Η Τέχνη είναι παρηγοριά. Δεν λέει ποτέ ότι δεν είσαι μόνος. Είσαι μόνος αλλά δεν είσαι ο μόνος. Είναι σα να μοιράζεσαι τη μοναξιά, αλλά δεν τη διώχνεις

Οι Usurum, μουσικοί που κερδίζουν όλο και περισσότερο την προσοχή μας τα τελευταία χρόνια, μιλούν στο 3pointmagazine.

O Κοσμάς και ο Σταύρος, ο Σταύρος και ο Κόσμας, αχώριστοι φίλοι από 7 ετών και δημιουργοί του συγκροτήματος μοιράζονται μαζί μας σκέψεις και απόψεις με αφετηρία τη μουσική, τους στίχους και τις μελοποιήσεις τους.

Μας μιλούν για την άγνωστη σε πολλούς ομορφιά της λαϊκής ποίησης μέσα από την επαφή που απέκτησαν διασκευάζοντας παλιά τραγούδια. Για τη ξεχωριστή απόφαση να κυκλοφορήσουν το τελευταίο τους άλπουμ σε συνεργασία με συνοικιακό μαγαζί των Εξαρχείων και όχι μέσω δισκογραφικής. Αλλά και για τον ρόλο της Τέχνης που βρίσκεται στον αντίποδα της.. καταπραϋντικής λογικής των ραδιοφώνων.

Πώς προέκυψε η επαφή σας με την ποίηση και τι σας αρέσει σ’ εκείνη;

Σταύρος: Η ποίηση ήταν το πρώτο μας καταφύγιο στιχουργικά. Όταν αρχίσαμε να παίζουμε μουσική στην εφηβεία μας και άρχισε να υπάρχει μια ανάγκη να βγάλουμε κάτι δικό μας, είχαμε την επίγνωση της ανωριμότητάς μας, οπότε μέσω των ποιητών, τους οποίους μάθαμε από το σχολείο αρχικά, αρχίσαμε να μελοποιούμε. Αλλά είχε και λίγο ένα θράσος. Παίρναμε για παράδειγμα τον Καβάφη, ξεφυλλίζαμε και λέγαμε «α ωραίο αυτό κάτσε να το κάνω». Στην αρχή ίσως να ήταν και πιο επιδερμική η σχέση μας. Με τον καιρό μπαίναμε περισσότερο στον κόσμο της ποίησης που και τους δυο μας συναρπάζει πάρα πολύ.

Κόσμας: Ως έφηβοι νιώθαμε ότι έχει μια αυθεντία η ποίηση. Δηλαδή το ποίημα του Ομάρ Καγιάμ που έχουμε μελοποιήσει στον 1ο δίσκο είναι ένα αρκετό σκοτεινό και βαρύ ποίημα. Αν γράφαμε για την ίδια θεματική εμείς τότε, θα ντρεπόμασταν να βγει προς τα έξω. Καταλαβαίνεις πώς το λέω. Βέβαια ήταν εξίσου αστείο ότι μελοποιούσαμε 15 χρονών τα κεριά του Καβάφη.

Σταύρος: Ναι γιατί ο άλλος μετρούσε τα κεριά που του μένουν ας πούμε για να πεθάνει… Αλλά ήταν ειλικρινές. Από την ποίηση ίσως, δανείζεσαι πράγματα που εσύ δεν μπορείς να πει τόσο καλά.

Ποια η διαδικασία για να συνθέσετε τη μελωδία πάνω σε ένα ποίημα; Προσπαθείτε να πιάσετε τη διάθεση του δημιουργού ή εκφράζεστε με βάση το πώς νιώθετε εσείς;

