O χαμός του Little Richard το περασμένο Σάββατο δεν πέρασε –και δεν θα μπορούσε να περάσει- στα ψιλά. Εκτός από τις αναφορές στα mainstream μέσα, πολλοί γνωστοί καλλιτέχνες, έσπευσαν να αποτίσουν φόρο τιμής σε αυτόν τον σπουδαίο μουσικό.

Ο λόγος δεν είναι μόνο ότι η παρουσία του στην καθημερινότητα όλων μας ήταν έντονη ακόμα και σήμερα, έστω και κυρίως μέσα από τα πιο γνωστά τραγούδια του, και έστω και κρίως σε ένα πλαίσιο (mainstream ραδιόφωνο, γαμήλια πάρτυ, τηλεπαιχνίδια και ούτω καθεξής) που τα κάνει να φαίνονται κοινότοπα και ακίνδυνα – ενώ, αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι τίποτα τέτοιο. Όλη αυτή η διάχυτη συγκίνηση έχει να κάνει και με το ότι η επιρροή του Richard Wayne Penniman (όπως ήταν το πραγματικό του όνομα) απλώνεται πολύ πέρα από τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, δηλαδή πέρα από την εποχή στην οποία ο ίδιος και οι υπόλοιποι πρωτοπόροι του rock ‘n’ roll, καθώς και οι –Βρετανοί κυρίως- συνεχιστές τους δημιούργησαν το πιο σημαντικό μέρος του έργου τους.

Γεννημένος το 1932 στο Macon της Georgia, ο Richard ξεκίνησε να ηχογραφεί επαγγελματικά από το 1951, αλλά έγραψε τα πιο γνωστά τραγούδια του και γνώρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία κατά το διάστημα 1956-1958. Παρόλο που δεν εφηύρε ούτε εισήγαγε πρώτος το είδος, αυτό που τον καθιστούσε τόσο ξεχωριστό σε εκείνη τη πρώτη γενιά rock ‘n’ rollers είναι ότι εκτός από την χάρισμά του στη δημιουργία τραγουδιών κατάφερε, με την όλη περσόνα του, να προσωποποιήσει το φαντασμαγορικό, υπερβολικό, υπερβατικό χαρακτήρα του συγκεκριμένου μουσικού στυλ.

Σπάζοντας τα στεγανά σχετικά με την απεύθυνση που είχε έως τότε το rock’n’roll, υπερβαίνοντας φυλετικούς και μουσικούς διαχωρισμούς, αδιαφορώντας για «κανόνες» σχετικά με την εμφάνιση, την ερμηνεία, τα έμφυλα στερεότυπα ο Richard, κατάφερε να γίνει ο πιο χαρακτηριστικός και καίριος εκφραστής αυτής της νέας «εποχής».

Πολλά χρόνια αργότερα παραδέχτηκε πως η περσόνα του –η κόμμωση, το make up,το στυλ τραγουδιού- βασίστηκε αρκετά σε αυτό του performer Esquerita. Αυτά τα δάνεια, ωστόσο, δεν αναιρούν ούτε τα προσωπικά στοιχεία που ο ίδιος ο Little Richard προσέθεσε στο όλο «μείγμα», ούτε την καλλιτεχνική του ικανότητα, ούτε την επιτυχία και τη μετέπειτα επιρροή του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο δημοσιογράφος Nik Cohn χρησιμοποίησε τη φράση Awopbopaloobop alopbamboom από το “Tutti Frutti”, ως τίτλο στο βιβλίο του που αποτελεί μια από τις πρώτες απόπειρες καταγραφής της popular μουσικής ως ιστορικού, κοινωνικού και, φυσικά, μουσικού φαινομένου.

Ανάμεσα στους ανθρώπους που εξέφρασαν τη θλίψη τους για ο χαμό του Little Richard ήταν ο Bob Dylan και ο Paul McCartney, δηλαδή δύο από τους μεγαλύτερους μουσικούς της δεκαετίας του 1960. Μεγαλώνοντας στη Μινεσότα, πολύ προτού να γοητευτεί από τη folk του Woody Guthrie και τα blues του Robert Johnson, ο Dylan είχε ενθουσιαστεί, όπως και πολλοί έφηβοι της δεκαετίας του 1950, από τη μουσική του Little Richard, ονειρευόμενος μάλιστα να παίξει κάποια στιγμή στη μπάντα του.

