Ο Γιώργος, ο ένας από τους ιδιοκτήτες του bar Teddy Boy στου Ψυρρή, δεν θεωρεί τον εαυτό του σκοτεινό τύπο, αλλά δηλώνει μοναχικός. Του αρέσει η ελευθερία του και δεν επιδιώκει τις μακροχρόνιες δεσμεύσεις. Αυτό όμως δεν ισχύει για τη δουλειά του – την οποία, όπως λέει, αγαπάει πολύ – για την άλλη μεγάλη του αγάπη, τη μουσική, αλλά και την ενασχόλησή του με τα παλιά αντικείμενα.

Γιώργο, είσαι συνιδιοκτήτης του bar Teddy Boy μαζί με τον Δημήτρη. Πώς γίνατε συνέταιροι;

Το προηγούμενο μαγαζί, το Carousel, ήταν στο Μεταξουργείο και δούλεψε την περίοδο 2008 – 2011. Όταν το κλείσαμε, άρχισα να δουλεύω σε διάφορα νυχτερινά μαγαζιά. Ένα βράδυ που έπαιζα μουσική στο Lost and Found, το μαγαζί του φίλου μου Στάθη, ήρθε μια φίλη και με ρώτησε, αν ενδιαφέρομαι να κάνω πάλι μαγαζί. Μου πρότεινε να γνωρίσω τον τωρινό μου συνέταιρο Δημήτρη. Συναντηθήκαμε και τα βρήκαμε, του Δημήτρη του άρεσε το project που είχα στο μυαλό μου, αφού, λόγω του προηγούμενου darkο-μάγαζου που είχα, ήξερα τι δυναμική μπορεί να έχει και το νέο. Επιπλέον είχα κάνει και το πελατολόγιό μου για τρία χρόνια, είχε κάνει και ο Δημήτρης το δικό του επί έξι χρόνια κι έτσι όταν ανοίξαμε, είχαμε από την πρώτη μέρα κόσμο, δεν πέρασε πάλι το μεσοδιάστημα που χρειάζεται ένα νέο μαγαζί μέχρι να γίνει γνωστό.

Το Teddy Boy άνοιξε μέσα Δεκέμβρη του 2011. Το όνομα το σκέφτηκα λόγω της underground φάσης και της μουσικής που παίζουμε. Το bar έχει μια ταυτότητα και μάλιστα πολύ σημαντική. Επειδή αυτή η μουσική είναι ιδιαίτερη και «αλήτικη», ήθελα να έχω ένα ιδιαίτερο όνομα. Σκέφτηκα ότι οι τεντιμπόηδες ήταν οι μεταγενέστεροι πάνκηδες.  Εδώ στο bar θα δεις σε κάποιο ράφι και το νόμο 4000 (Teddy Boy law). Όλοι λίγο πολύ είμαστε ανήσυχα νιάτα. Όταν εδώ παίζει μουσική punk, ο κόσμος δεν κάθεται στα σκαμπό, πίνει και χορεύει!

New wave, dark wave, post punk, minimal, electronica του ’80, disco του ‘80 είναι τα είδη της μουσικής που παίζουμε. Το italodisco του ‘80 το ανακάλυψα πριν τέσσερα – πέντε χρόνια και μοιάζει με το eurodisco. Είναι πολύ πιο ανάλαφρο είδος απ’ όλα τ’ άλλα. Έχει άλλο ύφος κι αισθητική από το new – dark wave, ακούγεται κάπως γλυκανάλατο, ενώ έχει μουσικάρες, και εμένα αυτή η αντίθεση μ’ αρέσει!

Η μουσική μας στο Teddy Boy ξεκινάει από το 1974 και φτάνει μέχρι σήμερα. Όμως το ζουμί της υπόθεσης είναι στα χρόνια από το 1980 μέχρι το 1992-93. Οι μπάντες που υπάρχουν σήμερα, πατάνε πάνω στον ήχο του ‘80 κι εμείς τις στηρίζουμε μουσικά και ιδεολογικά, τις παίζουμε στο μαγαζί ή έρχονταν να παίξουν, γιατί μέχρι πέρυσι κάναμε και live εδώ.  Ή πάμε εμείς σε άλλα μαγαζιά, όταν παίζουν, για να τις στηρίξουμε και ως παρουσία.

