Μη φανταστείς πως είναι μεγάλη και αχανής όπως οι εύφορες εκτάσεις της Αφρικής. Ίσα που καταλαμβάνει πενήντα τετραγωνικά. Όσο ένα ισόγειο μπακάλικο στην Κυψέλη, που μένει ακόμη μικρότερο από τα ράφια, το ψυγείο, τα καφάσια με τα φρούτα, το γραφείο και την ταμειακή μηχανή επάνω.

Στο ένα από τα δύο δωμάτια μαζεύονται οι άνθρωποί της. Είναι ο χώρος που αισθάνονται ελεύθεροι, όπως μου είπαν. Πίσω από τις χλωρίνες, τα πακέτα με το ρύζι και τις βαφές μαλλιών που βρίσκονται στη βιτρίνα νιώθουν προστασία. Νιώθουν ότι τα κακόβουλα βλέμματα και ο ρατσισμός βρίσκουν ένα τείχος που δεν μπορούν να διαπεράσουν. Κάθονται κυκλικά σε ψάθινες καρέκλες και πλαστικά σκαμπό και συζητούν. Για όσα συζητάμε όλοι στις παρέες μας και για όσα βιώνουν εκείνοι εις διπλούν ως μετανάστες.

Το μπακάλικο είναι το κέντρο του στενόχωρου σύμπαντος που άφησαν να υπάρχει η ξενοφοβία και η φτώχεια. Το σημείο που τέμνονται οι ανάγκες για διαφυγή, ο χώρος έξω από το σπίτι που μπορούν να πάνε χωρίς προβλήματα. Ή, ακόμη πιο απλά, το στέκι τους. Κι ένα κομμάτι της τραχιάς καθημερινότητας, όπως οι σαγρέ τοίχοι των πολυκατοικιών που μένουν.

Οι θαμώνες του είναι εκείνοι που λατρεύουν τον Αντετοκούνμπο και ξέρουν πως δεν θα λατρευτούν ποτέ. Δεν είναι μπασκετμπολίστες παγκοσμίου φήμης. Κάποιοι μετά βίας ξεπερνούν το 1.70. Φοράνε όμως τη φανέλα του, γιατί η πορεία του τους δίνει ελπίδα. Είναι ο αδερφός τους που τα κατάφερε.

Ένας από τους θαυμαστές του Γιάννη είναι ο Πρενς, 49 χρόνων. Κάτω από τον χριστιανικό σταυρό που έχει κρεμασμένο στον λαιμό φοράει τη φανέλα του Αντετοκούνμπο με την Εθνική Ελλάδας. Το σύνολο συμπληρώνεται από ένα καπέλο στο ίδιο χρώμα.

Ο Πρενς βρίσκεται στη χώρα εδώ και έξι χρόνια. Έφτασε όπως όλοι σχεδόν. Με μια βάρκα που είχε πάνω της περισσότερους απ’ όσους άντεχε το φουσκωτό σκαρί της και κουμπωμένη πίσω μια μηχανή μικρότερη απ’ όσο χρειαζόταν για να εξασφαλίσει ότι θα φτάσει στον προορισμό της. Κοιτάζοντας τη ζωή του έξι χρόνια μετά, δεν το μετανιώνει. Κοιτάζοντας τη ζωή έξω από το μπακάλικο, με τις παλιές πολυκατοικίες, τον δρόμο γεμάτο μπαλώματα και τα σμπαραλιασμένα βρόμικα πεζοδρόμια, επιμένει ότι εδώ είναι καλύτερα.

Όπως εξηγούν τα μέλη της κοινότητας, υπάρχουν αρκετά σημαντικές διαφορές. «Εδώ έχουμε σταθερό ρεύμα όλη μέρα. Εκεί χρειάζεσαι γεννήτρια που θα δουλεύει τουλάχιστον δώδεκα ώρες και την οποία δεν μπορούν ν’ αντέξουν όλοι οικονομικά». Στην εκπαίδευση επίσης υπάρχουν δίδακτρα. «Δεν υπάρχει δημόσια δωρεάν εκπαίδευση όπως εδώ. Πληρώνεις από το προνήπιο. Και στα ιδιωτικά τα τριπλάσια».