Σταύρος: Στους δυο τελευταίους δίσκους έχουμε δύο ποιήματα, του Χριστιανόπουλου «Το Δάσος», που έχει μελοποιηθεί ήδη από τον Χατζιδάκι, και το Κλείσει το Παράθυρό σου» του Λαπαθιώτη. Και για τα δύο οι συνθέσεις ήταν πολύ αυθόρμητες. Στο δάσος μου φάνηκε ότι είναι κάποιος που φωνάζει και γι’ αυτό στο δάσος τραγουδάμε συνέχεια σε μία νότα τραγουδάς. Όσο για του Λαπαθιώτη μου έβγαλε μια πολύ όμορφη ιστορία πάθους, που τη μετέφερα μέσα από ένα πολύ απλό και όμορφο τραγουδάκι. Το ποίημα έχει βέβαια ιστορία από πίσω, καθώς ο Λαπαθιώτης ήταν ομοφυλόφιλος, οπότε το «Κλείσε  τα παράθυρα να μη μας βλέπουν» έχει μια κοινωνική προέκταση της κοινωνίας, αλλά όπως και να έχει δεν είναι ένα δραματικό ποίημα.

Κοσμας: Η αλήθεια είναι ότι το ποίημα του Λαπαθιώτη έχει κάτι το απενοχοποιημένο και νομίζω ότι και η μελοποίηση έχει κάτι το απενοχοποιημένο. Διότι μέχρι τότε ήμασταν κι εμείς σε μια κατάσταση μεγαλύτερής εσωστρέφειας συνθετικά.  Για τα δικά μας δεδομένα ήταν πιο «ποπ». Αλλά και το ποίημα είναι κάπως έτσι, σαν να σου λέει «ζήσε».

Τι θεωρείτε πώς χάνει εκείνος που απορρίπτει την ποίηση; Πολύς κόσμος τη βρίσκει ακατανόητη.

Σταύρος: Χάνει ό,τι ένας νέος που απορρίπτει την Τέχνη συνολικά.

Κοσμάς: Το πρόβλημα με την ποίηση ξεκινάει από το σχολείο, όπως και με την Τέχνη. Όταν ξεκινάς το σχολείο και διαβάζεις αυτά που διαβάζεις και σου μαθαίνουν αυτά που σου μαθαίνουν, με τον τρόπο που στα μαθαίνουν είναι πάρα πολύ δύσκολο να κατανοήσεις συνολικά την Τέχνη. Κακά τα ψέματα οι ώρες της τέχνης στο σχολείο είναι οι ώρες του παιδιού (μουσική, ζωγραφική κτλ).

Σταύρος: Ας πούμε μαθαίνεις λογοτεχνία, κάνεις ένα ποίημα και οι απαντήσεις είναι έτοιμες. Εμείς είχαμε πετύχει ευτυχώς, πολύ καλούς καθηγητές στο μουσικό σχολείο, οπότε το μάθημα ήταν δημιουργικό και μας έβαζε σε κατάσταση να σκεφτούμε. Στα περισσότερα σχολεία οι περισσότεροι φιλόλογοι λένε «εδώ ο ποιητής ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΙ ΑΥΤΟ.»

Κοσμάς: Είναι κρίμα να δίνει πανελλήνιες και να ‘χεις να δώσεις Βιζυηνό. Δηλαδή να έχεις ένα τέτοιο αριστούργημα και να πρέπει να το αποδώσεις με όρους πανελληνίων και να το παπαγαλίσεις.

Σταύρος: Οπότε αυτός είναι ο κύριος λόγος που θεωρώ ότι οι νέοι αποστρέφονται την ποίηση.

Κοσμάς: Αργότερα βέβαια στην πορεία της ζωής σου μπορεί να επιστρέψεις στην Τέχνη.

Σταύρος: Επίσης σε ό,τι αφορά το τι χάνει, η Τέχνη και η ποίηση έχουν το καταπληκτικό ότι σε κάνουν να νιώθεις λιγότερο μόνος. Διαβάζεις ένα ερωτικό ποίημα και λέει με τον καλύτερο τρόπο εκείνο που αισθάνεσαι, για το οποίο δεν θα μπορούσες ποτέ να βρεις αυτές τις λέξειςι. Νιώθεις μία σύνδεση, μία συγκίνηση με αυτό.

Κοσμάς: Είναι μια παρηγοριά. Η Τέχνη δεν λέει ποτέ ότι δεν είσαι μόνος. Είσαι μόνος αλλά δεν είσαι ο μόνος. Είναι σα να μοιράζεσαι τη μοναξιά, αλλά δεν τη διώχνεις.

