Ο Αντρέ Μαλρώ γεννήθηκε σαν σήμερα, 3 Νοεμβρίου, το 1901 στο Παρίσι. Σπούδασε στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών και, μετά τη δημοσίευση του αλληγορικού διηγήματός του «Χάρτινα φεγγάρια» (1921), συμμετείχε σε μια αρχαιολογική αποστολή στην Καμπότζη, συντάχθηκε με τους Κινέζους επαναστάτες και πήρε μέρος στον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο (1926-1928), στη Σαγκάη και την Καντόνα.

Αποτέλεσμα αυτής της άμεσης επαφής του με την Ανατολή ήταν «Ο πειρασμός της Δύσης» (1926). Επόμενα έργα του: «Το αλλόκοτο βασίλειο» (1928), «Οι κατακτητές» (1928), «Βασιλική οδός» (1930), «Η ανθρώπινη μοίρα» (1930, βραβείο Γκονκούρ), «Ο καιρός της περιφρόνησης» (1935), «Η ελπίδα» (1937). Συμμετείχε ενεργά στη γαλλική Αντίσταση και τον αγώνα για την απελευθέρωση, εμπειρίες που θα περιγράψει στο μυθιστόρημα «Η πάλη με τον άγγελο», του οποίου το χειρόγραφο καταστράφηκε από την Γκεστάπο και μονάχα ένα μικρό τμήμα του κυκλοφόρησε το 1943 με τίτλο «Οι καρυδιές του Άλτενμπουργκ». Μετά το τέλος του πολέμου χρημάτισε υπουργός Πολιτισμού και εγκατέλειψε τη λογοτεχνική φόρμα για να αφιερωθεί στη συγγραφή μελετών αισθητικού περιεχομένου: «Ψυχολογία της τέχνης» (1947-1950), «Το φανταστικό μουσείο» (1947), «Η καλλιτεχνική δημιουργία» (1948), «Οι φωνές της σιωπής» (1951), «Το φανταστικό μουσείο της παγκόσμιας γλυπτικής» (1952-1954), «Μεταμορφώσεις των θεών» (1957), «Απομνημονεύματα» (1967), «Οι κομμένες βελανιδιές (1971), «Κεφάλι από οψιδιανό (1974). Πέθανε στις 23 Νοεμβρίου του 1976.

 

Όσο το διάσελο πλησίαζε στο Λινάρες, ο δρόμος γινόταν πιο φαρδύς. Οι χωριάτες βάδιζαν γύρω από τα φορεία. Οι μαυροντυμένες γυναίκες, με τη μπόλια στο κεφάλι και το καλαθάκι στο μπράτσο, στριφογύριζαν, πολυάσχολες πάντα… Οι άντρες, αυτοί ακολουθούσαν τα φορεία, χωρίς ποτέ να τα προσπεράσουν. Προχωρούσαν στην ίδια γραμμή, ευθυτενείς, όπως όλοι όσοι έχουν κουβαλήσει κάποιο βάρος στον ώμο. Σε κάθε αλλαγή βάρδιας, οι καινούριοι μεταφορείς άφηναν το άκαμπτο βάδισμά τους κι έκαναν την προσεκτική και στοργική κίνηση για να πιάσουν τα ξύλα του φορείου και ξεκινούσαν με το ε… οπ! της καθημερινής τους δουλειάς, λες και ήθελαν να κρύψουν γρήγορα αυτό που η κίνηση είχε δείξει από την καρδιά τους. Είχαν πάντα στο νου τους τις πέτρες του μονοπατιού, θέλοντας να μην τραντάξουν τα φορεία, προχωρούσαν βήμα-βήμα, ένα βήμα κανονικό, που αργοπόρευε σε κάθε κλίση του εδάφους. Και ο ρυθμός αυτός, ταιριασμένος με τον πόνο, σε τούτο τον ατέλειωτο δρόμο, φαινόταν σαν να γέμιζε το απέραντο διάσελο όπου, ψηλά, κρώζαν τα ύστατα πουλιά, όπως θα τον γέμιζε το αργό, πομπικό χτύπημα των τυμπάνων ενός πένθιμου εμβατηρίου. Κι όμως, δεν ήταν ο θάνατος που εκείνη τη στιγμή ταίριαζε με τα βουνά· ήταν η θέληση των ανθρώπων… Κι αυτή η πορεία των μαυροντυμένων χωρικών, των γυναικών με τα μαλλιά κρυμμένα κάτω απ’ τα προαιώνια τσεμπέρια τους, δεν ακολουθούσε απλώς τους λαβωμένους, κατηφόριζε σ’ έναν απέριττο Θρίαμβο…

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του «Η Ελπίδα»)

Σχόλια

X