Αναζητώντας διάφορα online προς τεκμηρίωση προηγούμενων συνεργασιών ενόψει ενός καινούριου πρότζεκτ, δεν ήξερα ότι θα ανοίξω μια ανέλπιστη καταπακτή: ανακάλυψα αναρτημένη από το blog ‘’Στην Κοιλάδα των Τεμπών’’[1] τη face to face συνέντευξη που είχαμε πάρει από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου μαζί με την Αντιγόνη Παπαγεωργίου, γύρω στο 2007, για το περιοδικό Leftcore της αριστερής φοιτητικής παράταξης »Δίκτυο Αυτόνομων Ριζοσπαστικών Αριστερών Σχημάτων» Νομικής και Πολιτικού Νομικής.  Η συνέντευξη έγινε στο καμαρίνι του στο Σταυρό του Νότου, πριν από τη συναυλία του (τότε συνήθιζε ακόμα να παίζει σαιζόν στην Αθήνα). Δεν θυμάμαι που βρήκα το mail του. Θυμάμαι όμως το θράσος ενός 3ετούς να πηγαίνει στους υπολογιστές της σχολής – ούτε λόγος για internet στο φοιτητικό διαμέρισμα του Παγκρατίου ακόμα- και να στέλνει ένα μήνυμα-έκκληση που ίσως να ταίριαζε περισσότερο στον Victor Hara ή στον Woodie Guthrie. Αυτό όμως ήταν για εμάς ο Θανάσης εκείνη την τσιμεντένια καραμανλική εποχή που σημαδεύτηκε από τους εντυπωσιακούς αγώνες ενάντια στο Νόμο Πλαίσιο της Γιαννάκου και φυσικά το Άρθρο 16.

Τι να πρωτοθυμηθώ: η αγωνία μας για το πώς θα πούμε στους πορτιέρηδες απ’ έξω ότι έχουμε έρθει για να πάρουμε συνέντευξη από τον Θανάση (20 εγώ, 18 η Αντιγόνη), η Φριντζήλα που συναντήσαμε πρώτη και μας είπε ένα ζεστό «καλώς τα παιδιά!» σαν να μπαίναμε στο σπίτι της, η αναμονή 3 λεπτών που φάνηκε 3 ώρες μέχρι που εμφανίστηκε το είδωλό μας,  το καροτσάκι με τα ατέλειωτα μπουκάλια που έφερε ένα σερβιτόρος σαν σε νοσοκομείο και τα απανωτά ποτά που κατεβάζαμε για να ηρεμήσουμε και να αρθρώσουμε τις ερωτήσεις μας, η συνέντευξη που φάνηκε να διήρκεσε 5 λεπτά ενώ πέρασαν σαν σκόνη 2 ώρες, ο ακομπλεξάριστος Θανάση να μην ξέρει ότι 13 χρόνια μετά, το βράδυ εκείνο θα αποτελεί ακόμα για εμάς μια από τις πιο δυνατές διαλέξεις που δεν θα ακουστούν ποτέ σε τάξεις και αμφιθέατρα; Σε μια πρόσφατη συζήτηση με έναν κολλητό φίλο για τον αριστερό φοιτητικό συνδικαλιστικό μικρόκοσμο, σε μια εποχή που πολιτικά όλα φαίνονταν να είχαν σταματήσει στο 1991,  αναρωτιόμασταν τι κερδίσαμε. Τώρα ξέρουμε.

Ελπίζω να απολαύσετε κι εσείς τη συνέντευξη που ακολουθεί, όπου ο Διάφανος διατηρεί τις ιδιότητές του και η Παλιά Πληγή ανθίζει ακόμα.