Σταύρος: Αυτό για μένα έχει μία δόση λύτρωσης.

Πάντως είναι κάπως εντυπωσιακό ότι ο κόσμος μέσα από τα τραγούδια σας τραγουδάει στίχους μεγάλων ποιητών.

Κοσμάς: Κοίτα, αυτό τώρα δεν ξέρω αν σημαίνει και κάτι. Κάποτε όλη η Ελλάδα τραγουδούσε Ρίτσο, δεν σημαίνει κάτι για την κοινωνία αυτό απαραίτητα. Ή κάποτε όλη η Ελλάδα ήξερε τον Καββαδία. Αλλά τους έχει μείνει το «Κανείς εκτός από τη μάνα σου δεν σε θυμάται» και το «Μια νύχτα μου πες σ’ αγαπώ στη Θεσσαλονίκη».

Σταύρος: Δεν είναι ότι αφομοιώνει ο κόσμος την πραγματική ουσία, παίρνει λίγο τα απόνερα και του μένουν. Ειδικά το μεταπολιτευτικό τραγούδι είναι γεμάτο από ποιητές, δεν έχει αποδειχτεί όμως ότι έχει ανέβει το επίπεδο, το αντίθετο.

Κοσμάς: Αλλά για να μην τα ισοπεδώνουμε και όλα, είναι σίγουρα θετικό το γεγονός ότι νέα παιδιά τραγουδάνε κάποια ποιήματα, όπως και ότι νέα παιδιά μελοποιούν και συνθέτουν πάνω στην ποίηση. Από την άλλη δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι και κάτι πάρα πολύ θετικό. Είναι κάτι που συνέβαινε πάντα, είναι κάτι που θα συμβαίνει πάντα και σε πιο φωτεινούς καιρούς και σε πιο σκοτεινούς, απλά δεν σημαίνει άμεσα ότι επιτελούμε και κάποιο κοινωνικό έργο. Κατά καιρούς έχει βάλει ο κόσμος στο στόμα του απίστευτα ποιήματα και φοβερά λόγια, αλλά αυτό δεν είχε άμεσες συνέπειες στην καθημερινότητα.

Σταύρος: Καλό είναι επίσης να ξεκολλάμε λίγο και από τις ταμπέλες, να διαβάζουμε ένα κείμενο και να σβήνουμε το όνομα που έχει από κάτω, αυτόν που το υπογράφει ώστε να το κρίνουμε σαν κείμενο. Τι μας λέει αυτό; Ανεξάρτητα αν είναι Ελύτης, Σεφέρης, Μήτσος, Κώστας.

Στη μουσική σας υπάρχει επίσης έντονα το στοιχείο της παράδοσης. Τι είναι εκείνο που σας ελκύει και γιατί πιστεύετε ότι εξακολουθεί να αρέσει τόσο και στις νέες γενιές; Πώς το παλιό συνδέεται με το καινούριο, τι έχει να του προσφέρει;

Σταύρος: Δυο πράγματα βλέπω εγώ πάρα πολύ. Καταρχάς τα τελευταία δέκα χρόνια υπάρχει πολύ μεγάλη άνθηση και στην παράδοση και στο ρεμπέτικο. Αυτό οφείλεται πάρα πολύ στους «έντεχνους» καλλιτέχνες που άρχισαν να τα ξαναφέρνουν στην επιφάνεια, δηλαδή στον Μάλαμα και τον Θανάση. Στις συναυλίες άρχισαν να επαναφέρουν παραδοσιακά τραγούδια και ρεμπέτικα και έτσι άρχισε ένα ευρύ κοινό να μυείται με κάποιο τρόπο. Έχουν επίσης πάρα πολύ μεγάλη σημασία, όλα τα σεμινάρια που γίνονται εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Το Χουβέτσι, το Μουσικό Χωριό στο Πήλιο, στην Ικαρία γίνεται εδώ και 3-4 χρόνια επίσης, σε μέρη δηλαδή με έντονο το παραδοσιακό στοιχείο.