Ή θα στραβοκοιτάνε ή θ’ αλλάζουν πεζοδρόμιο

Αργά το απόγευμα, ο Πρενς, ο Γιουτζίν, ο Τζόζεφ, ο Μάρβιν, ο Μπένεκτιτ και πόσοι ακόμη συναντιούνται στο μπακάλικο. Έχουν τελειώσει συνήθως τη δουλειά τους και μοιράζονται τα νέα τους. «Μιλάμε για τη ζωή, πώς θα επιβιώσουμε. ‘Α, εγώ θα κάνω το εμβόλιο. Α, εγώ δεν θα το κάνω’».

Τώρα που κάνει ζέστη, βγαίνουν καμιά φορά έξω, σχηματίζοντας ένα μικρό μπούγιο. Μοιράζονται κατά μήκος του στενού πεζοδρομίου που υπάρχει μπροστά από το μαγαζί και στο πλατύσκαλο της εισόδου από τη διπλανή πολυκατοικία. Κάποιες φορές τα βλέμματα των περαστικών στρέφονται αλλού με αποστροφή. «Τι είναι όλοι αυτοί εκεί; Τι κάνουν;» είναι οι ερωτήσεις που αιωρούνται πάνω από το βιαστικό τους βάδισμα. Σε κάποιες περιπτώσεις αλλάζουν πεζοδρόμιο. Κάνουν την παρέα μπροστά από το μπακάλικο ν’ αναρωτιέται: «Εμείς στη Νιγηρία όταν βλέπουμε παρέες από λευκούς θέλουμε να είμαστε ανάμεσα, δεν θεωρούμε ότι κάνουν κάτι κακό». Υπάρχουν κι εκείνοι, βέβαια, που δεν αλλάζουν κατεύθυνση, παρά μόνο για να χαιρετήσουν. Ένας Έλληνας γείτονας ανταλλάσσει εγκάρδια χειραψίες κι ενημερώνει ότι περιμένει, όπως όλοι, να έρθει η στιγμή που θα φύγει διακοπές.

Άλλη η τιμή για τον μαύρο, άλλη για τον λευκό

Το μπακάλικο είναι ένας χώρος απλός. Παλιακός. Με κυρίαρχο χρώμα το λευκό. Το βλέπεις στους τοίχους, στα ράφια του, στο μεγάλο ψυγείο με τα κατεψυγμένα. Είναι ένας χώρος ψυχρός. Κανείς όμως δεν θα πει ότι δεν του αρέσει. Πώς θα μπορούσε; Ο Γιουτζίν θυμάται μια τελευταία τους προσπάθεια να πιουν μια μπύρα στη Φωκίωνος Νέγρη. «Πριν από λίγες εβδομάδες πήγαμε με δύο φίλους σ’ ένα μπακαλικάκι όπως εδώ, αλλά με καρέκλες έξω. Μας είπαν ότι αν θέλαμε να πάρουμε την μπύρα στο χέρι, έπρεπε να πληρώσουμε 1.10. Αν θέλαμε να κάτσουμε όμως στις καρέκλες, θα έπρεπε να δώσουμε 1.60. Δεν θα ήταν πρόβλημα. Διαπιστώσαμε όμως ότι σ’ εκείνους που ήταν λευκοί δεν ζητούσαν το ίδιο».

Δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη του ημέρα στην Ελλάδα, συνεχίζει να βιώνει τον ίδιο ρατσισμό. «Κάθε, μα κάθε ημέρα» οι αστυνομικοί τον σπρώχνουν στον τοίχο για να του κάνουν έλεγχο. «Δεν μπορώ να περπατήσω χωρίς να με ελέγξουν. Με πιάνουν, μου ψάχνουν τις τσέπες. Με ρωτούν αν πουλάω ναρκωτικά, πού πηγαίνω. Μου λένε ότι θα με βάλουν στο βαν για να με πάνε στο Τμήμα. Με πάνε ώς εκεί, βλέπουν τα χαρτιά μπροστά στο αυτοκίνητο και μετά με αφήνουν». Η διαδρομή μέχρι το βαν όμως γίνεται κάθε φορά. Αυτό το απαξιωτικό τέταρτο είναι μέρος της καθημερινότητάς του.

Ένας ποδοσφαιριστής που έβγαλαν απ’ τον δρόμο του

Τα πάντα θα μπορούσαν να είναι πολύ διαφορετικά για τον Γιουτζίν. Όπως συνέβη με τον Αντετοκούνμπο, είχε κι αυτός την ευκαιρία του στον επαγγελματικό αθλητισμό. Μόνο που τα δικά του όνειρα, χωρίς να ευθύνεται ο ίδιος, πνίγηκαν στον Πατραϊκό Κόλπο.

