Η γιαγιά μου έκανε πέντε παιδιά. Η μάνα μου η μικρότερη. Εγώ γνώρισα μόνο τα τέσσερα. Όταν πήγαινα στο σπίτι της υπήρχε πάντα μια μεγάλη κορνίζα στον τοίχο ενός παιδιού με άσπρα «κυριακάτικα» ρούχα και παιδικό μπερέ. Ήταν γύρω στα δώδεκα. Ο Γιάννης ένα βράδυ αρρώστησε και την άλλη μέρα πέθανε. Έτσι έφευγαν τότε οι άνθρωποι. Αθόρυβα, ξαφνικά, ύπουλα.

Η θεία έλεγε ότι στην ψυχή της γιαγιάς έγινε μια μεγάλη μάχη, ένας πόλεμος με πολλές απώλειες. Εκείνη έλεγε ότι ξεριζώθηκε η καρδιά της. Ήταν πάντα σαν ένα άδειο κουφάρι που πηγαινοερχόταν και σχεδόν μηχανικά ζούσε. Όταν καμιά φορά νευρίαζε ή θύμωνε ή κλεινόταν στον εαυτό της, μας έλεγαν οι μεγάλοι του χωριού: «Να την συμπονάτε. Να την αγαπάτε. Να την προσέχετε. Έχασε παιδί. Οι γυναίκες αυτές είναι φιγούρες ιερές. Θα ζήσουν για πάντα με το δικό τους πόνο και δε θα τον μοιραστούν με κανένα.»

Η γιαγιά όταν έφτασε στα εβδομήντα ξέχασε τα πάντα! Δεν είχε μνήμες πια. Ο παππούς, τα παιδιά και τα εγγόνια ήμασταν άγνωστοι άνθρωποι που ήθελε όμως να μας γνωρίσει. Νέκρωσε το μυαλό μα η καρδιά ήταν ζωντανή. Καθόταν σε μια καρέκλα στον ήλιο και περίμενε μονάχα το Γιάννη.

Είδα τη Μάγδα χθες σε μια φωτογραφία. Ύαινα, αγρίμι, με κατοικημένη τη νύχτα στο βλέμμα της. Δυο χρόνια σέρνει το κουφάρι της σε μια παγωμένη αίθουσα και ζητά δικαίωση για το παιδί της. Πιάνει θέση στη ζωή μπροστά μπροστά και περιμένει και αντέχει να βλέπει τους δολοφόνους του παιδιού της. Δεν είναι ένας! Μη σας ξεγελά το «φαίνεσθαι». Ο κόσμος είναι γυάλινος. Η ζωή διάφανη, εύθραυστη. Σπάει μέσα σε λίγα λεπτά. Εκείνο το βράδυ όλα έγιναν στάχτη. Δυο χρόνια λεηλατημένη παίρνει τον ίδιο δρόμο και περιμένει.

Χθες η αίθουσα του δικαστηρίου έγινε πεδίο μάχης. Η Μάγδα λοιδορήθηκε, ποδοπατήθηκε. Της μπήξανε πιο βαθιά το μαχαίρι στην πληγή. «Πού είναι τώρα ο Παύλος σου;» Τόσο προκλητικά, τόσο αναίσχυντα. Δεν τη λυπήθηκε κανείς. Σπασμένο κορμί που δε χωράει ανάσες.

Οι φασίστες είναι παντού. Φορούν μαύρα ρούχα. Μοιάζουν με το θάνατο. Εκείνη το ξέρει καλά. Δε σέβονται τον ανθρώπινο πόνο. Δε δείχνουν οίκτο στις πληγές των ανθρώπων. Υμνούν το Χίτλερ και τα κατορθώματά του.

Ο Παύλος είναι στις καρδιές μας, στους δρόμους, στους αγώνες της καθημερινότητάς μας. Η μάνα του είναι σύμβολο αντοχής, αντίστασης, υπομονής, επιμονής, καρτερικότητας, αγάπης! Κι όσο κι αν την πολεμάτε, θα μας βρίσκετε απέναντι, σκατοκέφαλοι!

«Να τη συμπονάτε τη γιαγιά. Έχασε παιδί.» Αυτή η κουβέντα ρίζωσε στο μυαλό μου. Ήμουν μόνο δέκα. Δε φανταζόμουν ποτέ ότι υπάρχουν άνθρωποι που δε σέβονται τον ανθρώπινο πόνο. Τότε ήμουν ακόμα ονειροπόλα…

*Ο τίτλος δανεικός από το τραγούδι «Δε χωράς πουθενά».

Σχόλια

X