Ο άλλος λόγος είναι ότι δεν έχουμε πολύ καλό πρωτόλειο υλικό. Δεν βγαίνουν πολλά καινούρια πράγματα που να είναι πολύ καλά. Οπότε καταφεύγουμε είτε να κάνουμε διασκευές με μπίτια στον Τσιτσάνη, η ρεμίξ σε τραγούδια του Ατικ και της Δανάης, είτε και αυτή η εκδοχή μου αρέσει, προχωράμε σε μια νέα ανάγνωση της παράδοσης. Δεν έχουμε πολύ καλά καινούρια πράγματα, οπότε έχουμε την ανάγκη να πάρουμε το κοινώς αποδεκτά καλό και να έρθουμε πάλι σε επαφή.

Κοσμάς: Εμείς δεν μπορούσαμε στα και 16 και τα 17 μας να ακούσουμε εύκολα κάποιο παραδοσιακό τραγούδι. Δεν ήταν οικείο στ’ αυτιά μας. Μόλις το ‘λεγε η Μάρθα (Φριντζήλα) λέγαμε ουαου. Αυτοί οι άνθρωποι λειτούργησαν άθελά τους σαν μεσάζοντες για να μας φέρουν σ’ επαφή με την παράδοση.

Η παράδοση έχει το εξής μαγικό, την ανωνυμία της. Δηλαδή μπορεί αυτό που τραγουδάς να το έχει γράψει ένας βοσκός, που ήταν με τα πρόβατά του, να είχε σκεφτεί τη μελωδία, να πήγε μετά στο χωριό, εκεί ένας άλλος που καθόταν και τα ‘πινε να έγραψε ένα στίχο και να φτιάχτηκε το τραγούδι. Έχει μια μαγεία όλο αυτό.

Σταύρος: Γιατί είναι συλλογικό.

Κοσμάς: Δεν ξέρεις ούτε καν αν αυτό που τραγουδάς τώρα, αν γράφτηκε έτσι. Δεν είχε καταγραφεί μέχρι ένα σημείο. Οπότε μπορεί η αρχική μελωδία να ήταν διαφορετική, μπορεί ο στίχος να ήταν διαφορετικός. Μας είχε πει κάτι ωραίο η Μάρθα: παράδοση σημαίνει παραδίδω κάτι, ο ένας το παραδίδει στον άλλο, ο άλλος στον παράλλο κ.ο.κ. Καταλήγει έχοντας πίσω του όλες αυτές τις ασάφειες ως προς την αρχική δημιουργία και καταλήγει να είναι κάτι πάρα πολύ μασίφ.

Στάυρος: Και στιχουργικά είναι τέλεια. Βλέπεις μια υψηλού επιπέδου λαϊκή ποίηση. Αυτό με συγκινεί απίστευτα. Λες ότι ο καλύτερος ποιητής δεν θα μπορούσε να τα γράψει καλύτερα. Έχει αυτή τη μαγεία. Επίσης εντάξει λέμε για τον Μάλαμα και τον Θανάση επειδή εμείς τα μάθαμε από εκείνους. Έχουν ασχοληθεί πολύ σοβαρά η Δομνα Σαμίου , ο Αηδονίδης, ο Σίμονας Καρράς και άλλοι.

Μοιάζει μέσα από τις εκτελέσεις σας να προσφέρετε ένα γαλήνιο περιβάλλον στον ακροατή. Είναι αυτό που έχουμε περισσότερο ανάγκη σήμερα με το τόσο τρέξιμο, το σκέφτεστε όταν γράφετε; Είστε έτσι και στην καθημερινότητά σας;

Σταύρος: Ποτέ δεν έχουμε σκεφτεί τι χρειάζεται ο καθημερινός άνθρωπος. Νομίζω ότι είναι λίγο χαμένο το παιχνίδι σε καλλιτεχνικό επίπεδο, αν σκέφτεσαι έτσι. «Α τώρα είναι αυτή η εποχή, οπότε κάτσε να γράψω χαλαρά να μην τον ενοχλώ τον άλλον γιατί έχει πολλά άγχη.»