 

Συνέντευξη Θανάση Παπακωνσταντίνου  στο Leftcore:

«Τα τραγούδια προκύπτουν κάνοντας βουτιά στο συλλογικό ασυνείδητο και για αυτό έχουν τόση απήχηση»

 

L[2]: Ακούγοντας ξανά ολόκληρη τη δισκογραφία σου από τον πρώτο ως τον τελευταίο δίσκο[3] παρατηρούμε μια φοβερή διακύμανση. Πώς νιώθεις εσύ για αυτό;

Θ: Φυσιολογικά νιώθω γιατί πιστεύω ότι αν ήξερε κανείς τι ακούω θα του φαινόταν φυσιολογική αυτή η εξέλιξη…

L: Και τι ακούς;

Θ: Ακούω πολλά πράγματα. Είναι αλήθεια ότι ορισμένα ίσως να μην τα έχω αγγίξει γιατί θεωρώ ότι δεν αξίζουν τον κόπο. Έχω ανοιχτό μυαλό και αυτό που με ενδιαφέρει πρώτιστα είναι να ακούω καινούρια πράγματα. Θέλω κάτι καινούριο που να με κάνει να ξαφνιαστώ, αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό που περιμένω από μια μουσική, χωρίς να σημαίνει ότι είμαι οπαδός του ακραίου αυτοσχεδιασμού.

L: Αυτό που λες να γυρίσεις πίσω, το νιώθεις σαν μια ευθύνη σε αυτούς που σε ακούν;

Θ: Μου αρέσει το ταξίδι και είναι αυτό που σας είπα πριν, θέλω να ακούω καινούρια πράγματα, να υπάρχει το ξάφνιασμα αλλά να μην είναι μόνο το ξάφνιασμα. ‘Ετσι πιστεύω ότι πρέπει να γίνεται και το «πρέπει» όχι να το έχει κανείς στο μυαλό του αλλά να το κάνει εκ των υστέρων. Τα έργα τέχνης, λοιπόν, πρέπει να έχουν κάτι παλιό αλλά και κάτι καινούριο, να μπορεί να κρατηθεί κάποιος. Ένα λαϊκό έργο τέχνης θα μπορεί να αγγίξει τόσο τη γιαγιά μου όσο και ένα βαθιά πνευματικό άνθρωπο, ας πούμε τον Καστοριάδη.

L: Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη μουσική σου ρεμπέτικα με ηλεκτρική κιθάρα. Τελικά μήπως αυτή η κεντρική εστία είναι η παράδοση; Αντιλαμβανόμενοι την παράδοση σαν κάτι δυναμικό και όχι στατικό.

Θ: Χρησιμοποιώ στοιχεία από την παράδοση αλλά μπορώ να πω ότι κάνω κάτι σαν ιεροσυλία. Σε καμιά μορφή τέχνης δεν θεωρώ ότι πρέπει κάτι να το θαυμάζουμε και όχι να το αγγίζουμε. Πρέπει κανείς να τεμαχίζει τα πάντα, να είναι ιερόσυλος αλλιώς δεν μπορεί να βγει κάτι ενδιαφέρον.

L: Πολύς κόσμος στις συναυλίες σου, το φανταζόσουν ποτέ;

Θ: Γενικά δεν το πίστευα και δεν το πιστεύω ακόμη. Μου φαίνεται αδιανόητο ακόμα και τώρα, γιατί δεν έχω εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να τραβήξουν πολύ κόσμο. Δε θα έλεγα τόσο από τα τραγούδια μου και την μουσική μου όσο από την σκηνική μου παρουσία. Είναι πρωτοφανές στα χρονικά ότι ένας φάλτσος έχει έστω αυτήν την απήχηση που έχει. Βέβαια μεγάλο ρόλο παίζουν και οι μουσικοί μου και για αυτό πιστεύω ότι ο κόσμος ξεπερνά τις αδυναμίες μου, τις μεγάλες. Σημαντικό ρόλο παίζουν και τα ίδια τα τραγούδια. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι δυσνόητοι κάποιοι στίχοι αλλά υπάρχουν και ιστοριούλες. Τα τραγούδια προκύπτουν κάνοντας βουτιά στο συλλογικό ασυνείδητο και για αυτό έχουν τόση απήχηση.