Κάναμε ολική ανακαίνιση, αλλάξαμε χρώματα, ντεκόρ, το ρομπότ, που βλέπεις, είναι δεκαετίας 80s και τα πικάπ είναι 60s – όλα από παλιατζίδικα … και είμαστε ακόμα εδώ, γιατί το αγαπάμε πολύ το  bar μας, περνάμε καλά και σκεφτόμαστε να το δουλέψουμε επιπλέον ώρες.

Ποιες μπάντες έχουν παίξει εδώ;

Από το 2012 μέχρι και πέρσι οργανώναμε live εδώ. Ο τελευταίος που έχει παίξει εδώ ήταν ο Blaine Reininger με μια μπάντα από το Βέλγιο.

Έχουν παίξει διάφοροι, όπως οι Οδός 55, ο Θάνος Ανεστόπουλος, οι Κωμωδία Θανάτου, ο Κώστας από τους Αντί ως Νεύρο, οι Ducky Boyz, ο William ως Maybeline από τους Lebanon Hanover, οι Lizards, οι Dirty Fuze, οι Grain, οι Anima Triste, ο Tango Mangalore, ο Doric, οι Snails, οι Head On, οι Bad Luck και άλλοι.

Και όλα αυτά, πάντα χωρίς να πρέπει ο πελάτης να πληρώσει είσοδο. Είμαστε κατά της νοοτροπίας της «πόρτας», μου αρέσει το «μπάτε σκύλοι αλέστε». Στο μαγαζί μας μπαίνει ο οποιοσδήποτε, αρκεί να μην πειράξει τον πλησίον του.

Ποια είναι τα δικά σου πέντε πιο αγαπημένα συγκροτήματα;

Θα σου πω τους Ultravox, Α Flock of Seagulls, Zounds, Bauhaus, λατρεύω τους Cure, Depeche Mode, Stranglers. Αλλά είναι τόσα πολλά που δεν ξέρω ποιο να πρωτο-αναφέρω … είναι δυνατόν να μην πω το ιερό τέρας, τον David Bowie; Δεν θέλω ν’ αδικήσω κάποια…

Πόσα χρόνια μετράς στη νύχτα;

Η πρώτη μου επαφή με τη νύχτα ήταν το 1988, λόγω του ότι ο πατριός μου παίζει τύμπανα στα μπουζούκια. Το χειμώνα δούλευε στις αθηναϊκές πίστες και το καλοκαίρι στην επαρχία για τρεις μήνες. Με έπαιρνε μαζί του, επειδή βαριόμουν, γιατί δεν ήξερα κανέναν εκεί. Ήμουνα βοηθός σερβιτόρου. Πρόλαβα το σπάσιμο πιάτων, πριν καταργηθεί με νόμο. Καθάριζα με το φτυάρι και το οικοδομικό καρότσι τις πίστες της Ερμιόνης από τα άπειρα σπασμένα πιάτα, ώστε να βγει ο επόμενος τραγουδιστής και  έβαζα νερά στα τραπέζια.

Ως πιτσιρικάς που ήμουν, δεκαπέντε – δεκαέξι ετών, μου άρεσαν πολύ τα φώτα της πίστας και ο κόσμος των μουσικών και των τραγουδιστών που γνώριζα αλλά βέβαια και τα λεφτά που κέρδιζα! Δύο χρόνια το έκανα αυτό και πληρωνόμουν ένα πεντοχίλιαρο τη νύχτα επί δυόμισι μήνες, πολλά λεφτά για το 1988! Φαντάσου ότι το περιοδικό «Μπλεκ», που αγόραζα, έκανε δέκα δραχμές και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που έπαιζα το ίδιο, τα πιο ακριβά ποδήλατα μάρκας GT BMX κόστιζαν πενήντα – εξήντα χιλιάδες δραχμές. Κι έτσι εγώ το πρωί ήμουν για μπάνιο με τους δικούς μου, το βράδυ δούλευα στο σκυλάδικο, όπου έκανα και την πλάκα μου, δεν χαλούσα τα λεφτά μου, γιατί δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος, και, όταν γυρνούσα στην Αθήνα, αγόραζα μόνος μου πολύ άνετα το καλύτερο ποδήλατο.