Ο Dylan εξέδωσε την εξής, αρκούντως ποιητική ανακοίνωση στο επίσημο Twitter του:

«Μόλις έμαθα τα νέα για τον Little Richard και είμαι τόσο συντετριμμένος. Ήταν το άστρο που με καθοδηγούσε και το φωτεινό παράδειγμα, όταν ήμουν μικρό παιδί. Δικό του ήταν το πνεύμα που με κινητοποίησε να κάνω όλα όσα κατέληξα να κάνω. Έπαιξα κάποιες συναυλίες μαζί του στην Ευρώπη, στις αρχές της δεκαετίας του 90 και πέρασα πολύ χρόνο στο καμαρίνι του. Ήταν πάντα γενναιόδωρος, ευγενικός και ταπεινόφρων. Και πάντοτε δυναμίτης σαν τραγουδιστής και σαν μουσικός, και μπορούσες ακόμα να μάθεις πολλά από αυτόν. Από κοντά ήταν ακόμα ο ίδιος Little Richard που πρωτάκουσα όταν μεγάλωνα και που μου προκαλούσε τόσο δέος κι εγώ ήμουν ακόμα εκείνο το μικρό παιδάκι. Εννοείται πως θα ζήσει για πάντα. Αλλά είναι σαν να έχει χαθεί ένα ολόκληρο κομμάτι της ζωής σου».

Αντίστοιχα, ο Paul McCartney, συνεργάστηκε με τον Richard όταν οι Beatles έπαιζαν ακόμα στο Αμβούργο και άνοιγαν τις συναυλίες του Αμερικανού μουσικού. Εκείνη την περίοδο, στην μπάντα του Little Richard έπαιζε ο μετέπειτα συνεργάτης των ίδιων και των Rolling Stones, πιανίστας Billy Preston. Σε μια άλλη περίοδο της καριέρας του, ο Little Richard είχε στην μπάντα του έναν άγνωστο, αλλά εξαιρετικά ικανό κιθαρίστα ονόματι Jimi Hendrix.

Η ανακοίνωση του Paul McCartney στο Twitter είχε ως εξής:

«Από το ‘Tutti Frutti’, στο ‘Long Tall Sally’ κι από εκεί στο ‘Good Golly, Miss Molly’ και το ‘Lucille’, ο Little Richard μπήκε ουρλιάζοντας στη ζωή μου, όταν ήμουν έφηβος. Χρωστάω πολλά απ’ αυτά που κάνω στο Little Richard και το στυλ του˙ κι εκείνος το ήξερε. Συνήθιζε να λέει: ‘Εγώ έμαθα στον Paul όλα όσα ξέρει’. Θα πρέπει να παραδεχτώ πως είχε δίκιο. Στις πρώτες μέρες των Beatles, παίξαμε με τον Richard στο Αμβούργο και τον γνωρίσαμε καλά. Μας άφηνε να περνάμε πολύ χρόνο στο καμαρίνι του κιαι έτσι γίναμε μάρτυρες των προ-συναυλιακών τελετουργικών του, έτσι όπως έκρυβε το κεφάλι του κάτω από μια πετσέτα, σκυμμένος πάνω από μια λεκάνη με αχνιστό νερό. Τίναζε το κεφάλι του προς τα πάνω και, κοιτάζοντας τον καθρέφτη, έλεγε: «Δεν φταίω που είμαι τόσο όμορφος». Και ήταν, όντως.

Ένας σπουδαίος άνθρωπος με αξιολάτρευτη αίσθηση του χιούμορ, κάποιος που θα λείψει πολύ στην rock’n’roll κοινότητα και σε πολλούς άλλους. Τον ευχαριστώ για όλα όσα με δίδαξε, καθώς και για την καλοσύνη που επέδειξε με το να μου επιτρέψει να γίνω φίλος του. Ευχαριστώ, Richard, και A-wop-bop-a-loo-bop».

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X