Κάθε νέο περιστατικό αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας πυροδοτεί μια σειρά αντιδράσεων που, σε βάθος χρόνου, είναι απελπιστικά παρόμοιες και ατελέσφορες. Δημοσιοποιούνται καταγγελίες και ενδεχομένως αποδεικτικά στοιχεία από τα θύματα και ένα μέρος της κοινωνίας των πολιτών, οι καταγγελίες δημοσιεύονται σε ορισμένα ΜΜΕ και διακινούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η πολιτική και φυσική ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ κωφεύει ή, αν το περιστατικό είναι ιδιαζόντως σοβαρό, υπάρχουν ενοχοποιητικές αποδείξεις και τυγχάνει μεγάλης δημοσιογραφικής προβολής, διατάσσει τη διεξαγωγή μιας ΕΔΕ που στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αρχειοθετείται, και ύστερα από λίγο καιρό ξαναγινόμαστε μάρτυρες ενός άλλου περιστατικού που θα ξαναθέσει σε λειτουργία την ίδια σειρά αντιδράσεων.

Αυτό το αέναα επαναλαμβανόμενο τελετουργικό της αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας έχει τρεις διαφορετικές ρίζες. Η πρώτη μας παραπέμπει στις αυταρχικές καταβολές της ΕΛ.ΑΣ που, την τελευταία δεκαετία, έχουν διαποτιστεί έντονα από τον ευρύτερα ανερχόμενο φασισμό στη χώρα. Πέρα από τον καθαρά εξουσιαστικό της χαρακτήρα, και τη συνεπαγόμενη περιφρόνηση όλων των πολιτών και των προταγμάτων του νόμου, η βία εντάσσεται σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο που τη νομιμοποιεί και την καθιστά αναγκαία ως εργαλείο καθυπόταξης των ιδεολογικών αντιπάλων των ενστόλων ή όσων νοούνται ως υποδεέστερης κατηγορίας άτομα.

Η δεύτερη ρίζα μας παραπέμπει στη διακομματική απροθυμία της πολιτικής και φυσικής ηγεσίας της ΕΛ.ΑΣ να συγκρουστεί κατά μέτωπο με το προσωπικό της εκείνο που έχει αναλάβει την τήρηση της δημόσιας τάξης. Η ανάγκη διατήρησης ισορροπιών εντός της ΕΛ.ΑΣ και, κυρίως, η υπόρρητη απειλή της γενικευμένης αταξίας που θα προερχόταν από την προβλεπόμενη άρνηση των ενστόλων να ελέγξουν τις νοσηρές εξουσιαστικές τους τάσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αντιστρέφουν την ιεραρχική πυραμίδα, καθηλώνοντας την εκάστοτε ηγεσία σε ένα καθεστώς ανοχής και συγκάλυψης, το οποίο εδραιώνεται άσχετα από τις όποιες πολιτικές πεποιθήσεις των ατόμων που καταλαμβάνουν αυτές τις ηγετικές θέσεις.

Η τρίτη ρίζα παραπέμπει σ’ εμάς. Η διαχρονική επιβολή μιας συστηματικά ατιμώρητης ασυδοσίας μας έχει εγκλωβίσει σε ένα πεπερασμένο φάσμα αντιδράσεων που, ενώ μας επιτρέπουν να καταγγείλουμε τα περιστατικά, δεν καταφέρνουν να διεισδύσουν στο πεδίο άσκησης της αστυνομικής εξουσίας, προκαλώντας τελικά οργή και, πρωτίστως, μια πολυεπίπεδη ματαίωση με πολιτικές αλλά και ψυχολογικές διαστάσεις. Ο εγκλωβισμός μας προκύπτει από την ουσιαστική αδυναμία μας να διεκδικήσουμε δυναμικά την εξάλειψη της αστυνομικής ασυδοσίας εις βάρος των κορμιών μας, αν όχι και της ελευθερίας μας. Το αιτούμενο δεν είναι η άσκηση πίεσης για τη διεξαγωγή πειθαρχικών ελέγχων ή η προσφυγή στη δικαιοσύνη με την αβέβαιη ελπίδα μιας κάποιας δικαστικής δικαίωσης. Η μόνη ουσιαστική προσέγγιση είναι προληπτική, πρέπει να απαιτήσουμε να υποχρεωθούν να φέρουν πάντα εμφανή διακριτικά ώστε να διαρραγεί το καθεστώς ανωνυμίας τους. Πώς όμως μπορούμε να το απαιτήσουμε αυτό;