Κοσμάς: Και είναι και μια βάση που έχουν πατήσει τώρα τα ραδιόφωνα. Ας παίξω οτιδήποτε που δεν θα κινητοποιήσει και δεν θα προβληματίσει τον άλλον που οδηγάει στο αμάξι του και πάει στη δουλειά του. Ή να του πω κάτι που το έχει ξανακούσει. Μη του βάλω τον πιο σκοτεινό δίσκο του Αγγελάκα και τρακάρει ο άνθρωπος. Αλλά νομίζω, ότι ο ρόλος της Τέχνης είναι να τρακάρει ο άνθρωπος.

Εμάς μας βγήκε αυτό το ύφος γιατί αυτή την ανάγκη είχαμε στην παρούσα φάση. Έχουμε γράψει διαφορετικά πράγματα από δίσκο σε δίσκο. Ας πούμε ο πρώτος είναι πιο εσωστρεφής, πιο σκοτεινός. Αυτό που ίσως εγώ κατάλαβα είναι ότι το σκοτάδι που υπάρχει μέσα μας δεν χρειάζεται να το φωνάζουμε. Μ’ αρέσει καμιά φορά όταν υπάρχει στα τραγούδια, δεν χρειάζεται όμως να το φωνάζουμε ούτε να το υποστηρίζουμε με κάτι βαρύγδουπο από πίσω ή με κάτι πολύ απαραίτητα σκοτεινό. Ανακάλυψα ότι μ’ αρέσει πάρα πολύ να υποβόσκει αυτό το πράγμα και να ανακαλύπτεται.

Σταυρος: Οδηγηθήκαμε και λίγο μοιραία σε αυτό το αποτέλεσμα, από τις ερμηνείες του Κοσμά. Σε κάποια φάση μας άρεσε πιο πολύ να ακούμε τον Κοσμά πιο ήρεμο. Μου ήταν κι εμένα πιο αρμονικό.

Κοσμας: Δεν είμαστε από τα συγκροτήματα που έχουμε καταλήξει σε ένα ήχο ή ύφος. Προς το παρόν ναι είμαστε έτσι. Πριν τρία χρόνια όμως κάναμε live με 2 ηλεκτρικές κιθάρες κι ένα φαγκότο. Ήταν οριακά πανκ αυτό το πράγμα. Σε δυο χρόνια μπορεί να βγούμε με μπουζούκι και με ένα ακορντεόν να παίζουμε τα τραγούδια μας. Θέλουμε κάθε φορά να έχουμε μια ματιά όσο πιο αντικειμενική γίνεται και καθαρή για να βλέπουμε τον καλύτερο τρόπο να αποδίδουμε αυτό που έχουμε να πούμε. Αν αυτό είναι ροκ, πιο ήρεμο, θα το ακολουθήσουμε. Δεν νομίζω ότι έχουμε να υπηρετήσουμε κάποιο ύφος συγκεκριμένο. Ή ότι θα πρέπει να πάμε με ένα μοτίβο μέχρι τα 60 μας χρόνια.

Υπάρχει ένα στίχος που λέει από τραγούδι που λέτε «στον ίσκιο κάθονται οι φτωχοί, στον ήλιο οι αρχοντάδες». Τι χρειάζεται για ν’ αλλάξει επιτέλους ο κόσμος και να γίνει πιο δίκαιος;

Κοσμάς: Είναι ένα παραδοσιακό κομμάτι που περνάει ένα απίστευτο μήνυμα. Είναι λίγο ουτοπικό να πούμε τι χρειάζεται για να αλλάξει ο κόσμος. Δεν πιστεύω ότι θα αλλάξει, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να λειτουργούμε σαν να πιστεύουμε ότι θα αλλάξει. Χρειάζονται πάρα πολλά να αλλάξει ο κόσμος, σχεδόν το DNA του ανθρώπου. Δεν νομίζω ότι μπορούμε να πούμε ένα, δύο, τρία πράγματα συγκεκριμένα.

Σταύρος: Εγώ αυτό που θα ήθελα ιδανικά είναι να γίνεται αυτοκριτική. Ακούω συνέχεια παιδιά να λένε ‘πρέπει να βάλω τα όρια μου». Επειδή νιώθουμε από παντού να μας πατάνε, λέμε «να βάλω τα όρια μου» και σε κάποια φάση γίνεται τελικά επιθετικό όλο αυτό.  Δεν βάζεις όρια, υπερβαίνεις τα όρια του άλλου. Ενώ αν ο καθένας έβαζε τα όρια στον εαυτό του, δεν θα έμπαινε ο άλλος στου καθενός τα όρια, δεν θα μπλέκαμε. Οπότε για μένα θέλει πολλή αυτοκριτική και συνείδηση του ό,τι κάνουμε.