L: Έχουμε έρθει εδώ με επιθετική διάθεση σχετικά με το τραγούδι «ο νους μας είναι αληταριό» που ερμηνεύει η Μ. Κανά. Κοιτώντας λίγο πιο βαθιά, μας τα χαλάς λίγο. Και αυτό γιατί είναι σαν να υμνείς ότι έχουμε αρκεστεί σε αυτή την ελευθερία του νου. Δηλαδή, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο να μην είναι εξτρεμιστής αυτός που χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο να το σπάσει αλλά να είναι εξτρεμιστής αυτός που αισθάνεται αυτήν την εγκεφαλική ελευθερία. Το δέχεσαι ή απλά το περιγράφεις;

Θ: Αυτό το τραγούδι το έγραψα σαν μια προειδοποίηση σε αυτούς που χτίζουν φυλακές. Πιστεύω ότι ο πραγματικός δρόμος για την ολοκλήρωση και την ελευθερία πρέπει να έχει δύο πράγματα: από τη μια μεριά, πράγματι να προσπαθείς σαν άτομο να ολοκληρώνεσαι και να είσαι ελεύθερος εγκεφαλικά, να το παλεύεις μέσα σου, αλλά αν ο κοινωνικός περίγυρος είναι σκατά δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει αυτή η ελευθερία. Πρέπει, δηλαδή, να προσπαθείς να αλλάξεις και τον κοινωνικό περίγυρο. Όπως, επίσης, δεν είναι σωστό να περιμένεις να αλλάξει πρώτα η κοινωνία και μετά εσύ.

L: Δηλαδή, σαν μια συμπόρευση;

Θ: Ναι, σαφώς αυτά τα δύο πρέπει να πάνε μαζί. Αλλά από την άλλη μεριά, αν βρεθείς σε πραγματικές συνθήκες ανελευθερίας και δεν σου έχει μείνει τίποτα πρέπει να ξέρουν αυτοί που σε φυλακίζουν ότι δεν μπορούν να φυλακίσουν το πνεύμα. Τα πρώτα κοινωνικά σκιρτήματα που είχα ήταν όντας μαθητής στην επαρχία όταν είδα τον «Πεταλούδα». Η προσπάθεια αυτή του ανθρώπου για την ελευθερία όπου ό,τι και να του έκαναν, το μυαλό του ήταν ελεύθερο, με συγκλόνισε. Αυτό ακριβώς είχα στο μυαλό μου όταν το έγραψα.

L: Η ύπαρξη δικαιώνεται όταν δίνει χαρά η μουσική;

Θ: Η μουσική δικαιώνεται όταν μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο, να τον βγάλει από την καθημερινότητα, να τον ενώσει με το σύμπαν, με το όλον.

L: Αυτό αφορά εσένα ή και το κοινό;

Θ: Σαν δημιουργό εκείνες τις στιγμές κάτι πηγάζει από μέσα μου. Διαχέομαι και γίνομαι ένα με το όλον. Όσο βαρύγδουπο και να ακούγεται αυτό. Το 99% που έχω να πάρω από τη μουσική, αυτή τη λυτρωτική εμπειρία, το παίρνω εκείνη την ώρα της δημιουργίας. Στην πορεία όμως, παίζοντας ανακάλυψα ότι τέτοιες εκστατικές στιγμές μπορεί να υπάρξουν και σε μια ζωντανή εμφάνιση. Πολύ δύσκολο αλλά μπορεί να υπάρξουν. Προσωπικά για αυτό συνεχίζω να παίζω, δεν είναι για τα χρήματα. Σαν μηχανολόγος θα έβγαζα πολύ περισσότερα αλλά όταν νιώσεις αυτή την έκσταση θες να συνεχίσεις. Αισθάνομαι άσχημα που θα το ξαναπώ: είχα διαβάσει ότι ο Έριχ Φρομ είχε πει ότι ο άνθρωπος από τότε που απέκτησε συνείδηση, μια επίγνωση δηλαδή της διαφορετικότητάς του από το φυσικό περιβάλλον, εξέπεσε από τον παράδεισο. Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή τα ζώα και τα δέντρα ζουν στον παράδεισο. Έχω και ένα τραγουδάκι «Η γνώση είναι απόγνωση», εννοώντας ότι η γνώση έφερε τον άνθρωπο στην κατάσταση να νομίζει ότι είναι κάτι διαφορετικό, αποκόπηκε και από τότε νιώθει μια βαθιά μοναχικότητα. Αυτά είναι λόγια του Έριχ Φρομ, εγώ είμαι ρηχός δεν μπορώ να κάνω τόσο βαθιές σκέψεις. Αυτή, λοιπόν, την μοναχικότητα [ο άνθρωπος] προσπαθεί να την ξορκίσει φτιάχνοντας οικογένεια, φίλους, θεούς, επαναστάσεις, τέχνη…

