσπάσματα; Πόσες τέτοιες ιστορίες δεν θα γραφτούν ποτέ; Αυτά μικρός δεν τα σκεφτόμουν. Ανακαλούσα όμως τις αναφορές του πατέρα μου – παρηγοριά; άλλοθι; αλήθεια;- ότι πολλές φορές ο παππούς μου με τους άλλους μετανοήσαντες του μετώπου έτυχε να τουφεκάνε στον αέρα προσπαθώντας να σώσουν τους εναπομείναντες, εξαθλιωμένους και απομονωμένους αντάρτες του ΔΣΕ.

Ο παππούς μου, Βαγγέλης Γέττος, πρώτος από αριστερά, σε ανάπαυλα των μαχών του Γράμμου, το 1949

Η κόλαση τελείωσε και ο παππούς μου ο Βαγγέλης που δεν ήταν κομμουνιστής, επέστρεψε στο χωριό του. Δεν ξέρουμε αν υπέγραψε. Το πιο πιθανό είναι να υπέγραψε, αλλιώς δεν θα επέστρεφε τόσο νωρίς. Η τρομοκρατία εν τω μεταξύ στην ύπαιθρο κυριαρχούσε. Ένα βράδυ και ενώ είχε παντρευτεί τη γιαγιά μου, ένας όχλος από ντόπιους δεξιούς επιδόθηκε σε βανδαλισμούς και άλλες βιαιότητες στα σπίτια των πρώην ΕΑΜιτών. Όταν έφτασαν έξω από το σπίτι που μόλις είχε χτίσει ολομόναχος ο παππούς μου από χώμα, πέτρες, και καλάμια, ο Βαγγέλης άρπαξε το φτυάρι βγήκε στην αυλή και τους προκάλεσε: “Ελάτε. Ελάτε ρε.’’. Πάντα αναρωτιόμουν γιατί δεν αντέδρασαν έτσι αυτοί οι άνθρωποι όταν αντί για φτυάρια κρατούσαν αυτόματα, χειροβομβίδες και αντιαρματικά όπλα. Αυτό δεν νομίζω ότι θα απαντηθεί ποτέ. Τουλάχιστον, από εκείνο το περιστατικό και μετά δεν τον ξαναενόχλησε κανείς.

Το ‘50 και ‘60 κύλησαν με φτώχεια αλλά και αυτάρκεια. Γεννήθηκε ο πατέρας μου, μετά η αδελφή του. Ο παππούς μου, συνεπώς και όλη η οικογένεια, στήριζε σταθερά την Ένωση Κέντρου. Το ’65, στη νίκη του Γέρου, φαντάζομαι τα γέλια που θα αντηχούσαν στο ψηλοτάβανο σαλόνι του παλιού σπιτιού. Μετά, χούντα. Ο παππούς μου δεν ήταν κομμουνιστής. Δεν είχε να φοβηθεί τίποτα. Άλλωστε τα βάσανά του ήταν πίσω του. Στην ύπαιθρο, το Πολυτεχνείο, τα βασανιστήρια, οι δολοφονίες δεν συντάραζαν την καθημερινότητα. Ακόμα και η υπόθεση  του συγχωριανού νεκρού Γιάννη Μικρώνη, που απ’ ό,τι φάνηκε επήλθε σε συνέχεια των γεγονότων του Πολυτεχνείου στην Πάτρα, παραμένει τυπικά υπό έρευνα.

Ο Καραμανλής κατεβαίνει από το αεροπλάνο και ο επί επταετία μουγκός όχλος προσκυνά τον Μεσσία. Ο πανζουρλισμός συνεπαίρνει και την ύπαιθρο. Μία από εκείνες τις ημέρες, ο Σ., ο παλιός φίλος του παππού μου, εμφανίστηκε στο σπίτι του και του παρέδωσε το πιστόλι που του είχε παραδώσει ο Βαγγέλης μετά τη Βάρκιζα, 30 χρόνια πριν. Ο παππούς  μου, αν και δεν είχε να φοβηθεί τίποτα -όλοι πια ήξεραν ότι δεν ήταν κομμουνιστής- το έκρυψε σε άγνωστο μέρος.

Ο παππούς μου ο Βαγγέλης πέθανε το καλοκαίρι του 1996. Όλοι είπαν σε μένα και στον αδελφό μου ότι πρέπει να τον δούμε στο φέρετρο για να τον θυμόμαστε. Ακόμα και τώρα δεν θέλω να θυμάμαι εκείνη την εικόνα. Εγώ, θέλω να θυμάμαι τον παππού μου τον Βαγγέλη, που όταν μας αγκάλιαζε μύριζε εκείνη την φιλόξενη μυρωδιά από χωριάτικο κρασί και ΑΣΣΟ άφιλτρο κασετίνα. Θέλω να θυμάμαι αυτόν τον ερωτηματικό άνθρωπο που με τις λίγες φορές που μου μίλησε, γέμισε τη ζωή μου με φαντασία και πάθος για τις ιστορίες των ανθρώπων. Θέλω να θυμάμαι τον παππού μου τον Βαγγέλη που δεν υπήρξε ποτέ κομμουνιστής.

Άφιλτρο και χωριάτικο κρασί

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X