«Μα είναι δυνατόν;» αναλογίστηκε ο κ. Ις, «είναι δυνατόν να καίνε σχολεία; Κι όμως είναι» απάντησε μόνος του. «Φοβούνται τα βιβλία, την τέχνη. Φοβούνται την ποίηση που γεννιέται. Φοβούνται τα ανοιχτά μυαλά και τα φωτισμένα μάτια. Φοβούνται την περιέργεια για ζωή. Τη δίψα για εξερεύνηση. Φοβούνται να ανοίξουν την πόρτα της γνώσης. Φοβούνται να ανοίξουν τις πόρτες τους, τα σύνορά τους. Τα δικά τους σύνορα του νου. Γιατί όσο πιο ανοιχτά είναι τα σύνορα αυτά, τόσο πιο πολύ γνωρίζεις τον εαυτό σου. Τόσο περισσότερο αντιμέτωπος έρχεσαι με αυτόν τον εαυτό. Αυτόν φοβούνται, αγάπη μου. Τον ίδιο τους τον εαυτό. Τους τρομάζει η ασχήμια τους. Αρνούνται να ανοίξουν τα μάτια μπροστά στον καθρέφτη.
Δεν φοβούνται εμάς, αγάπη μου.

Έλα, να παίξουμε τώρα στον κήπο μας. Να φυτέψουμε τις δικές μας ιδέες βαθιά, να απλωθούν οι ρίζες τους και να γεννήσουν κι άλλες.
Έλα, να ποτίσουμε τα ποιήματα που άνθισαν. Έλα, να κλαδέψουμε τα σαπισμένα λόγια. Θέλουν προσοχή οι σκέψεις μας. Εύκολα παρασιτούν δαιμόνια, εύκολα μολύνονται. Θέλουν φροντίδα τα όνειρά μας. Εύκολα εισβάλλουν σε αυτά.
Έλα, να παίξουμε στον κήπο μας!».

Το νερό άρχισε να τρέχει, ήταν η ώρα του. Έβαλε τα γάντια της κηπουρικής, πήρε το ψαλίδι κλαδέματος και πλησίασε τις τριανταφυλλιές αφήνοντας το νερό να τρέχει πάνω του.

 

Διαβάστε ακόμη:

«Γεννήθηκα για να αγαπώ»