Στην Ελλάδα ήρθε ως ποδοσφαιριστής από ομάδα του Ντουμπάι. Τον είχε αποκτήσει η γνωστότερη και μεγαλύτερη ομάδα της Πάτρας, η Παναχαϊκή, που τότε αγωνιζόταν στη Β’ Εθνική. Έξι μήνες μετά την υπογραφή του συμβολαίου, ο Γιουτζίν παρέμενε απλήρωτος και χωρίς να έχει πάρει τα χαρτιά παραμονής που δικαιούνταν. Η Παναχαϊκή είχε κατορθώσει να παραμείνει στη Β’ Εθνική, ενώ προηγουμένως είχε πτωχεύσει, χάρη στη νομική της συγχώνευση με μια άλλη ομάδα της πόλης που δεν είχε χρέη, τον Πατραϊκό. Η τακτική να φέρνει παίκτες – μετανάστες χωρίς να τους πληρώνει αποδείχτηκε ότι ήταν μοντέλο της ομάδας για να επιβιώνει αγωνιστικά όσο μπορούσε περισσότερο.

Στο μεσοδιάστημα, η βίζα τρίμηνης διάρκειας του Γιουτζίν είχε λήξει κι ο ίδιος βρισκόταν στο κενό. Αποφάσισε να έρθει στην Αθήνα και να μείνει σ’ έναν φίλο του. Κατάφερε να βρει μια ομάδα στο τοπικό πρωτάθλημα. Όπως σύντομα θα διαπίστωνε όμως, ούτε εκείνη είχε πρόθεση να τον πληρώσει, ενώ τα χαρτιά που του έβγαλε «δεν ήταν αρκετά ούτε να με πάνε στη στάση του μετρό στο αεροδρόμιο».

Σήμερα είναι 39 χρόνων, παντρεμένος με Ελληνίδα γυναίκα και έχει δύο παιδιά. Εργάζεται σε ξενοδοχείο της περιοχής και δεν κοιτάζει το παρελθόν με απογοήτευση. «Κατάφερα κάτι πιο σημαντικό, να έχω αυτή την οικογένεια». Στο σπίτι τους έχει κρεμάσει τέσσερις μικρές πλαστικές μπασκέτες. Ο γιος του, 7 ετών, φοράει τη φανέλα του Αντετοκούνμπο με τους Μπακς, την ομάδα του στο ΝΒΑ, και καρφώνει. Όταν μεγαλώσει, θέλει να γίνει μπασκετμπολίστας. «Ο Γιάννης κατάφερε να κάνει τα παιδιά μας να ονειρεύονται». Και πλέον είναι κάπως πιο εύκολο σε σχέση με τα χρόνια που ήταν πιτσιρικάς ο πασίγνωστος πάουερ φόργουορντ.

Πλένουν τις σκάλες τους, τους στερούν τα ένσημα

Νιγηριανοί στη Κυψέλη

Τα χαρτιά για κάθε μετανάστη έχουν ισοδύναμη αξία με τον αέρα που αναπνέει. «Χωρίς αυτά δεν μπορούμε να πάμε για δουλειά. Χωρίς αυτά δεν μπορούμε καν να βγούμε έξω από το σπίτι». Από τη στιγμή που ξεκίνησε η πανδημία το ζήτημα αναδείχτηκε σε κυρίαρχο για την κοινότητα, μας εξηγούν από το Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών.

Από τη μία πάγωσαν οι υπηρεσίες που αφορούν την ανανέωση των αδειών παραμονής. «Λόγω της Covid σταμάτησαν να λειτουργούν για να μην συνωστίζεται ο κόσμος στις ουρές και πρόσφατα ανακοίνωσαν μία ακόμη παράταση στην προθεσμία υποβολής αίτησης. Αντ’ αυτού στους μετανάστες δίνεται μία σχετική βεβαίωση, που όμως δεν τους επιτρέπει να ταξιδέψουν στις χώρες τους».

Κατά τη διάρκεια των lockdown αρκετοί ήταν εκείνοι επίσης που καθάριζαν σπίτια στα βόρεια προάστια κι έχασαν τη δουλειά τους λόγω του φόβου που υπήρχε για μετάδοση του ιού.  Άλλοι πάλι ιδιοκτήτες τούς κράτησαν, χωρίς όμως να τους κολλάνε ένσημα, εκμεταλλευόμενοι τις συνθήκες.