L: Την «Αγρύπνια» μπορούμε να τη δούμε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας του ονείρου να επιτεθεί σε μια πραγματικότητα; Δηλαδή, ξεκινάς από ένα τυχαίο γεγονός και βάζεις μια σειρά από όνειρα να του επιτίθενται;

Θ: Στην «Αγρύπνια» έχω βασιστεί σε λόγια άλλου. Αν ζούσαν οι ποιητές θα με πλάκωναν στο ξύλο! Εκείνη τη στιγμή της δημιουργίας λειτουργώ σαν αμοιβάδα. Δεν είμαι ο Θανάσης της καθημερινότητας με τις μικροπονηριές του. Εκείνη τη στιγμή είμαι ένα αφελές ον. Δεν ξέρω τι θέλω εκείνη τη στιγμή. Εννοώ αυτά που έρχονται στα λόγια γιατί η μουσική είναι ανεξέλεγκτη, είναι εικόνες. Για παράδειγμα, η «Ανδρομέδα» ξεκίνησε όταν στο μυαλό μου καρφώθηκε η εικόνα δυο πουλιών στο κέντρο της γης να φιλιούνται και να στάζει λάβα από τα φιλιά τους. Aυτή τώρα η εικόνα μού έφερε και όλες τις άλλες. Αν το κοιτάξεις ψυχρά θα δεις ότι δεν έχουν συνάφεια. Στο συγκεκριμένο τραγούδι διαπίστωσα ότι όλες αυτές τις εικόνες τις συνδέει το πάθος. Έχω την αίσθηση ότι μερικά πράγματα υπάρχουν από πριν. Υπάρχει το συλλογικό ασυνείδητο, ότι κάποιος πριν χιλιάδες χρόνια είχε βιώσει κάτι δυνατό και αυτό δεν έχει χαθεί. Είναι σαν μια τράπεζα που μαζεύονται οι δυνατές καταστάσεις και όλα αυτά έρχονται μέσα από κάποιους ανθρώπους. Οπότε μπορεί και να μην είναι δικό μου, μπορεί να είναι κάτι που έχει συμβεί κάποια άλλη στιγμή. Ίσως ακούγονται ιδεαλιστικά αυτά, ορθολογιστής είμαι κατά βάση. Ορθολογιστικά να το δεις, ορισμένες φορές η μουσική μου βγαίνει σε τρία λεπτά, όσο ακριβώς και το κομμάτι. Αυτό κάτι σημαίνει, μπορεί να υπάρχουν κάποια αρχέτυπα και μάλλον είναι αυτό το συλλογικό ασυνείδητο. Δεν χάνεται τίποτα. Έχω και άλλες αφορμές που πιστεύω ότι αυτά τα πράγματα δεν είναι δικά μου, για αυτό και εγώ δεν πρέπει να καλπάζω με το καλάμι.

Περιόδικό «Leftcore», (από τη παράταξη Δίκτυο Νομικής)

Επιμέλεια : Βαγγέλης Γέττος, Αντιγόνη Παπαγεωργίου

 

[1] https://koiladatwntempwn.gr/forum/interviews/16633-synentefksi-sto-leftcore

[2] Leftcore

[3] Κατά πάσα πιθανότητα αναφερόμασταν στον ‘’Διάφανο’’ που είχε κυκλοφορήσει εκείνη την περίοδο.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

X