Κοσμάς: Και να βλέπουμε τελικά το τι είμαστε. Είμαστε ένα τίποτα σε σχέση με το όλον, το σύμπαν. Περνάμε και φεύγουμε έτσι. Κι εδώ πέρα όσο ζούμε αισθανόμαστε πολύ πιο σημαντικοί απ’ όσο είμαστε τελικά. Να δει ο όμως καθένας  λίγο και τι αφήνει πίσω του. Τα τελευταία χρόνια αφήνουμε πίσω μας μόνο καταστροφή. Και οικολογικά και κοινωνικά και πολιτικά και στα πάντα.

Όταν ήμασταν έφηβοι είχαμε την αίσθηση ότι θα τον αλλάξουμε αυτό τον κόσμο. Μετά ακούς Χατζιδάκι και συνειδητοποιείς ότι αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ.

Εγώ είμαι με τις πιο μικρές ομάδες. Έχουμε την ανυπομονησία αυτό που θα κάνουμε να έχει αντίκτυπο σήμερα –  τώρα – παντού, στον βιολογικό μας χρόνο. Όχι! Μπορείς να κάνεις κάτι που θα αφορά 20 άτομα στη γειτονιά σου και μπορεί να μην έχει καν αντίκτυπο ποτέ, αλλά μπορεί και να έχει σε 200 χρόνια. Πώς είναι στην τέχνη που βλέπεις ένα φωτεινό φάρο, ένα σημείο αναφοράς και επιστρέφεις εκεί. Πώς βλέπεις τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη. Δεν άλλαξαν τον κόσμο οι άνθρωποι, αλλά έκαναν κάτι που το βλέπουμε και σήμερα. Μπορεί να τον αλλάξουν, μπορεί σε 200 χρόνια να είναι η αρχή για να αλλάξει κάτι. Είναι μάταιο πάρα πολύ όμως να λες ότι ο κόσμος θα αλλάξει, επειδή εσύ κάνεις κάτι ή γράφεις κάτι. Ακόμα κι αν κάνεις κάτι φανταστικό.

Παρακολουθείτε να συμβαίνει κινηματικά κάτι ενδιαφέρον;

Σταύρος: Εγώ σχεδόν τίποτα. Και μάλιστα ο κόσμος όσο περνάνε τα χρόνια κλείνεται όλο και περισσότερο στην εσωστρέφεια, γίνεται ξενοφοβικός. Όχι απαραίτητα ρατσιστής, θέλει να μένει σε ένα κουκούλι να είναι ασφαλής και οτιδήποτε διαφορετικό το διώχνει. Έτσι, δεν μπορούν να υπάρχουν νέες συλλογικές προσπάθειες. Και δυστυχώς και σε συλλογικότητες υπερισχύει πολύ περισσότερο το εγώ απ’ ό,τι το πάμε να κάνουμε κάτι όλοι μαζί και να βάλουμε ο καθένας τις παθογένειές του στην άκρη και να κάνουμε κάτι για το κοινό καλό.