Κάπως έτσι συνέχισα να δουλεύω νύχτα. Από σερβιτόρος έγινα μπάρμαν, τα μεροκάματα έγιναν όλο και καλύτερα κι εγώ πιο γνωστός για τη δουλειά μου μαθαίνοντας συνεχώς περισσότερα ποτά και κοκτέιλς.

n

Πώς αποφάσισες από τη θέση του μπάρμαν να ρισκάρεις επιχειρηματικά;

Όλα είναι πενήντα τοις εκατό τύχη, πενήντα τοις εκατό ρίσκο. Ρισκάρω, αλλά είμαι και τυχερός πιστεύω. Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς! Το πρώτο μαγαζί που άνοιξα μαζί με τον φίλο μου τον Αντρέα, που είναι τατουατζής, ήταν το Carousel. Ένα νεοκλασικό κτίριο με εκατό τετραγωνικά μέτρα αυλή, καταπράσινη, στον Κεραμεικό. Το μείον του ήταν ότι γύρω – γύρω είχε πολυκατοικίες και αυτό μας κόστισε στην πορεία και ήταν ο λόγος που έκλεισε το Carousel.

Τι είναι αυτό που σε τραβάει στη νύχτα;

Η νύχτα μου δίνει ζωή, δύναμη και όσα χρόνια κι αν περάσουν, είναι σαν να μην μ’ αγγίζει ο χρόνος. Η νύχτα είναι εύκολη, είναι ευχάριστη. Δεν μου αρέσει να ξυπνάω πρωί. Δουλεύοντας βράδυ μπορώ να ξυπνάω το μεσημέρι χωρίς ξυπνητήρια, με το χαμόγελο.

Τη νύχτα οι άνθρωποι είναι χαλαροί κι ευχάριστοι και θέλουν ν’ αποφορτιστούν από την πρωινή τους εργασία ή ό, τι έχουν περάσει. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον θέλω να δουλεύω, όπου όλοι θέλουν να χορέψουν και να επικοινωνήσουν με όλους πλέον στην Αθήνα. Γιατί παλιότερα ήταν πιο άγρια τα πράγματα, έπεφτε ξύλο, ακόμα κι εγώ έριχνα. Ο Έλληνας εξευγενίστηκε μετά το 1995 – 1996. Τώρα ο κόσμος έχει γίνει πιο ήρεμος, πιο κοινωνικός, οπότε έτσι μπορώ να είμαι ήρεμος κι εγώ.

 

d

Τι ηλικίες έρχονται στο μαγαζί;

Από φοιτητές μέχρι μεγάλες ηλικίες. Οι αρκετά πιο μεγάλοι ηλικιακά είναι εκείνοι που θέλουν ν’ ακούσουν συγκροτήματα που ήξεραν από την παιδική και εφηβική τους ηλικία. Ειδικά τις καθημερινές, θα έρθουν στοχευμένα στο Teddy Boy για να πιουν καθαρά ποτά και ν΄ακούσουν συγκεκριμένη μουσική.

Ανοίγουμε κάθε μέρα στις δέκα και μισή, τις καθημερινές είναι ανοιχτό μέχρι τις τεσσεράμισι – πέντε, ενώ Παρασκευή και Σάββατο κλείνουμε μετά τις επτά.

 

 

 

 

 

 

Ο κόσμος ανανεώνεται ή ανακυκλώνεται;

Το μαγαζί έχει ένα πυρήνα, τους θαμώνες, αλλά έχει και πολλούς νέους πελάτες, που σταδιακά ενσωματώνονται. Γενικά υπάρχει μια συνεχής ροή όλα αυτά τα χρόνια, γεγονός που το βλέπω υγιές. Όταν ξεκίνησε το Teddy Boy, η γειτονιά του Ψυρρή δεν είχε τίποτα από θέμα κίνησης. Από το 2015 και μετά άρχισε ν’ ανεβαίνει ως δυναμική.

