Και θλίψη κι οργή κι απόγνωση και όλων των λογιών τα συναισθήματα προκάλεσε η παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη στο πάλκο του συλλαλητηρίου για τη Μακεδονία στο Σύνταγμα, τη χθεσινή συννεφιασμένη Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου.

Τότε ήταν που ο Μίκης αποκαθηλώθηκε στα μάτια των τελευταίων που έβρισκαν ένα συγχωροχάρτι να του αποδώσουν, κάθε φορά που η αμφιλεγόμενη διαδρομή του θύμιζε πως ένας σπουδαίος μπορεί να εκπέσει στα χαμηλότερα πατώματα της συνείδησης του λαού. Αυτού για τον οποίον έγραφε τα τραγούδια του, εκεί όπου αναφερόταν με τους στίχους του, εκείνον από τον οποίο τροφοδοτούταν υλικά και ηθικά ως καλλιτέχνης.

Διάβολε, εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Οργανώθηκε στον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Εξελέγη πρόεδρος της Νεολαίας Λαμπράκη. Βουλευτής με την ΕΔΑ. Συνελήφθη από τη Χούντα, φυλακίστηκε, βασανίστηκε, έκανε απεργία πείνας, νοσηλεύτηκε από τις κακουχίες. Έδωσε συναυλίες μετά το Τσέρνομπιλ σε όλη την Ευρώπη κατά της ατομικής ενέργειας. Πήρε θέση για τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία, για τον Οτσαλάν, για τις επεμβάσεις του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Τον είδε δηλαδή τον ιμπεριαλισμό, τον σκέφτηκε, τον κατάλαβε. Δεν ήταν άμυαλος.

Άσμα ασμάτων. Ένα το χελιδόνι. Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ. Διάολε, ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΗΛΙΕ ΝΟΗΤΕ. Μέρα Μαγιού μου μίσεψες. Απρίλης. Έγραψε αυτά. Τα έχεις ακούσει ποτέ; Είναι τα διαμάντια μιας Ελλάδας αληθινά πατριωτικής, δηλαδή για το λαό. Μιας Ελλάδας που πεθαίνει και δίνει τη θέση της σε υστερικούς.

Μια τεράστια πορεία, ένα ανεκτίμητο έργο και ο διάβας του σε μια εποχή αφάνταστη για τους σημερινούς 20άρηδες και 30άρηδες, σβήστηκαν μετά από έναν πύρινο λόγο μπροστά από πρασινομπερέδες, ανοιακούς που αναπολούν τον Χριστόδουλο, ανέπαφους με την πραγματικότητα «πατριώτες» που δακρύζουν στην όψη μιας αδειανής σημαίας και χρυσαυγίτες, παραστρατιωτικούς, μαχαιροβγάλτες και στρατόκαυλους. Σβήστηκε αυτή η ιστορία του Θεοδωράκη, όχι μονοκοντυλιά, αλλά σίγουρα οριστικά.

Χαιρέτισε με σκωπτικό ύφος τους συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο, αποκαλώντας τους «φασίστες, ρατσιστές». Κι από κάτω ήταν όντως φασίστες και ρατσιστές. Και ναζιστές ήταν από κάτω. Δεδηλωμένοι, όχι άιντε.

Ο Κασιδιάρης κοκορεύτηκε πως ο Μίκης επέστρεψε στα πατρογονικά ιδεολογικά του εδάφη, μετά την ΕΟΝ του Μεταξά. «Τα ενδιάμεσα παραγράφονται». Και τώρα Μίκη δηλαδή, εμείς συμφωνούμε με τον Κασιδιάρη; Πώς παραγράφονται τα ενδιάμεσα; Αυτό κατάφερες; Να σε χειροκροτεί ο Κασιδιάρης; Το κατάλαβες αυτό που μόλις συνέβη;

Στις 4 Φεβρουαρίου 2018, ένα συλλαλητήριο στα χαμένα, από αντικυβερνητικούς, αντιαριστερούς, χριστιανοταλιμπάν και ελαφρόμυαλους συνέθεσαν το σκηνικό λατρείας ενός Μίκη που στάθηκε μπροστά στο μικρόφωνο για να υποστηρίξει τον «αριστερόστροφο φασισμό», σαν ο τελευταίος ηλίθιος δεξιός εκεί έξω. Σαν ο πιο ανίδεος ΔΑΠίτης, ο πιο απολιτίκ κλαμπόβιος.

Κάποτε, ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε το «Γελαστό Παιδί», ένα ποίημα του Μπρένταν Μπέχαμ για τον Μάικλ Κόλινς, έναν από τους σπουδαιότερους ηγέτες του ιρλανδικού απελευθερωτικού κινήματος και του προγόνου του IRA (Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού), που πάλευε για την απελευθέρωση από τους Βρετανούς, μετά από 700 χρόνια κατοχής. Ο Κόλινς έπεσε νεκρός στην εμφύλια σύρραξη στις τάξεις του IRA, μετά την αγγλοϊρλανδική συνθήκη ανεξαρτησίας στις 22 Αυγούστου 1922.

Ο στίχος αναφέρει πως «σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί». Στις συναυλίες μετά τη Χούντα ο κόσμος τραγουδούσε «σκοτώσαν οι φασίστες» και ο ίδιος ο Μίκης είπε πως αφιέρωσε το τραγούδι στον Λαμπράκη.

Την Κυριακή, το γελαστό παιδί ήταν ο Κασιδιάρης και ο χρυσαυγίτης, που έβλεπαν τον θυμωμένο Μίκη να λέει όσα είπε.

Σχόλια

X