Κοσμάς: Επειδή αυτό μου φαίνεται πολύ απαισιόδοξο, δανείζομαι κάτι που λέει συχνά ο Σταύρος, ότι ως ανθρωπότητα είμαστε ακόμη σε νηπιακό στάδιο. Μπορεί ακόμη να μην έχει αναπτυχθεί τόσο η συνείδηση. Ο άνθρωπος παλεύει ακόμα μεταξύ ζώου και της λογικής, είμαστε σε τέτοιο στάδιο, δεν έχει ακόμα καταφέρει να υπερισχύσει η λογική. Μπορεί σε 100 χρόνια να σταματήσουμε να τρώμε άλλα ζώα, να σταματήσουμε να πληγώνουμε το περιβάλλον, τους συνανθρώπους μας, να βλέπουμε έναν άνθρωπο άστεγο και να φαίνεται παράλογο και όχι μέρος της καθημερινότητας μας. Από την άλλη δεν μπορείς να μας τα χρεώσεις και όλα. Γιατί είμαστε πολύ μικροί ακόμα. Ακόμα παλεύουμε μεταξύ της λογικής ότι δεν είναι σωστό να φάω το ζώο, από την άλλη είμαι ζώο, οπότε πρέπει το καημένο το γουρουνάκι να το φάω. Σκέψου ένα λιοντάρι πάρα πολύ πεινασμένο στη ζούγκλα που έχει από τη μία τη λογική «αυτό που κάνω δεν είναι πολύ καλό» και δεν τρώει την αντιλόπη που περνάει δίπλα, κάποια στιγμή όμως θα γυρίσει και θα τη φάει, θα μείνει ακέφαλη η αντιλόπη. Θέλει πάρα πολλά χρόνια μέχρι το λιοντάρι να μη φάει την αντιλόπη και να μην είναι επεκτατικό. Αυτή είναι η αισιόδοξη πλευρά, η άλλη είναι ότι θα παραμείνει ο άνθρωπος ως έχει

Θα θέλατε να μας διηγηθείτε την ιστορία του Χάσαν;

Κοσμάς: Αυτή την ιστορία την άκουσα σε ένα καφενείο στα Εξάρχεια, πιστεύω ότι ισχύει. O Χάσαν ήταν ένας Ρομπέρτ των δασών της εποχής που λήστευε πιο πλούσιους ανθρώπους και μοίραζε τα λεφτά. Σε κάποια φάση, έγινε μια στραβή που λέμε, έκανε κάποιο φόνο, φυλακίστηκε και πέθανε στη φυλακή. Όταν έκανε τις ληστείες έφευγε από το γεφύρι της Δράμας, γι’ αυτό λέει και το κομμάτι στο τέλος «πιο στενό από το γεφύρι είναι το κελί.»

Τι έχει για σας άγγιγμα αθάνατο, όπως λέει κι ένας δικός σας στίχος;

Κοσμάς: Νομίζω η ζωή η ίδια. Εμείς τώρα μπορεί να συζητάμε για μια μαύρη πλευρά των πραγμάτων, από την άλλη αν ανοίξεις απλά τα μάτια σου και βγεις στον δρόμο, θα δεις ένα θαύμα μπροστά σου. Το γεγονός ότι εγώ είμαι φίλος με τον Σταύρο και κάνουμε παρέα από 7 χρονών, το γεγονός ότι συνάπτουμε σχέση με άλλους ανθρώπους, το γεγονός ακόμη κι ότι υπάρχουμε είναι απίστευτα όμορφο. Και μόνο που μιλάμε και περπατάμε έχει μια απίστευτη ομορφιά και είμαστε δεδομένα πάρα πολύ τυχεροί. Είναι τύχη τελείως ότι είμαστε εδώ πέρα και ότι έχουμε πατήσει το rec στο κινητό. Απλά πάντα τείνουμε να εστιάζουμε στα αρνητικά, γιατί τα θετικά τα συνηθίζουμε, τα θεωρούμε δεδομένα. Πάντα τείνουμε να εστιάζουμε στο πρόβλημα, δεν σημαίνει ότι δεν έχει ομορφιά όμως όλο αυτό που βιώνουμε.

Έχετε γυρίσει video clip σε δυο μαγαζάκια των Εξαρχείων, τον Μικρό Ερωτικό και το Λεμονάκι. Στον Μικρό Ερωτικό επίσης ενημερώνετε ότι διατίθενται οι δίσκοι σας. Γιατί επιλέξατε εκεί και με αυτό τον τρόπο να υποστηρίξετε και διαδώσετε τη δουλειά σας;

Σταύρος: Αρχικά το δισκογραφικό τοπίο είναι πολύ άσχημο. Οι εταιρείες δεν κάνουν ούτε καν τη δουλειά που έκαναν κάποτε. Τότε τουλάχιστον σου έδιναν κάποια εφόδια ώστε να μπορέσεις να κάνεις κάποια πράγματα, έστω και μέσω ενός κακού συστήματος. Πλέον δεν συμβαίνει ούτε αυτό. Με τον Σπύρο Χόλη, που έχει τον Μικρό Ερωτικό, κάναμε παρέα ούτως η άλλως. Πηγαίνουμε στο μαγαζί του, καθόμαστε και τα λέμε συχνά. Αγαπάει απίστευτα τη μουσική.