Πιστεύεις ότι το κοινό της Αθήνας είναι ανοιχτό σε τέτοιου είδους μαγαζιά ;    

Δεν νομίζω ότι το Teddy Boy είναι κάτι τόσο περίεργο και πρωτόγνωρο ως bar. Άλλα μαγαζιά παίζουν latin, rock, techno, dub, metal, λαϊκά, εμείς παίζουμε new wave. Η Αθήνα είναι ανοιχτή πια σε όλα τα είδη. Υπάρχει πολύς «άσχετος» κόσμος που μπαίνει στο μαγαζί, κάποιοι γελάνε και αναρωτιούνται τι «καμπάνες» παίζουν αυτοί εδώ μέσα και κάποιοι άλλοι κάθονται για να πιουν το ποτό τους.

Τι το διαφορετικό προσφέρει το Teddy Boy σε σχέση με ανάλογα μαγαζιά, μουσικά, τα οποία υπάρχουν πάρα πολλά χρόνια, όπως η Rebound;

Εγώ είμαι παιδί της Rebound. Το δικό μας όμως είναι bar, ενώ το άλλο είναι club. Δεν μπορείς να συγκρίνεις, ας πούμε, ποιο πάει πιο γρήγορα, ένα ποδήλατο ή ένα μηχανάκι. Είναι ανόμοια πράγματα. Δεν σημαίνει ότι είμαστε καλύτεροι ή χειρότεροι. Η Rebound, που είναι πολύ αγαπημένη, έχει «πόρτα», είναι υπόγειο club, μουσικά μόνο μοιάζουμε σ’ ένα ογδόντα τοις εκατό, αλλά η μουσική ομπρέλα του Teddy Boy είναι πιο μεγάλη, γιατί είμαστε ανοιχτά κάθε μέρα. Ένα μαγαζί που ανοίγει μόνο το Σάββατο δεν μπορεί να χωρέσει όλη αυτή τη μουσική που εμείς παίζουμε. Τη μια μέρα μπορεί να παίζουμε ska, την επόμενη punk, την μεθεπόμενη post – punk, την άλλη minimal ή να κάνω αφιερώματα. Παίζουν πολλοί djs και κάθε μέρα δεν είναι ίδια με την άλλη. Έχει κοινή βάση, αλλά άλλο ύφος. Ο ένας θα είναι πάνκης, ο άλλος electro-πάνκης, ο τρίτος γότθος, ο τέταρτος πιο ντάρκης, ο πέμπτος πιο eighties φάση.

Η κρίση επηρέασε το Teddy Boy;

Δεν μπορώ να ξέρω, γιατί δεν είχαμε το μαγαζί προ κρίσης. Και τα δυο μαγαζιά στα οποία έχω δουλέψει, από το 2008 μέχρι σήμερα, υπήρξαν βιώσιμα και αυτό εξακολουθεί. Δεν έχω παράπονο. Το μαγαζί, όπως όλα, έχει τα πάνω και τα κάτω του. Το φθινόπωρο, ας πούμε, δουλεύει πιο πολύ, το χειμώνα κάνει μια μικρή κοιλιά και ξανανεβαίνει μετά τις Απόκριες. Σημασία έχει να μην είσαι νωχελικός. Πάντα πρέπει να ταράζεις τα νερά, αυτό αρέσει στον κόσμο για να μην βαριέται. Πρέπει να κάνεις νέα events. Σημασία έχει να είσαι ένας καλός καπετάνιος στο «καράβι» σου.

p

Σε ρωτάω επίσης, επειδή  πριν από αρκετά χρόνια υπήρξε μια ύφεση στο κοινό που πήγαινε στα darkομάγαζα και κάποια από αυτά μάλιστα έκλεισαν μέχρι να ξεπηδήσουν πάλι τα νέα, σιγά σιγά.

Πιστεύω ότι το 2008 που ανοίξαμε με τον Αντρέα το Carousel και παίζαμε minimal, new & dark wave, επανήλθε η dark φάση. Και δεν λέω, ότι εμείς το κάναμε, απλά συνέπεσε χρονικά με το άνοιγμα του μαγαζιού μας. Τα δύο πρώτα χρόνια πέρασε άπειρος κόσμος από το  Carousel. Κι εμείς οι ίδιοι δεν γνωρίζαμε ότι τόσος κόσμος ακούει αυτή τη μουσική.