Η μέχρι τώρα απουσία σχετικών κινητοποιήσεων ή διαδηλώσεων είναι δηλωτική των λόγων του εγκλωβισμού μας. Ενώ τα περισσότερα θύματα προέρχονται από τον αναρχικό και αντεξουσιαστικό χώρο, οι πολιτικές πεποιθήσεις των θυμάτων και του περίγυρου τους καθιστά αδιανόητη οποιαδήποτε διεκδίκηση ενός αιτήματος που άπτεται της επιχειρησιακής δράσης των ενστόλων. Οι διαμαρτυρίες και αλληλέγγυες δράσεις για κακοποιημένους ή συλληφθέντες αποσκοπούν στην καταγγελία της βίας και στην ενδυνάμωση των δεσμών της εκάστοτε κοινότητας, όχι στην υπόδειξη βελτιωτικών μεταρρυθμίσεων ενός ιδεολογικά απορριπτέου ένστολου σώματος. Το ίδιο ισχύει και για τα άτομα που προέρχονται από τη ριζοσπαστική αριστερά. Τα συγκυριακά θύματα και ο περίγυρός τους αφενός δεν έχουν ανακλαστικά διαδηλωτή και, αφετέρου, θεωρούν ότι δεν τους αφορά το θέμα – τα πρόσφατα περιστατικά με τον Ινδαρέ και τις δύο περιπτώσεις ρίψης χημικών στο mall στο Μαρούσι δεν επαρκούν για να καταστήσουν σαφές το γεγονός ότι η αστυνομική βία και αυθαιρεσία αφορά εν δυνάμει τους πάντες, ακόμα και τα άτομα που δρουν ως απλοί καταναλωτές αλλά βρίσκονται στο λάθος σημείο τη λάθος ώρα. Οι δικαιωματικές οργανώσεις δεν καλούν σε διαδηλώσεις, δεν είναι αυτός ο ρόλος τους, ούτε είναι σε θέση να κινητοποιήσουν ικανό αριθμό διαδηλωτών. Τα προοδευτικά πολιτικά κόμματα δεν έχουν πλέον ευρεία λαϊκή βάση και είναι αβέβαιο αν θα έκριναν σκόπιμη μια ανοιχτή αντιπαράθεση με την αστυνομία – δεν το έκαναν ποτέ όταν κυβερνούσαν – ή αν θα ήθελαν να δείξουν στους ψηφοφόρους τους ότι αμφισβητούν σε βάθος την ΕΛ.ΑΣ.

Μία πιθανή διαφυγή από αυτό το εκ πρώτης όψεως αδιέξοδο θα ήταν ενδεχομένως η δημιουργία μιας διαδικτυακής εκστρατείας με αίτημα να φέρουν πάντα εμφανή διακριτικά οι ένστολοι. Το φαινομενικά συντηρητικό αίτημα, η απαίτηση εφαρμογής του νόμου, είναι ουσιαστικά ανατρεπτικό στο βαθμό που βάλλει κατά του πυρήνα της αστυνομικής ασυδοσίας διασφαλίζοντας το δικαίωμά μας να οργανώνουμε ακίνδυνα πολιτικές και κοινωνικές διαμαρτυρίες. Επειδή είναι δύσκολο να απαξιωθεί πολιτικά ή επικοινωνιακά η επίκληση της νομιμότητας – πράγμα που καθιστά ορατό τον «κίνδυνο» μιας μαζικής απήχησης στην κοινωνία των πολιτών – είναι πιθανό η απαξίωση να προέλθει μέσα από τις οργισμένες διαψεύσεις των συνδικαλιστικών κύκλων της ΕΛ.ΑΣ, όπως συνέβη πρόσφατα όταν διατύπωσε το ίδιο αίτημα ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Αντίθετα όμως από τον υπουργό, θα μπορούσαμε να τεκμηριώσουμε το ορθό του αιτήματός μας παραθέτοντας άφθονο σχετικό οπτικό υλικό από διαδηλώσεις και άλλες αστυνομικές επιχειρήσεις των τελευταίων ετών. Στην περίπτωση αυτή, θα εξαναγκάζαμε τόσο τα κοινοβουλευτικά κόμματα όσο και την κυβέρνηση να τοποθετηθούν επί του θέματος, όχι προσχηματικά αλλά επί της ουσίας.

Εάν πετύχαινε το στόχο της αυτή η εκστρατεία, είναι πιθανό να προκαλούσε μια προσωρινή αναδίπλωση των ενστόλων, μια φαινομενική επαναφορά στη νομιμότητα που, βασιζόμενη στο νόμο της αδράνειας, θα έτεινε εν καιρώ βαθμιαία προς την ασυδοσία όταν θα θεωρείτο ότι τα ανακλαστικά μας θα είχαν ατονήσει. Σ’ εμάς θα έγκειτο τότε να παραμείνουμε σε εγρήγορση μέχρις ότου εδραιώσουμε την αποδοχή του αιτήματός μας. Δικές μας είναι οι ζωές, δικές μας και οι ελευθερίες μας, κανείς δεν πρόκειται να τις προασπίσει στη θέση μας.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X