Κοσμάς: Ήταν πολύ συνειδητή επιλογή ότι πάμε να βγάλουμε τον δίσκο με τον Σπύρο και όχι σε κάποια εταιρεία. Πριν 4-5 χρόνια ανακαλύψαμε έναν άλλο κόσμο εκεί πάνω στην Καλλιδρομίου. Έτυχε να πάμε μία φορά, ένα Σάββατο, και ανακαλύψαμε μια γειτονιά. Σαν να είχε ξεφυτρώσει από άλλη δεκαετία. Στο Λεμονάκι, ένα μανάβικο, μαζεύονται όλοι μαζί πίνουν ρακούλα, τσιμπάνε μεζεδάκια και περνούν όμορφα. Είναι μια γειτονία και είναι πράγματα που εμείς δεν τα έχουμε ζήσει καθόλου. Μας άρεσε πάρα πολύ που γνωρίσαμε αυτούς τους ανθρώπους και είπαμε ότι σε ένα τέτοιο κλίμα θα θέλαμε να ζούμε και να δημιουργούμε. Για ποιο λόγο ας πούμε να μπω σε μία διαδικασία να συζητήσω με μια εταιρεία για το πώς θα βγάλω τον δίσκο, αν αυτό που κάνω είναι εμπορικό, αν θα πιάσει, αν το ένα, αν το άλλο. Για ποιο λόγο να μιζεριάσω;

Σταύρος: Ενώ υπάρχει μάλιστα ένας άνθρωπος που ήρθε με απίστευτη αγάπη και ανιδιοτέλεια και χωρίς κανένα οικονομικό συμφέρον -μέχρι που έβαλε λεφτά από την τσέπη του- και σου λέει ‘δεν ξέρω να το κάνω αυτά, αλλά δεν με νοιάζει θέλω αυτό το πράγμα να το βγάλουμε μου αρέσει!’ Ε και λες εννοείται εδώ θα πάω, πού να πας;’ Και οι δυο δρόμοι θέλουν τρέξιμο, ας τρέξεις καλύτερα σε έναν δρόμο που είναι πιο όμορφος.

Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια;

Κοσμάς & Σταύρος: Τα επόμενα προγραμματισμένα live μας είναι στις 17 Απριλίου στην Θεσσαλονίκη στο Καφωδείο και στις 21 Απριλίου στον Σταυρό του Νότου στην Αθήνα, οπού θα παίξουμε για πρώτη φορά μαζί με χάλκινα πνευστά (τρομπέτα, τρομπόνι) και με δύο κρουστούς. Παράλληλα πειραματιζόμαστε πάνω σε κάποια καινούρια κομμάτια, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας την επόμενη δισκογραφική μας απόπειρα. Σ’ ευχαριστούμε πολύ για την όμορφη κουβέντα!

 

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Γεννήθηκε και ζει στα Εξάρχεια. Αγαπά τους τοίχους, τους αγώνες και τους ανθρώπους τους. Του αρέσει να φωτογραφίζει και να γράφει για όσα δεν μπόρεσε να φωτογραφίσει. Κυκλοφορεί από τα εννιά του με μια εφημερίδα στο χέρι και συνεχίζει να γράφει σε μπλοκάκι στα ρεπορτάζ. Ακούει Verve, Μπαλάφα και Grunge και διαβάζει ό,τι του γυαλίσει στις βιτρίνες της Καλλιδρομίου, της Ζωοδόχου Πηγής και της Θεμιστοκλέους. Αγαπά τα νησιά και κάποτε θέλει να ζήσει σε ένα από αυτά. Μέχρι τότε, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για μια διαφορετική δημοσιογραφία, με πολλά αυτοδιαχειριζόμενα 3point και γραφιάδες χωρίς περιορισμούς.

Σχετικά Άρθρα

X