Έχεις αισθανθεί έντονα βλέμματα ή επικριτικά λόγω της εμφάνισής σου;

Να σου πω την αλήθεια όχι, γιατί κυκλοφορώ σε safe για μένα περιοχές, όπως Εξάρχεια, Πατήσια, Κυψέλη. Δεν έχει χρειαστεί να πάω στη Γλυφάδα για να καταλάβω, αν είναι άσπρο – μαύρο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ασχολείσαι με τον αθλητισμό;

Ασχολούμαι δυο – τρεις ώρες τη μέρα με τον αθλητισμό. Αυτό με κρατάει υγιή και αδύνατο, γιατί το βράδυ έχει πολύ τσιγάρο και αλκοόλ. Ο αθλητισμός φέρνει μια ισορροπία στον οργανισμό μου σε σχέση με τη νυχτερινή μου δουλειά. Και θεωρώ ότι αν δεν αθλούμουν παράλληλα, δεν θα μπορούσα να την κάνω για πολλά χρόνια αυτή τη δουλειά.

Δεν ασχολείσαι όμως ιδιαίτερα με την τεχνολογία.

Ναι, γιατί, όταν έβρεχε υπολογιστές, εγώ κράταγα ομπρέλα! Δεν έχω smartphone, γιατί δεν ξέρω να το χειρίζομαι. Κάποια στιγμή θα μάθω. Δεν ακούω μουσική μέσω You-Tube, αγοράζω δίσκους. Εσύ μπορεί να έχεις κατεβάσει μουσική στον υπολογιστή σου, αλλά αν πάθει κάτι ο υπολογιστής, μπορεί και να την χάσεις. Αν δεν δουλεύει το ίντερνετ, δε θα μπορείς να μπεις σε μουσικά κανάλια. Είναι αέρας αυτό που έχεις, δεν είναι δικό σου.

Ενώ το βινύλιο είναι ένα αντικείμενο, καταλαμβάνει χώρο στο σπίτι σου. Το έχεις ανά πάσα στιγμή στα χέρια σου, το πιάνεις, το μυρίζεις, το βλέπεις όταν γυρνάει στο πικάπ, διαβάζεις τους στίχους, θαυμάζεις τα artwork των εσωφύλλων – ένθετων. Είναι δικό σου.

https://www.facebook.com/teddyboy.bar/

         Για την ιστορία … Οι Teddy Boys της Ελλάδας

Η συμπεριφορά, τα ρούχα και τα χτενίσματα Αμερικάνων και Άγγλων εφήβων, όπως απεικονίζονται σε ταινίες, θαυμάζονταν από πολλούς νεαρούς Έλληνες. Οποιοσδήποτε τύπος παραβατικής συμπεριφοράς, ο λεγόμενος «Teddy Boy», ή συμπεριφοράς που οι αρχές μπορούσαν αυθαίρετα να ορίσουν ως παραβατική – ήταν ανεπίτρεπη και έχρηζε τιμωρίας. Η μουσική ροκ εν ρολ θεωρήθηκε προβοκατόρικη από την Εκκλησία και το κράτος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, πολλοί νεαροί Έλληνες προσπάθησαν να μιμηθούν Αμερικάνους και Άγγλους εφήβους φορώντας blue jeans με ρεβέρ, αφήνοντας μακριά μαλλιά και κολλώντας τα με μπριγιαντίνη ή φορώντας κοστούμια, όπως τα Αγγλάκια Teddy Boys της εποχής. Οι δικαστικές αρχές – λόγω έλλειψης καλύτερου όρου – ψήφισαν το νομοθετικό διάταγμα 4000/1959, ευρέως γνωστό ως νόμος 4000, ή αλλιώς το νόμο Teddy Boy. Ο νόμος εισήχθη για πρώτη φορά από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή, το 1958. Οι Teddy Boys θεωρήθηκαν επικίνδυνοι λόγω της συμπεριφοράς τους, η οποία χαρακτηρίστηκε ως προκλητική και προσβλητική από την κυβέρνηση της εποχής. Εκείνη την εποχή, η πιο συχνή επιθετική πράξη των Teddy Boys ήταν να ρίχνουν γιαούρτια ή φρούτα σε ανθρώπους που δεν τους άρεσαν.

 

Fotos: © 2018  Dimi Theodoraki. All rights reserved

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση των φωτογραφιών και της συνέντευξης χωρίς το link του 3pointmagazine.gr

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X