Η άδεια παραμονής συνδέεται άμεσα με την εργασία και το εισόδημα. Για παράδειγμα μετανάστες που μένουν αδιαλείπτως τα τελευταία πέντε χρόνια στη χώρα, για να πάρουν άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος (διάρκειας 5 χρόνων), πρέπει να έχουν ατομικά ετήσιο μεικτό εισόδημα 7.800 ευρώ (με βάση τον τελευταίο κατώτατο) +10% για το κάθε εξαρτώμενο μέλος της οικογένειας.

Η επιτυχία των Αντετοκούνμπο δεν έδωσε λοιπόν μόνο ελπίδα. Υπογράμμισε ταυτόχρονα τη μεγάλη αδικία. «Τώρα που είναι στην κορυφή τον λένε  Έλληνα. Είμαι εδώ 20 χρόνια και δεν παίρνω αυτά που δικαιούμαι» λέει ο Μάρβιν, 43 ετών, ιδιοκτήτης μπαρ. Γύρω του βλέπει ανθρώπους που μπορούν να προσφέρουν. Αρκεί να δοθεί στον καθένα η ευκαιρία.

«Δεν χρειάζεται να είσαι NBAer, μπορεί να έχεις μυαλό επιστήμονα κι αυτό να μην φαίνεται». «Το πρόβλημά μας είναι με το σύστημα, όχι με τον Γιάννη. Καταλαβαίνουμε την υποκρισία» λέει ο Μπένεντικτ, 45 χρόνων κι 11 χρόνια κάτοικος Ελλάδας.

«Δεν γίνεται την ώρα που υποκλίνεσαι στον Γιάννη να απαιτείς από μια γυναίκα που πλένει σκάλες ή φροντίζει το μωρό σου να ξέρει να διαβάζει για να της δώσεις πολιτογράφηση. Αυτά ξέρει να κάνει κι εσύ ως  Έλληνας την παίρνεις κανονικά στο σπίτι σου για να τα κάνει. Αν ήξερε να διαβάζει, μάλλον δεν θα χρειαζόταν να ταλαιπωρείται έτσι» λένε οι άνθρωποι εκεί.

Ο φόβος να βγεις έξω

Πανό για ιθαγένεια

Από το 2015, με τον Νόμο 4332, τα παιδιά που γεννιούνται στην Ελλάδα και έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς α) την εννεαετή υποχρεωτική εκπαίδευση, ή β) τη Δευτεροβάθμια (Γυμνάσιο και Λύκειο), ή γ) έχουν απολυτήριο Λυκείου, σε συνδυασμό με πτυχίο ελληνικού ΑΕΙ ή ΤΕΙ, έχουν πλέον πρόσβαση στην ιθαγένεια. Ταυτόχρονα, τα ανήλικα παιδιά που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα αποκτούν δικαίωμα ιθαγένειας από την πρώτη Δημοτικού, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις νομιμότητας των γονέων τους.

«Σίγουρα ήταν μια εξέλιξη που μας ανακούφισε» λένε τα μέλη της κοινότητας. Το κοριτσάκι που τριγυρνάει στα πόδια τους ενόσω βρισκόμαστε στο μπακάλικο θα έχει μια καλύτερη ευκαιρία από εκείνους στην ένταξη μεγαλώνοντας.

Ωστόσο, οι εικόνες που περιγράφουν στη διήγηση της ζωής τους ο Γιάννης Αντετοκούνμπο και τα αδέρφια του (Θανάσης, Κώστας και Άλεξ οι άλλοι τρεις, όλοι τους μπασκετμπολίστες σε κορυφαίο επίπεδο στις ομάδες Μιλγουόκι, Βιλερμπάν και Μούρθια, αντίστοιχα) είναι ακόμη η καθημερινότητα για πολλούς από τους 3.000 Νιγηριανούς που βρίσκονται στην Ελλάδα.

Υπάρχει ακόμη κόσμος που πουλάει CD και πραμάτειες για να επιβιώσει, που φοβάται να βγει έξω μην και τον συλλάβουν για τα χαρτιά του και δεν γυρίσει ποτέ σπίτι, στα παιδιά του.

*Το ρεπορτάζ δημοσιεύτηκε πρώτα στην εφημερίδα Αυγή

 

Διαβάστε επίσης:

Έφτασε εκεί που κοίταξε